Πάνε 30 χρόνια που ο Δημήτρης Τερζόπουλος, οδηγός λεωφορείου, ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα το Μπαλί. Ηταν ασφαλώς έρωτας εξ αποστάσεως. Η λαχτάρα για τον μακρινό τόπο –ο Δημήτρης δεν είχε βγει πολλές φορές από την Πετρούπολη στη ζωή του– γεννήθηκε αναπάντεχα μετά τη διήγηση ενός συγγενούς και φίλου του που είχε μόλις ταξιδέψει εκεί. Από τότε, κατανάλωνε αχόρταγα κάθε είδηση για το Μπαλί, έμπαινε στο Ιντερνετ και χάζευε εικόνες από ηλιοβασιλέματα, γραφικά χωριά και χαμογελαστούς κατοίκους. Το όνειρό του ήταν μια μέρα να κάνει αυτό το ταξίδι – και αντίθετα με όλα τα προγνωστικά, τα κατάφερε αυτόν τον Ιανουάριο. Στα 70 του.
Ηταν ξημερώματα 11ης Ιανουαρίου, ούτε δύο 24ωρα από την άφιξη του Δημήτρη στην Ινδονησία, όταν χτύπησε το τηλέφωνο της κόρης του. «Θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε ότι πριν από λίγο ο Δημήτρης Τερζόπουλος κατέρρευσε στο λόμπι… Ανακοπή… Δυστυχώς πέθανε», είπε από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής στα αγγλικά η υπάλληλος του ξενοδοχείου όπου διέμενε ο Δημήτρης. Η 44χρονη γυναίκα έμεινε για λίγο να κοιτάει τη σβηστή οθόνη του τηλεφώνου της, πριν ξυπνήσει τη μητέρα και την αδελφή της. Πώς είναι δυνατόν; Πώς γίνεται; Ο πατέρας της ήταν καλά. Εξεταζόταν κάθε έξι μήνες, δεν είχε κάποιο πρόβλημα υγείας. Φευ, δεν έπαιρνε καν φάρμακα!

Τα χειρότερα όμως για την ίδια και την οικογένειά της ήταν μπροστά. Την επόμενη μέρα, χωρίς ακόμα να έχουν πιστέψει ότι ο άνθρωπός τους έχει φύγει από τη ζωή, οι τρεις γυναίκες βρέθηκαν αντιμέτωπες με ένα πρόβλημα που δεν είχαν φανταστεί ποτέ ότι θα συναντούσαν: τον επαναπατρισμό της σορού του. «Αρχισα τα τηλεφωνήματα προσπαθώντας να ανακαλύψω πού τον έχουν και τι χρειαζόταν για να επιστρέψει κοντά μας», λέει στην «Κ» η Κάτια Τερζοπούλου, 45 ετών. «Κάποια στιγμή επικοινωνώ με ένα γραφείο τελετών και το μόνο πράγμα που ακούω είναι “money, money”». Η Κάτια επικοινώνησε με το ελληνικό προξενείο στην Ινδονησία, από όπου ενημερώθηκε για τις διαδικασίες που πρέπει να τηρηθούν: μεταξύ άλλων, έκδοση πιστοποιητικού θανάτου, καταχώριση του θανάτου στο τοπικό ληξιαρχείο κ.ά. «Ακόμα και το νοσοκομείο ζητούσε χρήματα για να εκδώσει το πιστοποιητικό θανάτου και να πακετάρει τα προσωπικά του αντικείμενα. Το γραφείο τελετών μάς ζήτησε 5.800 δολάρια, στα οποία δεν περιλαμβάνεται το ψυγείο που υπολογίζεται σε 75 δολάρια την ημέρα, αλλά και τα έξοδα στο αεροδρόμιο στην Ελλάδα, ο εκτελωνισμός κ.λπ.». Η οικογένεια ήταν σε απόγνωση. «Είμαστε φτωχοί άνθρωποι, όλοι μαζί δεν συμπληρώνουμε έναν αξιοπρεπή μισθό», λέει. Η μητέρα της (βρισκόταν σε διάσταση με τον Δημήτρη, αλλά είχαν εξαιρετικές σχέσεις) έχει 81% αναπηρία, ενώ η ίδια εργάζεται part time σε ένα μεζεδοπωλείο.
«Θα με ρωτήσεις, και τι δουλειά είχε τότε στο Μπαλί», μονολόγησε. «Ηταν το όνειρό του, δεν μπορώ να το περιγράψω αλλιώς. Επί δεκαετίες τον ακούγαμε να μιλάει γι’ αυτό. Και σιγά σιγά μάζευε τα χρήματα. Τα εισιτήρια του τα έκλεισα εγώ τον Οκτώβριο. Βρήκαμε εισιτήριο μετ’ επιστροφής στα 700 ευρώ και ένα καλό και φθηνό ξενοδοχείο». Η Κάτια άρχισε να τα υπολογίζει. Πόσο καιρό πρέπει να δουλεύει για να βγάλει τα χρήματα που χρειάζονται για την επιστροφή του μπαμπά της; Ομως ποια άλλη επιλογή έχει; Να τον αφήσει εκεί;
Η λαχτάρα για τον μακρινό τόπο γεννήθηκε 30 χρόνια πριν και από τότε μάζευε σταδιακά τα χρήματα που απαιτούνταν για να τον επισκεφθεί.
Τότε αποφάσισε να «ακουμπήσει» στους Ελληνες της Ινδονησίας. Αρχικά εντόπισε τον Παναγιώτη Πεντεφράγκα, κάτοικο Τζακάρτας, ο οποίος ειδοποίησε τους Ελληνες του Μπαλί μέσω της ομάδας στο WhatsΑpp που έχει δημιουργήσει η ελληνική πρεσβεία στην Τζακάρτα. Αμέσως κινητοποιήθηκαν τρεις από τους παλαιότερους κατοίκους του νησιού, ο Αλέξης Φιλιππίδης, ο Σάκης Χατζόπουλος και ο Λεωνίδας Σπύρου, επιχειρηματίες που ζουν εδώ και πάνω από 20 χρόνια στο Μπαλί.
«Αναλάβαμε κατ’ αρχάς να πάμε στο νοσοκομείο και να αναζητήσουμε τα προσωπικά του είδη, αλλά και να φέρουμε εις πέρας την έκδοση του πιστοποιητικού θανάτου», λέει στην «Κ» ο κ. Σπύρου. Φυσικά ανέλαβαν την επικοινωνία με το τοπικό γραφείο κηδειών. Ηταν μεγάλη η ανακούφιση για την οικογένεια, ένιωσαν ότι δεν ήταν μόνοι. Κάπως έτσι, αποφάσισαν να γίνει η κηδεία του Δημήτρη στο Μπαλί και η σορός του να αποτεφρωθεί. «Σε συνεργασία με την πρεσβεία, αναλάβαμε την οργάνωση της κηδείας, που συνάντησε αρκετές δυσκολίες, όπως ότι δεν υπάρχει ορθόδοξο νεκροταφείο εδώ, και το καθολικό και το προτεσταντικό δεν το δέχονταν…».
Σε εμπόλεμη ζώνη
Η Κάτια ακόμα δεν μπορεί να πιστέψει το πώς ήρθαν τα πράγματα. «Νευριάζω με τον εαυτό μου που έβγαλα τα εισιτήρια. Από την άλλη, αν δεν τα είχα βγάλει, δεν θα είχε κάνει το όνειρό του πραγματικότητα. Ομως είναι τρελό. Πρόπερσι πήγε ως οδηγός στη Γάζα μεταφέροντας τρόφιμα. Ηταν σε εμπόλεμη ζώνη και δεν έπαθε τίποτα. Πήγε πρώτη φορά διακοπές και…».
Η καύση του Δημήτρη έγινε χθες στις 4 μ.μ. ώρα Μπαλί παρουσία ορθόδοξου ιερέα. «Ηταν αυτό που μπορούσε να βαστήξει η τσέπη μας», λέει η Κάτια. «Ζήτησα από τον Λεωνίδα να σκορπίσει τις στάχτες του στον ωκεανό. Σαν αδελφό μου τον νιώθω τώρα τον Λεωνίδα, το πιστεύεις;».

