«ΕΙΜΑΙ Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ των παλαιών της ομάδας», μας συστήνεται ο κύριος Τζον Προκοπιάδης, από τη μακρινή ήπειρο της Αυστραλίας. Διανύει το 90ό έτος της ζωής του. Προκοπιάδης από το Προκόπι της Καππαδοκίας, οι γονείς του ήρθαν στην Αυστραλία το 1922 κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή. «Είμαι πολύ περήφανος για την ελληνική μου καταγωγή, όπως είμαι πολύ περήφανος και για την αυστραλιανή υπηκοότητα», θα πει για να ξεκινήσει.
Παρ’ όλα τα χρόνια του, θυμάται σαν χθες τη γέννηση της πρώτης ομάδας του απόδημου Ελληνισμού της Αυστραλίας. «Ξεκίνησα στον Πανελλήνιο μαζί με τον συγχωρεμένο τον κουνιάδο μου, ο οποίος έγινε μετά και αντιπρόεδρος της ομάδας», θα πει, για να μας πάει ένα μακρινό ταξίδι πίσω στον χρόνο, στην εποχή που γεννήθηκε ο Πανελλήνιος, προκειμένου να παρηγορήσει τον καημό της ξενιτιάς.

Με τη Sydney Olympic, όπως αποκαλείται σήμερα, να επιστρέφει μετά από χρόνια στο επίσημο αυστραλιανό πρωτάθλημα στη Β’ Κατηγορία, ο κύριος Προκοπιάδης ελπίζει σε καλύτερες μέρες για την ελληνική ομάδα που έχει σημαδέψει τον Ελληνισμό της Αυστραλίας έχοντας περάσει διά πυρός και σιδήρου. «Παρά τις ήττες, θυμάμαι μόνο τις καλές στιγμές», λέει με αισιοδοξία. «Θα ανατρέξω στο αρχείο μου, θα βρω τις φωτογραφίες και θα πω στον εγγονό μου, τον Μανώλη, να σας τις στείλει», διαβεβαιώνει. «Εχω τέσσερα εγγόνια και είναι όλοι οπαδοί της Sydney Olympic», λέει υπερήφανος. Είναι νύχτα πλέον στο Σίδνεϊ και ο κύριος Προκοπιάδης πριν κοιμηθεί θα μας αφηγηθεί την ιστορία της ομάδας.

Η ΕΝΩΣΗ
«Ηταν 25 Νοεμβρίου του 1957, πριν από 68 χρόνια, όταν πραγματοποιήθηκε η πρώτη συνάντηση στο σπίτι του Χρήστου Γιαννακούλια στην Αλεξάνδρεια, ένα προάστιο του Σίδνεϊ. Παρόντες ήταν οι Ηλίας Μιχαλόπουλος, Γιώργος Λαγουδάκος, Εμμανουήλ Καρράς, Δημήτρης Βλάχος, Στηβ Παπαγεωργίου και άλλοι πολλοί. Εκείνη την εποχή, υπήρχαν αρκετές ελληνικές ποδοσφαιρικές ομάδες στο Σίδνεϊ, όπως οι Astro, Atlas, Παν-Σαμιακός, Ταξιάρχης, ο κάθε τόπος είχε και την ομάδα του», θυμάται με νοσταλγία.
Ο κύριος Προκοπιάδης εξηγεί πώς αποφασίστηκε τότε να ενωθούν όλες οι ομάδες και να γίνουν μία, και να ενταχθούν στη νεοσύσταση Ομοσπονδία Ποδοσφαιρικών Συλλόγων της Νέας Νότιας Ουαλίας. «Σε αυτή τη συνάντηση συμφώνησαν να υιοθετήσουν το όνομα Πανελλήνιος για να φορούν τις μπλε και άσπρες κάθετες ρίγες και να είναι ένας αντιπροσωπευτικός σύλλογος για όλους τους Eλληνες του Σίδνεϊ. Μπλε και λευκό σαν την ελληνική σημαία, για να μη θεωρηθεί ότι ευθυγραμμίζεται η ομάδα με το όνομα ή τα χρώματα οποιουδήποτε αθλητικού συλλόγου στην Ελλάδα, ούτε ότι τοποθετείται με κάποια συγκεκριμένη πολιτική πλευρά ούτε ότι αντιπροσωπεύει κάποια συγκεκριμένη ελληνική περιοχή.
Είναι το μέρος όπου ξένοι έγιναν φίλοι για μια ζωή, όπου σύζυγοι γνώρισαν τις συζύγους τους, όπου παππούδες έφερναν τα εγγόνια τους. Ζήσαμε χρόνια γεμάτα με θριάμβους αλλά και καταστροφικές στιγμές, σκέψεις για το αν αυτό ήταν το τέλος του δρόμου.
Το όνομα Πανελλήνιος επιλέχθηκε γιατί θα αγκάλιαζε όλους τους Ελληνες, είτε ήταν μετανάστες από την Ελλάδα είτε από την Κύπρο, Ελληνες που γεννήθηκαν στο Σίδνεϊ, Ελληνες που ήρθαν από την Αίγυπτο, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, τη Γιουγκοσλαβία, τη Βόρεια Ηπειρο, την Κωνσταντινούπολη, τη Μικρά Ασία ή τον Πόντο. «Από την αρχή όλοι ήταν ευπρόσδεκτοι», λέει ο κύριος Τζον. «Είναι το μέρος όπου ξένοι έγιναν φίλοι για μια ζωή, όπου σύζυγοι γνώρισαν τις συζύγους τους, όπου παππούδες έφερναν τα εγγόνια τους. Ζήσαμε χρόνια γεμάτα με θριάμβους αλλά και καταστροφικές στιγμές, σκέψεις για το αν αυτό ήταν το τέλος του δρόμου», λέει με λύπη.

ΚΑΘΕ ΚΥΡΙΑΚΗ
«Στο Σίδνεϊ έως και οι Σαμιώτες είχαν ομάδα», θυμάται και ο κύριος Κώστας Βερτζάγιας, γιος του Διονυσίου Βερτζάγια, ιστορικού στελέχους της ομάδας, με καταγωγή από την Αίγυπτο. Ο πατέρας του, όπως λέει στην «Κ», ήταν ναυτικός και υπηρετούσε με τον βρετανικό στόλο. «Οταν προσάραξαν στην Αυστραλία τσακώθηκε με τον πλοίαρχο και αποφάσισε να μείνει. Ξεκίνησε για την Αίγυπτο και βγήκε στο Σίδνεϊ. Του είπαν και φίλοι του τότε πως εδώ θα του έβρισκαν και γυναίκα να τον παντρέψουν. Ετσι και έγινε. Του βρήκαν τη μητέρα μου, που ήταν από το Καστελλόριζο. Ο πατέρας μου πούλησε ως και το σπίτι του για την ομάδα, τέτοια αγάπη είχε. Ηταν στο συμβούλιο από την αρχή, από το 1957. Ολα αυτά τα χρόνια, κάθε Κυριακή ήταν στο γήπεδο. Ο Ελληνας δούλευε από τη Δευτέρα έως την Παρασκευή και περίμενε πώς και πώς να έρθει η Κυριακή να πάει να δει τον Πανελλήνιο. Ηταν ο θεός του», διηγείται ένα απόγευμα από το σπίτι του στο Σίδνεϊ.
Ο Ελληνας δούλευε Δευτέρα-Παρασκευή και περίμενε πώς και πώς να έρθει η Κυριακή για να πάει να δει τον Πανελλήνιο. Ηταν ο θεός του.
Οι εθνικοί ανταγωνισμοί ήταν και αυτοί μέσα στο παιχνίδι. «Οταν έπαιζαν οι Ιταλοί με τους Ελληνες μπορούσαν να προσελκύσουν 15 με 16 χιλιάδες κόσμο. Ηταν ρεκόρ για τα δεδομένα της Αυστραλίας. Γιατί το εθνικό σπορ Αυστραλίας είναι το ράγκμπι και όχι το ποδόσφαιρο. Ξετρελάθηκαν με την μπάλα όμως οι Αυστραλοί», αναπολεί εκείνες τις μέρες. Ο ίδιος μεγάλωσε μέσα στο γήπεδο. Κάθε Κυριακή πήγαινε με τον πατέρα του. Ηταν το παιδί που μάζευε την μπάλα. Θυμάται πως όταν ο διαιτητής σφύριζε κάτι εναντίον του Πανελληνίου, οι Ελληνες οπαδοί θύμωναν. «Σε ένα παιχνίδι που σφύριξε κάτι που δεν τους άρεσε, θύμωσαν οι φίλαθλοι και ξεχύθηκαν μέσα στο γήπεδο. Εγινε χαμός, άσχημη εικόνα για την ομάδα. Να φανταστείτε, ένας από τους λόγους που αλλάξαμε το όνομα της ομάδας σε Sydney Olympic ήταν και τα προβλήματα που είχαν τότε οι διάφορες εθνικότητες μεταξύ τους, οι Σέρβοι με τους Κροάτες, οι Σκοπιανοί με εμάς. Ηρθε τότε η αυστραλιανή κυβέρνηση και υποχρέωσε τις ομάδες να αλλάξουν τα εθνικά τους ονόματα», εξηγεί.

«Ο ΓΙΓΑΝΤΑΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΞΥΠΝΗΣΕ ΠΟΤΕ»
«Η ελληνική ομάδα έκανε τους κύκλους της», περιγράφει στην «Κ» ο ελληνικής καταγωγής συγγραφέας, Βασίλειος Βασίλας, ο οποίος στη βιβλιογραφία του ασχολείται με τον Ελληνισμό της Αυστραλίας. «Ο γίγαντας δεν ξύπνησε ποτέ», τονίζει για να περιγράψει τον καημό της ομάδας που δεν έφτασε ποτέ εκεί που ήθελε. Από αυτή τη φράση εμπνεύστηκε και το βιβλίο του, το οποίο καταγράφει την ιστορία της ομάδας.«Ο πρώτος κύκλος ήταν οι μετανάστες», συνεχίζει. «Οι μετανάστες δημιούργησαν τον Πανελλήνιο σαν έκφραση του Ελληνισμού, βρέθηκαν στην άλλη άκρη του κόσμου και ήθελαν παρηγοριά. Είχαν, ας πούμε, τα μπουζούκια, την εκκλησία, τον κινηματογράφο και το ποδόσφαιρο. Ηταν τέλη της δεκαετίας του 1950 και δεν υπήρχε τότε ποικιλία για να βρει κανείς κάτι ελληνικό. Ο Πανελλήνιος ήταν η σημαία της παροικίας μας».

Οπως εξιστορεί στην «Κ» ο κύριος Βασίλας, η ομάδα από το 1957 έως το 1959 έπαιζε στο πολιτειακό πρωτάθλημα. Κέρδισε το Κύπελλο, πέρασε στο εθνικό πρωτάθλημα και ανέβηκε κατηγορία. «Για να ανεβάσουν το επίπεδο του ποδοσφαίρου εισήγαγαν παίκτες χωρίς περιορισμούς και έτσι ο Πανελλήνιος έκανε εισαγωγή παικτών από την Ελλάδα. Αντίστοιχα και οι Ιταλοί έκαναν εισαγωγή παικτών από την Ιταλία. Ηταν σαν να είχαμε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο εδώ στο Σίδνεϊ. Κάθε εθνικότητα, κάθε ομάδα μεταναστών, είχε την ομάδα της. Και η κάθε ομάδα είχε παίκτες από τον τόπο της. Υπήρχε ένας μεγάλος ενθουσιασμός όποτε ερχόταν ένας νέος παίκτης από την Ελλάδα. Τότε ο ύμνος μας, πριν γραφτεί ύμνος για την ομάδα, ήταν “Τα παιδιά του Πειραιά” του Μάνου Χατζιδάκι. Πολύ πετυχημένη μεταγραφή ήταν, για παράδειγμα, ο Σωτήρης ο Πατρινός. Εκανε κάπου 10 χρόνια στην ομάδα. Ή ο Αγγελος Μαυρόπουλος. Μετά όμως δεν μπορούσαμε να φέρουμε πια όσους παίκτες θέλαμε. Εθεσαν όρια. Και έτσι άλλαξε το τοπίο. Ηταν πιο φτηνό και εύκολο να φέρουμε Αγγλους παίκτες», λέει αναφερόμενος στην… κατολίσθηση της ομάδας.
Υπήρχε ένας μεγάλος ενθουσιασμός κάθε φορά που ερχόταν ένας νέος παίκτης από την Ελλάδα. Τότε ο ύμνος μας ήταν “Τα παιδιά του Πειραιά” του Μάνου Χατζιδάκι.
Ο κύριος Βασίλας εξηγεί πως παράλληλα με την αδυναμία να εισαγάγουν Ελληνες παίκτες αρχίζουν και οι πρώτες προστριβές στην ομάδα και λαμβάνει χώρα μια μεγάλη διάσπαση. «Αλλαξαν τα πράγματα, η ομάδα δεν πήγαινε τόσο καλά πια. Το 1976 η ομάδα χρεοκοπεί. Οι παλιοί που ξεκίνησαν την ομάδα χάνουν τις εκλογές και την εξουσία, με τους καινούργιους να θέλουν αυτή να πάρει μια πιο επαγγελματική μορφή, βάζοντας επενδυτές». «Οταν το Εθνικό Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου αντικαταστάθηκε από την Αυστραλιανή Λίγκα Ποδοσφαίρου το 1977, η τοπική εφημερίδα ποδοσφαίρου Soccerworld κατέταξε όλους τους συλλόγους ανάλογα με τις νίκες και τις ήττες τους. Ο Πανελλήνιος κατατάχθηκε 5ος. Και δεν μπήκε στην Λίγκα, υποβαθμίστηκε».
Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΟΜΑΔΑΣ
Το 1976 ο σωτήρας για τα χρέη του Πανελληνίου ήταν η Sydney Olympic. Με τη δημιουργία της νέας ομάδας όλα τα χρέη και τυχόν νομικές διαδικασίες τέθηκαν στην άκρη για τη νέα αρχή και ο σύλλογος θα ενταχθεί στο νέο Εθνικό Πρωτάθλημα που θα ξεκινούσε το 1977. «Η μετάβαση από τη γενιά των Ελλήνων μεταναστών στα παιδιά τους που γεννήθηκαν στην Αυστραλία αντανακλούσε την κατάρρευση του Πανελληνίου και τη γέννηση της νέας ομάδας», εξηγεί ο συγγραφέας. «Με το όνομα Sydney Olympic, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία οπαδοί μπορούσαν ακόμα να ταυτιστούν με την ελληνική τους καταγωγή, ενώ οι νεότεροι οπαδοί μπορούσαν να συνδέσουν την τοπογραφική σημασία της γενέτειράς τους, του Σίδνεϊ».


Ο παλαίμαχος ποδοσφαιριστής και νυν μέλος του διοικητικού συμβουλίου Πήτερ Καθόλος θυμάται τη δεκαετία του ’80, όταν νέος ακόμη έπαιζε για τη Sydney Olympic, σαν να είναι σήμερα. «Ηρθαμε εδώ πέρα. Φτώχεια. Ο πατέρας μου δούλευε σε ένα εργοστάσιο με μπαταρίες. Επαιζα μπάλα από μικρός. Ενα φεγγάρι έπαιξα και στην Ελλάδα, στη Λάρισα. Η νέα γενιά δεν ακολουθεί την ομάδα όπως εμείς. Επεσε στη δεύτερη κατηγορία, ο κόσμος έχασε το ενδιαφέρον του. Παρ’ όλα αυτά, όλοι οι Ελληνες κάθε Κυριακή περιμένουν να δουν το σκορ της ομάδας. Προσπαθούμε να ξαναγεννηθούμε. Ανεβήκαμε κατηγορία. Ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου θέλω να βοηθήσω να κρατηθεί η ταυτότητά μας. Πρέπει να βρούμε παίκτες. Να φέρουμε Ελληνόπουλα. Να συνδεθούμε με τις νέες γενιές. Θέλουμε να πιστεύουμε πως η ομάδα θα ανέβει στα ύψη που ήταν μια φορά και έναν καιρό», τοποθετείται.

Σε μια νεότερη γενιά ανήκει και ο πρώην παίκτης της ομάδας, Γουίλ Εϊντζελ, η αλλιώς Γουίλιαμ Παπαγγελόπουλος, ο οποίος έπαιξε 258 παιχνίδια ωσότου αποσύρθηκε το 2023. Ο Γουίλ, ο οποίος παίζει μπάλα από τα 11, θυμάται ακόμη τον παππού του, Λεωνίδα, που ήρθε στην Αυστραλία στις αρχές της δεκαετίας του 1930. «Γεννήθηκε το 1901 και υπηρέτησε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το όνομά του ήταν Παπαγγελόπουλος, αλλά έπρεπε να το συντομεύσει σε Αγγελος (Angel). Οι παππούδες μου από την πλευρά της μητέρας μου ήρθαν αργότερα, αλλά ήταν και αυτοί από την Πελοπόννησο», εξηγεί τις ρίζες της οικογενείας του.

«Ολοι οι Ελληνες υποστήριζαν τη Sydney Olympic. Και εγώ ακολούθησα κατά κάποιον τρόπο την οικογενειακή παράδοση. Τον πατέρα μου. Τους παππούδες μου. Είναι αρκετά συναισθηματικό για εμάς, τα παιδιά, τα εγγόνια», λέει, αν και παραδέχεται πως πλέον δεν τηρούν τόσο πιστά τις ελληνικές παραδόσεις. «Ωστόσο, το ποδόσφαιρο είναι ποδόσφαιρο, δεν αλλάζει. Η Sydney Olympic είναι η ομάδα μας. Ηταν και θα είναι», λέει γελώντας.

ΜΕ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΣΤΗΝ Α΄ ΕΘΝΙΚΗ
Στο παρόν θα μας επαναφέρει ο τωρινός πρόεδρος της ομάδας, Ντέιμον Χάνλιν, με καταγωγή από την Κάλυμνο. «Προσπαθώ όσο πιο σκληρά μπορώ να αντιπροσωπεύει η ομάδα την ελληνική κοινότητα. Θέλω να πω σίγουρα υπάρχουν στοιχεία του συλλόγου που σίγουρα το αντιπροσωπεύουν αυτό ακόμα και στα λογότυπά μας και στις στολές μας», λέει στην «Κ» επιμένοντας στην ελληνική ταυτότητα της ομάδας και την ιστορία της. «Και πολλοί οπαδοί είναι ελληνικής καταγωγής, όπως άλλωστε και εγώ ο ίδιος. Την Ελλάδα την έχουμε μέσα μας. Ο πατέρας μου, ο Νικ Χατζημανώλης, με δίδαξε πολλά πράγματα. Ενα από αυτά ήταν η σπογγαλιεία, την οποία δεν ξέρω γιατί μου τη δίδαξε, αλλά προφανώς έτρεχε στο αίμα του».

«Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια προωθώ επίσης ένα πιο διεθνές προφίλ της ομάδας. Πρέπει να διευρύνουμε τους ορίζοντες επειδή πολλοί από τους μεγαλύτερους σε ηλικία Ελληνες οπαδούς δεν είναι κοντά μας πια, ενώ άλλοι δεν μπορούν να έρχονται πλέον στο γήπεδο», τονίζει τη σημασία η ομάδα να ανανεωθεί για να μπορέσει να επιβιώσει. «Εχουμε λοιπόν ένα διαφορετικό δημογραφικό κοινό που παρακολουθεί το παιχνίδι και προσπαθούμε να προσελκύσουμε μεγαλύτερη βάση οπαδών».
Είναι συναρπαστικό. Είμαστε μετά από χρόνια ξανά στο πρωτάθλημα, μέσα στο παιχνίδι. Και καθώς το ποδόσφαιρο σαν σπορ κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος στην Αυστραλία, η ομάδα έχει μια δεύτερη ευκαιρία. Αυτή είναι η δεύτερη ευκαιρία μας.
«Τα τελευταία 20 χρόνια η ομάδα απλώς επιβίωνε, αλλά πρόσφατα αναβαθμιστήκαμε σε μια νέα κατηγορία, ας πούμε σε μια Β’ Εθνική. Δεν ήταν μέσω νίκης, ήταν μέσω μιας σειράς ελέγχων από την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Αυστραλίας, ήμασταν μία από τις οκτώ ομάδες που επιλέχθηκαν. Και αυτό είναι συναρπαστικό. Είμαστε μετά από χρόνια ξανά στο πρωτάθλημα, μέσα στο παιχνίδι. Και καθώς το ποδόσφαιρο σαν σπορ κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος στην Αυστραλία, η ομάδα έχει μια δεύτερη ευκαιρία. Αυτή είναι η δεύτερη ευκαιρία μας», λέει με αισιοδοξία.

