Πρωτοέπιασαν την κοκκινόμαυρη ρακέτα και το πλαστικό μπαλάκι ως πιτσιρικάδες στην κατασκήνωση, σε κάποιο μπιλιαρδάδικο ή στον αθλητικό όμιλο της γειτονιάς που φιλοξενούσε το χαρακτηριστικό παραλληλόγραμμο τραπέζι-αρένα. Σε αντίθεση με τον υπερφιλόδοξο τυχοδιώκτη Μάρτι Μάουζερ του Τιμοτέ Σαλαμέ στο «Marty Supreme» δεν ονειρεύτηκαν πρωτιές, μεγαλεία και καταξίωση.
Ολοι βέβαια γοητεύτηκαν και πωρώθηκαν με το πινγκ πονγκ. Αισθάνθηκαν σε αυτό το μικρό τερέν την αδρεναλίνη της ταχύτητας με την οποία ταξιδεύει το μπαλάκι. Τους κυρίευσε η αγωνία για ένα σετ πόιντ – ακόμη κι αν έπαιζαν με κολλητούς «για την πλάκα» κάποιο καλοκαιρινό απόγευμα. Λίγοι και εκλεκτοί σταμάτησαν να κάνουν πλάκα και έγιναν πρωταθλητές. Ενας εξ αυτών –ενεργός ακόμη- έχει βρεθεί σε έξι Ολυμπιακούς Αγώνες και η έβδομη απέχει μόλις λίγα χρόνια.
Και όσοι όμως δεν ενδιαφέρθηκαν για τον πρωταθλητισμό, ή αναγκάστηκαν να κρεμάσουν τη ρακέτα εγκαταλείποντας το παιδικό τους όνειρο για χάρη των Πανελλαδικών, δεν ξέχασαν την αγάπη τους για το σπορ. Ισως την αγνόησαν κάποιες δεκαετίες για να τη συναντήσουν ξανά, ενήλικοι πια, αναζητώντας διαφυγή από τη φρενίτιδα και τα άγχη της καθημερινότητας.
Πρωταθλητές, επίδοξοι πρωταθλητές και ερασιτέχνες πρωταθλητές συστήνουν στην «Κ» την ξεχωριστή κοινότητα επιτραπέζιας αντισφαίρισης.

Η αίθουσα των πρωταθλητών
Το «αρχηγείο» της εθνικής ομάδας βρίσκεται στην αίθουσα 8 του ΣΕΦ. Στον χώρο, κατά την επίσκεψή μας, έχουν μαζευτεί περίπου δέκα αθλητές – κατά κύριο λόγο πιτσιρικάδες 20 με 25 ετών. Αγόρια και μια κοπέλα. Παρά τη σχετική διάδοση του αθλήματος, το πινγκ πονγκ μοιάζει -μάλλον- ανδροκρατούμενο. Το τελετουργικό πριν από την προπόνηση εξελίσσεται σιωπηλά και μεθοδικά, χωρίς πολλές κουβέντες, παρότι το κλίμα είναι διακριτικά οικογενειακό.
Παράμερα, προσηλωμένος στις ασκήσεις, κάνει το δικό του ζέσταμα ο Παναγιώτης Γκιώνης. Ο λιγότερο πιτσιρικάς όλων. Αρχετυπική μορφή πρωταθλητή: ολιγόλογος, συγκεντρωμένος, ευγενικός – χωρίς διάθεση να θυσιάσει ούτε δευτερόλεπτο από την προπόνησή του. Στα 46 του σήμερα, όταν τον συναντάμε, έχει το μυαλό του στο επόμενο τουρνουά στο οποίο θα αγωνιστεί, στη Γαλλία. Οι πρώτοι Ολυμπιακοί του Γκιώνη ήταν της Αθήνας το 2004 και ακολούθησαν ακόμη πέντε σε Πεκίνο, Λονδίνο, Ρίο, Τόκιο και Παρίσι. «Είναι νωρίς», μας απαντά κοφτά όταν ρωτάμε για την επόμενη.

Τον Νοέμβριο του 2014 ο Ελληνας πρωταθλητής έφτασε στο Νο18 της παγκόσμιας κατάταξης. Εναν χρόνο πριν είχε κατακτήσει το ασημένιο μετάλλιο στο ομαδικό και το χάλκινο στο απλό ανδρών στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 2013 στο Σβέσατ της Αυστρίας. Οπως λέει στην «Κ», το ταξίδι του στο άθλημα ξεκίνησε εντελώς τυχαία όταν ήταν παιδί, στα 90s, στο Γαλάτσι, όπου μεγάλωνε. «Υπήρχε ένας σύλλογος δίπλα μου: η Κορωνίδα Γαλατσίου. Τότε, ήταν ουσιαστικά ένα καφενείο με δύο τραπέζια πινγκ πονγκ». Στην είσοδο του ομίλου, περιγράφει, οι θαμώνες μαζεύονταν και έπαιζαν τάβλι και σκάκι καπνίζοντας αρειμανίως. Μια πόρτα χώριζε τους παραδοσιακούς ταβλαδόρους από τα «μαγικά» εκείνα τραπεζάκια που θα τον συνόδευαν σε όλη του τη ζωή με επιτυχίες, δυσκολίες, προκλήσεις, ήττες αλλά και πολλές υπερβάσεις.
Στα πρώτα του βήματα θυμάται έναν πολύ καλό προπονητή Ρουμάνο, που τον μύησε στα τρικ του σπορ και τον εξέλιξε παικτικά. Εκείνη περίπου την περίοδο είχε ξεκινήσει να παίζει εκπροσωπώντας τη γαλανόλευκη ένας άλλος σπουδαίος αθλητής, επίσης Ρουμάνος, ο Καλίνικος Κρεάνγκα. Ετσι, λοιπόν, ο Παναγιώτης Γκιώνης «δοκίμασε και κόλλησε». Κι ας θυμάται ακόμη το «μεγάλο άγχος» του πρώτου του αγώνα όταν ήταν δέκα χρόνων.

Μετά την προθέρμανση, απέναντί του στο «διπλό» της προπόνησης παίρνει θέση ένας ψηλόλιγνος νεαρός με κάμποσα σκουλαρίκια. Ο Γιώργος Σταματούρος, στα 26 του χρόνια, θεωρείται ένας εκ των ανερχόμενων αθλητών της νεότερης γενιάς. Και παρότι ονειρεύεται τη συμμετοχή σε μια Ολυμπιακούς Αγώνες στο μέλλον, απολαμβάνει το πινγκ πονγκ και ως επάγγελμα αλλά και ως διασκέδαση. Εκείνον τον παρακίνησε να ξεκινήσει η μητέρα του, που έπαιζε όταν ήταν μικρή, και τελικά «οργανώθηκε» στον Φοίνικα Αγίας Σοφίας μιας και μεγάλωσε στον Πειραιά. Μέχρι το λύκειο ο Σταματούρος -αθλητής του Ολυμπιακού σήμερα- δεν σκεφτόταν στα σοβαρά τον πρωταθλητισμό, ο διακόπτης όμως γύρισε όταν ένας προπονητής τον «πίστεψε και του έκανε μια σοβαρή κουβέντα».
Είναι ατομικό και όχι ομαδικό άθλημα. Αν είσαι καλός, κερδίζεις. Αν είσαι κακός, χάνεις. Τόσο απλά. Εξαρτάται απόλυτα από τις δικές σου δυνάμεις.
Τον ρωτάμε τι τον γοητεύει στο παιχνίδι. «Είναι ατομικό και όχι ομαδικό άθλημα. Αν είσαι καλός, κερδίζεις. Αν είσαι κακός, χάνεις. Τόσο απλά. Εξαρτάται απόλυτα από τις δικές σου δυνάμεις». Η κουβέντα λήγει με τον -«κυρίαρχο» της προπόνησης- κόουτς Κωνσταντίνο Βατσακλή να δίνει το σήμα για την εναλλαγή αθλητών στο τραπέζι. Στο μεταξύ τα μπαλάκια ηχούν σαν αχαλίνωτη ποπκορνιέρα που «ξερνάει» με μανία καρπούς στο καπάκι μιας κατσαρόλας.

Ο παλιός και ο νέος συμφωνούν πάντως στο εξής: το πινγκ πονγκ δεν είναι αυτό που φαίνεται. «Είναι εγκεφαλικό σπορ, μην ξεχνάς ότι παίζουμε μόνοι μας. Η ψυχολογία παίζει σημαντικό ρόλο. Χρειάζεται όμως και μυαλό και σώμα», τονίζει ο πολύπειρος Γκιώνης, ο οποίος αυτή την εβδομάδα περνάει τα πρωινά του στην αίθουσα 8 του ΣΕΦ και τα απογεύματά του γυμνάζεται στο ΟΑΚΑ.
Στο επόμενο «διπλό» της προπόνησης θα αντιμετωπίσει ακόμη έναν φέρελπι συναθλητή, τον Κωνσταντίνο Κωνσταντινόπουλο, που αγωνίζεται στην ομάδα του Παναθηναϊκού. Οι δυο τους -πριν μπουν στα «βαριά» της προπόνησης- μας χαρίζουν ένα σύντομο σόου με «καρφιά» και περίτεχνες αποκρούσεις. «Αυτό είναι Marty Supreme», λέει χιουμοριστικά ο Παναγιώτης Γκιώνης.
Ρεβέρ μετά τη δουλειά
«Είναι φοβερό το ότι στην ταινία παίζουν το πινγκ πονγκ της δεκαετίας του ’50», σχολιάζει ο Νίκος Σταμούλης, για το «Marty Supreme», λίγο πριν ξεκινήσει η προπόνηση ενηλίκων στον Ιλισό, στην Καλλιθέα. Πριν από αυτό, ο Φάνης Αβραντίνης μάς λύνει τις απορίες για την ασιατική λαβή, που κάνει ο άσπονδος εχθρός του Μάρτι Μάουζερ, ο Κότο Εντο. Οντως, εφαρμόστηκε σαν τεχνική, αλλά τα τελευταία χρόνια έχει εκλείψει, μας εξηγεί, όσο εμείς επιμένουμε να δοκιμάζουμε την προσομοίωσή της.

Οι δυο τους γνωρίστηκαν πάνω από ένα τραπέζι πινγκ πονγκ στις αρχές της δεκαετίας του ’80, στην Πάτρα, που τότε είχε τρία σωματεία – το ότι ο Νίκος Σταμούλης είχε το ένα από αυτό δίπλα στο σπίτι του και γι’ αυτό δοκίμασε το άθλημα επιβεβαιώνει πως το πινγκ πονγκ είναι και λίγο άθλημα της γειτονιάς. Ηταν μια εποχή που ακόμα δεν είχαμε δει στη χώρα μας αθλητές όπως ο Ρουμάνος Καλλίνικος Κρεάνγκα, που ήρθε στην Ελλάδα το 1989 και έφερε μια δόση λάμψης στο άθλημα. Το οποίο βέβαια δεν έχει καταφέρει να δημιουργήσει θελκτικούς σταρ, όπως το ποδόσφαιρο ή το μπάσκετ.
Είναι εγκεφαλικό σπορ, μην ξεχνάς ότι παίζουμε μόνοι μας. Η ψυχολογία παίζει σημαντικό ρόλο. Χρειάζεται όμως και μυαλό και σώμα.
Σήμερα οι δυο τους προπονούν τους επίδοξους αθλητές ή απλούς λάτρεις του αθλήματος στον Ομιλο Ιλισσός (ο δεύτερος είναι και πρόεδρος του ομίλου, που ιδρύθηκε το 2012). Η έδρα του ομίλου είναι στην Καλλιθέα, αλλά ως ένας από τους κοντινότερους στο Κέντρο χώρους όπου κανείς μπορεί να παίξει το άθλημα προσελκύει κόσμο ακόμα και από το Παγκράτι.

Και προσελκύει τους πάντες: όταν φτάνουμε, λίγο πριν από τις επτά το απόγευμα, ο χώρος μοιάζει με… κλαμπ μικρών αγοριών, μιας και το τμήμα ανηλίκων παίζει τους τελευταίους του πόντους, με τη φωτογραφία του Παναγιώτη Γκιώνη πίσω τους στoν τοίχο να παραμένει η σταθερή πηγή έμπνευσης. Πλέον, τα περισσότερα παιδιά ξεκινούν το άθλημα μετά τα 6-7 τους χρόνια, σε αντίθεση με παλαιότερα που μπορεί να έπιαναν την πρώτη ρακέτα τους στις αρχές της εφηβείας. Συνήθως «το δοκίμασαν κάπου, τους άρεσε και είπαν να το συνεχίσουν», εξηγεί ο Φάνης Αβραντίνης. Και είναι ένα άθλημα που προτιμούν πολύ περισσότερο τα αγόρια και οι άντρες, όπως αποδεικνύεται και από το τμήμα ενηλίκων λίγο αργότερα, που έχει μόνο μία γυναίκα.
Κατά τ’ άλλα, υπάρχει ποικιλία στους λόγους που ο καθένας βρίσκει το πινγκ πονγκ γοητευτικό. «Αυτοσυγκέντρωση, ταχύτητα, τεχνική» είναι το τρίπτυχο που κάνει το άθλημα αχτύπητο στα μάτια του Τριαντάφυλλου Κλειδά. Είναι ο πιο έμπειρος αθλητής του Ιλισσού, έχοντας παίξει και σε εθνικό επίπεδο. Ξεκίνησε πάλι από την Καλλιθέα και τον Εσπερο, στα 10 του χρόνια. Μετά από τέσσερα χρόνια διέκοψε, κάτι που δεν τον σταμάτησε από το να ξαναπιάσει ρακέτα στα 30 του.

Αντίστοιχα, ο Κωνσταντίνος Γαλανός άφησε το άθλημα στα 12 για να το ξαναπιάσει στα 38. Το πινγκ πονγκ έχει γίνει η ψυχοθεραπεία του: «Σήμερα οδήγησα τρεισήμισι ώρες για Χαλκίδα. Το να έρχεσαι μετά από μια κουραστική μέρα εδώ και να παίζεις σώζει εσένα, την οικογένειά σου, τους πελάτες σου», παραδέχεται και προτρέπει τους πάντες να το δοκιμάσουν. Αλλωστε, είναι ένα άθλημα που πέρα από τα σωματικά αντανακλαστικά απαιτεί εγκεφαλική συγκέντρωση που, αναπόφευκτα, δεν σου αφήνει περιθώριο για άλλες σκέψεις.
Ντράιβ, ρεβέρ, σερβίς, εναλλάσσονται συνθέτοντας ένα άναρχο soundtrack στον χώρο. Ο Τριαντάφυλλος Κλειδάς επιδίδεται με έναν συμπαίκτη του σε ένα παιχνίδι τόσο γρήγορο που θα ζήλευε και ο μοντέρ του Τζος Σαφντί. Κι εμείς θα λύσουμε και την τελευταία μας απορία, όταν δούμε το αυτόματο μηχάνημα ρίψης μπάλας να εκσφενδονίζει στους αρχάριους πορτοκαλί μπαλάκια. Τελικά, δεν ήταν όλα στο μυαλό του Μάρτι Μάουζερ.

