Την 1η Σεπτεμβρίου 1992 μία έκρηξη σε μονάδα διύλισης αργού πετρελαίου στην «Πετρόλα» είχε ως αποτέλεσμα 14 άνθρωποι να χάσουν τη ζωή τους και ακόμη 24 να τραυματιστούν. Το δυστύχημα συνέβη λόγω διαρροής μεγάλων ποσοτήτων μείγματος αερίων και ελαφράς νάφθας. Μετά την τραγωδία τα βασικά ερωτήματα που διατυπώθηκαν ήταν κατά πόσον είχαν γίνει σωστά ο υπολογισμός του πάχους συγκεκριμένου σωλήνα καθώς και η χωροθέτηση των γραφείων.
Εντεκα χρόνια μετά, στις 3 Απριλίου του 2003, στη «Σωληνουργία Κορίνθου» έξι άτομα έχασαν τη ζωή τους από ισχυρή έκρηξη φιάλης αερίου που σημειώθηκε στο εργοστάσιο. Επίσης τρία άτομα τραυματίστηκαν, εκ των οποίων το ένα σοβαρά, χωρίς όμως να υπάρχει κίνδυνος για τη ζωή του. Το πόρισμα του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας είχε αναφέρει τότε πως η φονική έκρηξη οφειλόταν στην απουσία ενός φθηνού σχετικά εξαρτήματος, της βαλβίδας αντεπιστροφής – φλογοπαγίδας στις φιάλες οξυγόνου και ασετυλίνης, στη μη επαρκή εκπαίδευση των εργαζομένων και στα ελλιπή μέτρα ασφάλειας στους χώρους εργασίας.
Οι παραπάνω δεν είναι οι μοναδικές βιομηχανικές τραγωδίες στη χώρα μας. Είναι όμως δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις στις οποίες εμφανίστηκαν ελλείψεις στα μέτρα ασφαλείας των εγκαταστάσεων, με απολογισμό την ύπαρξη νεκρών.
Μιλώντας στην «Κ« η Εύη Γεωργιάδου, δρ χημικός μηχανικός, μέλος της Αντιπροσωπείας του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας και πρόεδρος του Σωματείου Εργαζομένων του ΕΛΙΝΥΑΕ, εξηγεί πως όλα αυτά τα χρόνια η συζήτηση για τα Βιομηχανικά Ατυχήματα Μεγάλης Εκτασης γίνεται κυρίως για εγκαταστάσεις όπως οι παραπάνω, που διαχειρίζονται μεγάλες ποσότητες επικίνδυνων ουσιών (εύφλεκτων, εκρηκτικών, τοξικών) και υπάγονται στην ευρωπαϊκή οδηγία Seveso (ΚΥΑ 172058/2016), καθώς και για όσες εγκαταστάσεις διαθέτουν υγραέριο πάνω από 50 τόνους. Ομως, ακόμη και με μικρότερες ποσότητες, όπως το εργοστάσιο στα Τρίκαλα, o κίνδυνος δυστυχημάτων με νεκρούς και τραυματίες είναι υπαρκτός και οι βασικές οδηγίες ασφαλείας είναι οι ίδιες.
Ακόμη και σε εγκαταστάσεις με μικρότερες ποσότητες υγραερίου, όπως το εργοστάσιο στα Τρίκαλα, o κίνδυνος δυστυχημάτων με νεκρούς και τραυματίες είναι υπαρκτός και οι βασικές οδηγίες ασφαλείας είναι οι ίδιες.
Στην περίπτωση της τραγωδίας στις εγκαταστάσεις της μπισκοτοβιομηχανίας «Βιολάντα», που κόστισε τη ζωή σε πέντε γυναίκες, ήδη λίγες ημέρες μετά την έκρηξη έχουν φανεί πλημμέλειες και ελλιπή μέτρα ασφαλείας. Οι αδήλωτες δεξαμενές προπανίου και οι διαμαρτυρίες των εργαζομένων για «οσμή αερίου» που δεν ακούστηκαν, υποδηλώνουν μία σειρά από παραβλέψεις που κόστισαν ανθρώπινες ζωές.
Τι όμως συνδέει τις παραπάνω εκρήξεις και γιατί έπειτα από δεκαετίες συνεχίζονται και γίνονται τόσο σοβαρά λάθη, βάζοντας σε κίνδυνο τους ανθρώπους της πρώτης γραμμής, όπως συνέβη στα Τρίκαλα;
Επαναλαμβανόμενο μοτίβο
Κοινός παρονομαστής στις περισσότερες περιπτώσεις είναι:
Η φθορά του εξοπλισμού χωρίς επαρκή συντήρησηΗ απουσία ή η κακή λειτουργία συστημάτων προειδοποίησηςΗ έλλειψη μελετών ασφαλείας σε χώρους όπου μπορεί να δημιουργηθεί εκρηκτική ατμόσφαιρα (υπόγειο)Η αγνόηση ενδείξεων όπως διαρροές, πτώση πίεσης ή οσμές
Μιλώντας στην «Κ» ο Κώστας Γερολυμάτος, μηχανικός μεταλλείων/μεταλλουργός, ο οποίος εκπονεί μελέτες εκτίμησης κινδύνου για μεγάλες βιομηχανίες, εξηγεί πως το πρώτο και πιο σημαντικό κοινό στοιχείο μεταξύ των βιομηχανικών τραγωδιών των τελευταίων δεκαετιών στην Ελλάδα είναι πως σε καμία περίπτωση η έκρηξη δεν ήρθε χωρίς προειδοποίηση. «Στα περισσότερα βιομηχανικά δυστυχήματα οι ενδείξεις υπήρχαν, άλλοτε ως φθορά εξοπλισμού, άλλοτε ως διαρροή αερίου, άλλοτε ως οσμή. Αυτό που έλειπε ήταν η αντίδραση».
Εξηγώντας πώς προκύπτει αυτό το επαναλαμβανόμενο μοτίβο, ακόμη και μετά το πέρας δεκαετιών, ο ειδικός προσθέτει πως «κοινός παρονομαστής στις περισσότερες περιπτώσεις είναι η φθορά του εξοπλισμού χωρίς επαρκή συντήρηση, η απουσία ή η κακή λειτουργία συστημάτων προειδοποίησης, η έλλειψη μελετών ασφαλείας σε χώρους όπου μπορεί να δημιουργηθεί εκρηκτική ατμόσφαιρα (υπόγειο) και η αγνόηση ενδείξεων όπως διαρροές, πτώση πίεσης ή οσμές».
Νομοθεσία ΒΑΜΕ
Οπως αναφέρει η κ. Γεωργιάδου, η υπάρχουσα νομοθεσία και οι κανονισμοί περιλαμβάνουν προβλέψεις για τις υποχρεώσεις των επιχειρήσεων ανεξαρτήτως τύπου επικινδυνότητας, όπως για παράδειγμα η υπουργική απόφαση Δ3/14858/1993 για τις τεχνικές προδιαγραφές διαμόρφωσης, σχεδίασης, κατασκευής, ασφαλούς λειτουργίας και πυροπροστασίας εγκαταστάσεων υγραερίου σε βιομηχανικές, βιοτεχνικές και επαγγελματικές δραστηριότητες, καθώς και το Προεδρικό Διάταγμα 42/2003 για την προστασία από εκρηκτικές ατμόσφαιρες.
Επίσης, η νομοθεσία για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων (Ν. 3850/2010) προβλέπει τις σχετικές υποχρεώσεις του εργοδότη, όπως η γραπτή εκτίμηση επαγγελματικού κινδύνου, η λήψη τεχνικών και οργανωτικών μέτρων πρόληψης, η συντήρηση, η εκπαίδευση των εργαζομένων κ.ά.
Σε χώρους όπου μπορεί να δημιουργηθεί εκρηκτική ατμόσφαιρα, οι μελέτες ATEX προβλέπουν αντιεκρηκτικό εξοπλισμό και ηλεκτρικούς πίνακες, ώστε να μην μπορεί να προκληθεί σπινθήρας.
Ηδη από το 2008, το Ελληνικό Ινστιτούτο Υγείας και Ασφάλειας στην Εργασία (ΕΛΙΝΥΑΕ) με μελέτη του προειδοποιούσε ότι τα Βιομηχανικά Ατυχήματα Μεγάλης Εκτασης (ΒΑΜΕ) προκύπτουν από αστοχία συστημάτων ασφάλειας σε εγκαταστάσεις που διαχειρίζονται εξαιρετικά εύφλεκτες ουσίες, όπως το υγραέριο, επισημαίνοντας την ανάγκη για ουσιαστική εφαρμογή της νομοθεσίας. Παρ’ όλα αυτά, τρεις δεκαετίες μετά, το ίδιο μοτίβο φαίνεται να επαναλαμβάνεται.
Η πρόληψη ξεκινά από τη διοίκηση
Εκτός από το νομοθετικό πλαίσιο που ορίζει αναλυτικά τι πρέπει να γίνει, κύρια υπόχρεη προκειμένου ένας βιομηχανικός χώρος να είναι ασφαλής είναι η διοίκησή του. «Παραδείγματος χάρη, στην “Πετρόλα” η τραγωδία συνδέθηκε με κακή συντήρηση σωλήνα υψηλής πίεσης που έσπασε, αλλά και με λάθος χωροθέτηση των γραφείων, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους διοικητικοί υπάλληλοι. Στα Τρίκαλα φαίνεται πως οι προβλεπόμενες πρόνοιες ασφάλειας, όπως ανιχνευτές αερίων και συστήματα πυροπροστασίας, δεν τηρούνταν ευλαβικά. Τέλος, σε χώρους όπου μπορεί να δημιουργηθεί εκρηκτική ατμόσφαιρα, οι μελέτες εκρηκτικών ατμοσφαιρών (ATEX) προβλέπουν αντιεκρηκτικό εξοπλισμό και ηλεκτρικούς πίνακες, ώστε να μην μπορεί να προκληθεί σπινθήρας, κάτι που θα μπορούσε να αποτρέψει εκρήξεις ακόμη και σε περίπτωση διαρροής προπανίου», εξηγεί ο Κώστας Γερολυμάτος.
Υπόγειες «παγίδες»
Στην ερώτηση αν και γιατί πρέπει να υπάρχουν αυξημένα μέτρα ασφαλείας στα υπόγεια, σε εγκαταστάσεις με υγραέριο, ο κ. Γερολυμάτος σημειώνει πως το υπόγειο χαρακτηρίζεται ως ζώνη υψηλού κινδύνου, καθώς το υγραέριο –σε αντίθεση με το φυσικό αέριο που είναι ελαφρύτερο από τον αέρα και σε περίπτωση διαρροής διαφεύγει προς τα πάνω– είναι βαρύτερο και κατεβαίνει, συγκεντρώνεται και «παγιδεύεται» σε κλειστούς χώρους.
Τα μέτρα είναι αποτέλεσμα σκληρών και οδυνηρών βιομηχανικών δυστυχημάτων που οδήγησαν στη δημιουργία μιας «βιβλιοθήκης άμυνας». Το βασικό πρόβλημα είναι πως, παρότι είναι γνωστά και απαραίτητα, έχουν κόστος και συχνά δεν εφαρμόζονται πλήρως.
«Σε τέτοιους χώρους απαιτούνται αυξημένα μέτρα προστασίας, δηλαδή σωστός σχεδιασμός και εγκατάσταση, συνεχής οπτικός έλεγχος, προληπτική συντήρηση, εκτίμηση επιχειρησιακού κινδύνου και ειδικές μελέτες για αποφυγή σπινθήρων και εκρήξεων. Ολα αυτά τα μέτρα δεν προέκυψαν τυχαία, αλλά είναι αποτέλεσμα σκληρών και οδυνηρών βιομηχανικών δυστυχημάτων που οδήγησαν στη δημιουργία μιας “βιβλιοθήκης άμυνας”. Το βασικό πρόβλημα είναι πως, παρότι είναι γνωστά και απαραίτητα, έχουν κόστος και συχνά δεν εφαρμόζονται πλήρως», εξηγεί ο κ. Γερολυμάτος.
Απουσία κουλτούρας ασφαλείας
Παρακολουθώντας τις μέχρι τώρα εκτιμήσεις της Πυροσβεστικής για την τραγωδία στα Τρίκαλα, ο ειδικός σημειώνει πως πρόκειται για ένα «κλασικό βιομηχανικό δυστύχημα» που ενδεχομένως θα μπορούσε να είχε αποτραπεί αν είχαν αντιμετωπιστεί τέσσερις βασικές παθογένειες: η απουσία κουλτούρας ασφαλείας, η υποκατάσταση των κανόνων από τη «συνήθεια», οι ανεπαρκείς προληπτικοί έλεγχοι από τον κρατικό μηχανισμό και η μη ανάληψη ευθύνης από τις διοικήσεις, με αποτέλεσμα το τίμημα να το πληρώνουν συνήθως οι εργαζόμενοι της πρώτης γραμμής.
Με περίπου 600 ελέγχους τον χρόνο, χρειάζονται δεκαετίες για να ελεγχθούν οι επιχειρήσεις έστω και μία φορά.
Η έκρηξη στο εργοστάσιο της «Βιολάντα» επανέφερε στο προσκήνιο την ανεπάρκεια και την αποδυνάμωση που υπάρχει στον κρατικό ελεγκτικό μηχανισμό, ο οποίος πρέπει να παρεμβαίνει προληπτικά και όχι μετά την ύπαρξη δυστυχήματος. Κατά την κ. Γεωργιάδου «η τραγωδία στη “Βιολάντα” αποδεικνύει πως η εφαρμογή της νομοθεσίας και των κανονισμών από τις επιχειρήσεις είναι ελλιπής και οι επιχειρήσεις δεν ελέγχονται αποτελεσματικά από τους ελεγκτικούς μηχανισμούς του κράτους, οι οποίοι είναι υποστελεχωμένοι».
Εν προκειμένω πάντως το πρόβλημα του ελέγχου από τις κρατικές υπηρεσίες αποδεικνύεται και αριθμητικά. Σύμφωνα με τον Σύλλογο Εργαζομένων Επιθεώρησης Εργασίας, στους νομούς Τρικάλων και Καρδίτσας πάνω από 12.000 επιχειρήσεις βάσει στοιχείων ΕΡΓΑΝΗ, και χωρίς να υπολογίζονται τα οικοδομοτεχνικά έργα, ελέγχονται από το ΤΕΑΥΕ Τρικάλων – Καρδίτσας με μόλις 4 επιθεωρητές. Με περίπου 600 ελέγχους τον χρόνο, χρειάζονται δεκαετίες για να ελεγχθούν οι επιχειρήσεις έστω και μία φορά.
Στην ευρωπαϊκή βιομηχανική πρακτική η ασφάλεια αποτελεί κεντρική αρχή της καθημερινής λειτουργίας ενός εργοστασίου, κάτι που στην Ελλάδα συχνά υποκαθίσταται από τη «συνήθεια» και την ανοχή στην παραβίαση κανόνων.
«Τη βασική ευθύνη την έχουν οι ίδιες οι επιχειρήσεις, αφού ο εργοδότης έχει τόσο τη νομική υποχρέωση όσο και την τεχνική δυνατότητα να διασφαλίζει την ασφάλεια των εργαζομένων. Στην ευρωπαϊκή βιομηχανική πρακτική η ασφάλεια αποτελεί κεντρική αρχή της καθημερινής λειτουργίας ενός εργοστασίου, κάτι που στην Ελλάδα συχνά υποκαθίσταται από τη “συνήθεια” και την ανοχή στην παραβίαση κανόνων. Το αποτέλεσμα είναι ότι η ασφάλεια δεν αντιμετωπίζεται ως προτεραιότητα, με μεγάλες διαφοροποιήσεις μεταξύ επιχειρήσεων, γεγονός που επηρεάζει όχι μόνο την ποιότητα της παραγωγής αλλά και την πιθανότητα ενός σοβαρού εργατικού δυστυχήματος, όπως και έγινε», καταλήγει ο ειδικός.
