Ο υπερβολικός φόρτος εργασίας, η πίεση και η ανασφάλεια είναι μερικοί μόνο από τους λόγους που προκαλούν στρες στον άνθρωπο. Αντίστοιχα, και τα ζώα έρχονται αντιμέτωπα με το στρες· οι κρότοι από τα πυροτεχνήματα το Πάσχα ή μια ξαφνική αλλαγή περιβάλλοντος αρκούν για να τα αναστατώσουν. Γνωρίζατε όμως ότι και τα φυτά στρεσάρονται; Και όταν συμβαίνει αυτό, ποια είναι η λύση; Μήπως θα έπρεπε να αναζητήσουμε «ψυχολόγους» για φυτά;
Σε αυτά τα ερωτήματα, αλλά και σε κρίσιμα ζητήματα που αφορούν την κλιματική κρίση και τη θωράκιση των ελαιώνων, κλήθηκαν να απαντήσουν ειδικοί και επιστήμονες στο 2ο Συνέδριο Natura Cretica, με τίτλο «Ελαιώνας – Ελαιόλαδο: Από το χωράφι στο ράφι», που διοργανώθηκε στο Ρέθυμνο.
«Oλοι οι ζωντανοί οργανισμοί έχουν στρες. Οπως έχουν οι ζωικοί οργανισμοί, έτσι έχουν και οι φυτικοί, απλώς η ελιά το εκδηλώνει με τον δικό της τρόπο», εξηγεί στην «Κ» ο γεωπόνος Γιώργος Λυβιάκης, εμπορικός διευθυντής της εταιρείας υδροπονίας IQ Crops. «Εμείς δεν βλέπουμε το στρες, βλέπουμε το αποτέλεσμα και την αντίδραση των φυτών», τονίζει.
Οι δύο παράγοντες
Οι παράγοντες που προκαλούν στρες χωρίζονται σε δύο βασικές κατηγορίες: τους βιοτικούς και τους αβιοτικούς. Οι βιοτικοί σχετίζονται με ζωντανούς οργανισμούς, όπως για παράδειγμα η επαφή του δέντρου με κάποιο έντομο. Οι αβιοτικοί παράγοντες, οι οποίοι είναι και οι συνηθέστεροι, προκαλούνται κυρίως εξαιτίας της αφυδάτωσης, των πολύ υψηλών ή χαμηλών θερμοκρασιών αλλά και από την έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία, επηρεάζοντας αρκετά την υγιή ανάπτυξη των δέντρων. Ολα αυτά, μάλιστα, φαίνεται πως είναι απότοκα και της κλιματικής κρίσης.
Υπάρχει κάτι που μπορεί να γίνει ώστε τα φυτά να αντιμετωπίσουν το στρες και εντέλει το «burnout»; «Για να αντιμετωπίσουν το στρες δαπανούν πάρα πολλή ενέργεια. Οταν ένα φυτό τείνει να αφυδατωθεί, το πρώτο πράγμα που κάνει είναι να μαζεύει τη φυλλική του επιφάνεια. Μικραίνει το φύλλο του και σταματάει την ανάπτυξή του, γιατί δεν μπορεί να υποστηρίξει περισσότερο φύλλωμα. Ετσι, μειώνει τη διαπνοή προκειμένου να κρατήσει το νερό. Σκεφτείτε για παράδειγμα ένα απλωμένο ρούχο πόσο πιο γρήγορα στεγνώνει σε αντίθεση με ένα τυλιγμένο», αναφέρει ο κ. Λυβιάκης. Τα δεδομένα που παρουσίασε ο καθηγητής Εδαφολογίας και Γεωργικής Χημείας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Διονύσης Γασπαράτος, είναι αποκαλυπτικά για το μέλλον. Από τη μελέτη των στοιχείων από τον καύσωνα του 2021 –τότε οι θερμοκρασίες άγγιξαν τους 46 βαθμούς Κελσίου για πολλές ημέρες– αποδείχθηκε ότι οι αυξημένες θερμοκρασίες δεν είναι πλέον εξαιρέσεις, αλλά η νέα κανονικότητα που δημιουργεί έντονο θερμικό και υγρασιακό στρες στην ελιά.
Μάλιστα, τα προγνωστικά μοντέλα που «τρέχουν» έως το 2050 δείχνουν μια ιστορική μεταβολή: η ελαιοκαλλιέργεια αρχίζει να κινείται προς τον βορρά και σε μεγαλύτερα υψόμετρα, αναζητώντας ευνοϊκότερες συνθήκες. «Κάποια στιγμή η Μακεδονία μπορεί να έχει καλύτερες συνθήκες από τις παραδοσιακές περιοχές του νότου», ανέφερε ο κ. Γασπαράτος.
«Μια άλλη πρόβλεψη η οποία ανησυχεί τους επιστήμονες δείχνει πως στη Μεσόγειο –το παγκόσμιο hotspot της κλιματικής κρίσης για την ελιά– η παραγωγικότητα του δέντρου κινδυνεύει να μειωθεί κατά 21% αν οδηγηθούμε σε περαιτέρω αύξηση της μέσης θερμοκρασίας», επισήμανε ο κ. Γασπαράτος.
Τα συχνά λάθη
Ωστόσο, οι παραγωγοί συχνά υποπίπτουν σε «εγκλήματα» από συνήθεια. Ο κ. Λυβιάκης ιεράρχησε ως το μεγαλύτερο τη νοοτροπία του παραγωγού να εστιάζει μόνο στην παραγωγή της χρονιάς. «Σε μια πολυετή καλλιέργεια αυτό είναι αδιανόητο. Το νούμερο ένα που πρέπει να σκέφτεται είναι η αειφορία του φυτικού κεφαλαίου». Ενα άλλο πολύ σημαντικό λάθος είναι η όψιμη συγκομιδή· η εσφαλμένη εντύπωση, δηλαδή, ότι όσο καθυστερεί το μάζεμα τόσο αυξάνεται η παραγωγή του λαδιού. «Το μεγαλύτερο σοκ για την ελιά είναι όταν η συγκομιδή της προηγούμενης χρονιάς έχει γίνει αργά», αναφέρει χαρακτηριστικά. Παράλληλα, το βαθύ όργωμα που πληγώνει τις ρίζες και η συνεχής χρήση ζιζανιοκτόνων στο χωράφι καίνε την οργανική ουσία του εδάφους.
Η λύση, σύμφωνα με τον κ. Γασπαράτο, βρίσκεται στην κυκλική οικονομία. Η χρήση του βιοεξανθρακώματος από τα κλαδέματα της ελιάς, η μειωμένη κατεργασία και η εδαφοκάλυψη με ψυχανθή μπορούν να θωρακίσουν το δέντρο και να εξοικονομήσουν χρήματα από την τσέπη του παραγωγού, μειώνοντας την ανάγκη για ακριβά χημικά λιπάσματα.
Σύμφωνα με τον κ. Λυβιάκη η Ελλάδα, με το ορεινό της ανάγλυφο, δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τις αχανείς πεδιάδες άλλων χωρών στην ποσότητα. Ετσι, λοιπόν, θεωρεί πως μονόδρομος είναι η άριστη ποιότητα. «Δεν μπορούμε να στοχεύουμε στην ποσότητα, αλλά στην ποιότητα που ξεκινάει από το χωράφι», είπε χαρακτηριστικά. Αν δεν αντιληφθούμε ότι το στρες του δέντρου επηρεάζει άμεσα τη γεύση του ελαιολάδου, «κινδυνεύουμε να χάσουμε το συγκριτικό μας πλεονέκτημα».

