Σήμερα, που οι απάτες με τις αγροτικές επιδοτήσεις μονοπωλούν συχνά πρωτοσέλιδα και εκφράζονται δικαιολογημένες αμφιβολίες σχετικά με το αν ένα βιολογικό προϊόν είναι πράγματι βιολογικό, αν ένα λάδι είναι όντως παρθένο, αν ένα προϊόν παρήχθη πράγματι στη σημανθείσα προστατευόμενη περιοχή, αποτελεί ισχυρό όπλο ένα εργαλείο που να μπορεί τεκμηριωμένα και αδιάβλητα να κάνει ορατό κάθε κρίκο της συχνά αόρατης διαδρομής του τροφίμου από το χωράφι στο ράφι, η οποία καθορίζει την ποιότητά του και να του προσδώσει την πραγματική του ταυτότητα.
Το εργαλείο αυτό, ένα πάντρεμα σύνθετων πρωτοποριακών τεχνολογιών, παρήχθη από το Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Συστημάτων Επικοινωνιών και Υπολογιστών (ΕΠΙΣΕΥ) του ΕΜΠ στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος Theros και έχει ήδη παραδοθεί. Λίγο πριν δοκιμάστηκε σε τέσσερις χώρες –Ελλάδα, Σερβία, Ισπανία και Τσεχία– φέρνοντας στο φως ασυνέπειες και απάτες. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια ολόκληρη εργαλειοθήκη, που φέρνει στο φως μέσα από έναν αόρατο μηχανισμό παρακολούθησης, ελέγχου και επιβεβαίωσης των δηλωθέντων τα πάντα – από τις καλλιεργητικές πρακτικές και τη μεταχείριση του εδάφους μέχρι τις συνθήκες αποθήκευσης και μεταφοράς των προϊόντων.
Ομως, πώς ακριβώς γίνεται αυτό; «Σε πρώτο στάδιο, ένας μικρός αλλά ισχυρός ειδικός φωτονικός αισθητήρας, που μοιάζει με μαγικό φακό, ακουμπάει πάνω σε φρούτα, άλευρα και χυμούς και μέσα σε δευτερόλεπτα αποκαλύπτει τι κρύβουν – τη σύσταση, την ποιότητα, την αυθεντικότητά τους. Κάνοντας χρήση μιας βιβλιοθήκης μοντέλων AI, αναλύει τα δεδομένα χωρίς να καταστρέφει το δείγμα, μετατρέποντας την κάθε μέτρηση σε ένα κομμάτι του “ψηφιακού αποτυπώματος” του προϊόντος» εξηγεί ο δρ Αγγελος Αμδίτης, επιστημονικός συντονιστής του έργου και διευθυντής Ερευνας και Ανάπτυξης του ΕΠΙΣΕΥ στο ΕΜΠ.


«Ταυτόχρονα, δορυφορικές εικόνες από το Copernicus Sentinel-2 χαρτογραφούν το χωράφι. Παρακολουθούν τις καλλιέργειες, την υγεία της βλάστησης, τις βιολογικές πρακτικές, ακόμη και μικρά τεμάχια γης που συνήθως ξεφεύγουν από τα μεγάλα συστήματα τηλεπισκόπησης. Σε άλλες περιπτώσεις το εργαστήριο βγαίνει “στον δρόμο” με μια φορητή εργαλειοθήκη DNA που επιτρέπει επιτόπιες γενετικές αναλύσεις των προϊόντων. Για παράδειγμα, στην πιλοτική δοκιμή στη Γαλικία της Ισπανίας, τα μύδια αποκάλυψαν την καταγωγή τους, όχι με χαρτιά, αλλά με τον ίδιο τον γενετικό τους κώδικα…», συνεχίζει.
«Ολες οι πληροφορίες –δορυφορικές εικόνες, IoT δεδομένα, μετρήσεις DNA από ειδικούς αισθητήρες μικροηλεκτρονικών συστημάτων, χειροκίνητα δεδομένα– εισάγονται σε μια πλατφόρμα όπου μια έξυπνη μηχανή επαλήθευσης τα μεταφράζει σε ένα ενιαίο μοντέλο που χρησιμοποιείται σε όλον τον κόσμο για την αναγνώριση, σήμανση, ιχνηλασιμότητα των προϊόντων και επιτρέπει σε επιχειρήσεις, εφοδιαστικές αλυσίδες και οργανισμούς να μιλούν την ίδια γλώσσα δεδομένων», εξηγεί η Δήμητρα Τσιάκου, Project Manager του έργου και ερευνήτρια στο I-SENSE Group του ΕΠΙΣΕΥ. Με βάση αυτό το μοντέλο χτίζεται ένα παγκοσμίως αναγνωρίσιμο ψηφιακό διαβατήριο του προϊόντος, που λειτουργεί ως barcode. Με τη βοήθεια της τεχνολογίας Blocκchain, τίποτα δεν μπορεί να αλλοιωθεί ή να διαγραφεί. Με συσκευές που συλλέγουν συνεχώς δεδομένα για τη θερμοκρασία, υγρασία και θέση των προϊόντων κατά τη μεταφορά και με ένα σύστημα φωτεινής σηματοδότησης, αποκαλύπτεται εάν η διαδρομή του προϊόντος είναι πράσινη, κίτρινη ή κόκκινη.
«Στην Ελλάδα και στη Σερβία, ο στόχος μας ήταν να αξιοποιήσουμε δορυφορικά δεδομένα και ειδικούς αισθητήρες για να εντοπίσουμε πιθανές ασυμφωνίες στις πρακτικές βιολογικής καλλιέργειας, δείχνοντας πώς τέτοιες τεχνολογίες μπορούν να αποτελέσουν ένα σημαντικό εργαλείο για την ενίσχυση της αξιοπιστίας των ελέγχων. Στην Ισπανία, το φορητό DNA kit πέτυχε άνω του 95% ακρίβεια στην ταυτοποίηση μυδιών Γαλικίας. Στην Τσεχία, ο συνδυασμός διαφορετικών εργαλείων επέτρεψε την πλήρη διαφάνεια στη μεταφορά και αυτόματη έκδοση ψηφιακών πιστοποιητικών», αναφέρει η κ. Τσιάκου.
Η κοινοπραξία του Theros αποτελείται από 17 Ευρωπαίους εταίρους από επτά χώρες και συνεργάστηκε με το ΑΠΘ, το ΕΚΕΤΑ και φορείς πιστοποίησης βιολογικών προϊόντων. «Σε μια οικονομία όπου ο πρωτογενής τομέας αγροτικής παραγωγής αποτελεί πυλώνα ταυτότητας και εξαγωγικής δύναμης, η αξιοποίηση αυτών των λύσεων –των αισθητήρων, των αναλύσεων DNA, των δεδομένων τηλεπισκόπησης και βεβαίως του ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος– αποτελεί μια αναγκαία στροφή προς μια πιο διαφανή, ανταγωνιστική και δίκαιη αγορά. Και αυτή η μετάβαση μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από τη δημιουργία ενός ισχυρού οικοσυστήματος συνεργασίας, όπου παραγωγοί, τεχνολόγοι, ελεγκτικοί φορείς και θεσμοί συνδιαμορφώνουν κοινά πρότυπα και αξιόπιστες αλυσίδες αξίας», καταλήγει ο δρ Αμδίτης.

