Μια αυξανόμενη στροφή προς την προληπτική υγειονομική περίθαλψη, την εξατομικευμένη ιατρική και τις φυσικές θεραπείες παρατηρείται σε διεθνές επίπεδο. Και αυτό καθώς όλο και περισσότεροι ασθενείς και πάροχοι υγειονομικής περίθαλψης αναζητούν λύσεις που συνδυάζουν την επιστημονική έρευνα με ολιστικές – εναλλακτικές και ταυτόχρονα οικονομικά βιώσιμες θεραπείες. Η τάση αυτή καταδεικνύει την ανάγκη για ειδικευμένους επαγγελματίες που μπορούν να κατανοήσουν τόσο το βιολογικό υπόβαθρο της υγείας όσο και τις πρακτικές που σχετίζονται με τη φυτοθεραπευτική (βοτανική) και ολιστική ιατρική. Στο πλαίσιο αυτό δημιουργήθηκε το διεθνές μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Ολιστική Υγεία και Βοτανική Φαρμακευτική» σε συνεργασία του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, ως συντονιστή, και του Purdue University, το οποίο ιδρύθηκε το 1869 και είναι από τα κορυφαία δημόσια, ερευνητικά πανεπιστήμια στις Ηνωμένες Πολιτείες.
«Το πρόγραμμα προσφέρει τη μοναδική δυνατότητα απόκτησης δύο διεθνών μεταπτυχιακών τίτλων, συνδυάζοντας την ευρωπαϊκή και την αμερικανική ακαδημαϊκή εμπειρία. Στον πυρήνα του προγράμματος βρίσκεται η γεφύρωση της παραδοσιακής ιατρικής και εθνοβοτανικής γνώσης με τις σύγχρονες βιοϊατρικές επιστήμες», παρατηρεί, μιλώντας στην «Κ», ο Σπύρος Κίντζιος, πρύτανης του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών και επιστημονικός υπεύθυνος του προγράμματος. «Το πρόγραμμα γεννήθηκε ακριβώς στη διασταύρωση αυτών των δύο πεδίων: από την ανάγκη να συνδεθεί η βαθιά κατανόηση της βιολογίας της υγείας και της νόσου με την επιστημονική μελέτη της διατροφής και των φυσικών προϊόντων. Επιλέξαμε το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών γιατί αποτελεί έναν εξαιρετικά αξιόπιστο και διεθνώς αναγνωρισμένο εταίρο σε αυτούς τους τομείς, με μακρά παράδοση και ισχυρή ερευνητική δραστηριότητα», δήλωσε, από την πλευρά της, στην «Κ» η Ελληνίδα Πέρη Πάσχου, καθηγήτρια και πρόεδρος Τμήματος Βιολογικών Επιστημών του Purdue, το οποίο αποτελεί κεντρικό πυλώνα της ερευνητικής και εκπαιδευτικής αποστολής του πανεπιστημίου.
«Στόχος του προγράμματος είναι να εκπαιδεύσει επιστήμονες που μπορούν να κατανοούν την υγεία και τη νόσο με έναν ολοκληρωμένο τρόπο, συνδυάζοντας τη σύγχρονη βιολογία με παράγοντες όπως η διατροφή, το περιβάλλον και τα φυσικά προϊόντα. Οι φοιτητές αναπτύσσουν και μια διεπιστημονική οπτική που είναι όλο και πιο απαραίτητη σήμερα», προσθέτει η κ. Πάσχου (φωτ.).
Σύμφωνα με τον κ. Κίντζιο, από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα του προγράμματος είναι ότι οδηγεί σε δύο μεταπτυχιακούς τίτλους, από δύο διαφορετικά ακαδημαϊκά συστήματα, των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Αυτό προσφέρει στους αποφοίτους ένα ιδιαίτερα ανταγωνιστικό προφίλ και τους ανοίγει δρόμους σε τομείς όπως η βιοτεχνολογία, η φαρμακευτική βιομηχανία, η δημόσια υγεία και η έρευνα. Η διεθνής διάσταση του προγράμματος ενισχύεται μέσω της συμμετοχής διδακτικού προσωπικού από την Ευρώπη, τις ΗΠΑ και την Ασία, καθώς και μέσω κοινών ερευνητικών δράσεων και διαλέξεων από το Purdue.
«Η συνεργασία προέκυψε μέσα από τη συμπληρωματικότητα των δύο ιδρυμάτων. Το Purdue έχει ισχυρή παράδοση στις σύγχρονες βιολογικές επιστήμες, όπως η γενετική, η μικροβιολογία και η βιοπληροφορική, ενώ το Γεωπονικό διακρίνεται διεθνώς στους τομείς της διατροφής, των φυσικών προϊόντων και της φαρμακογνωσίας. Το πρόγραμμα γεννήθηκε ακριβώς στη διασταύρωση αυτών των δύο πεδίων. Ευρύτερα για το πανεπιστήμιό μας η εξωστρέφεια αποτελεί βασική στρατηγική επιλογή. Σημαίνει ουσιαστικές διεθνείς συνεργασίες που ανοίγουν νέους ορίζοντες στην εκπαίδευση και στην έρευνα και φέρνουν τα προγράμματά μας πιο κοντά σε φοιτητές από όλο τον κόσμο. Αυτό επιτυγχάνεται μέσα από τη συνεργασία με κορυφαία ιδρύματα σε όλο τον κόσμο, την ανάπτυξη κοινών προγραμμάτων σπουδών και διπλών πτυχίων, αλλά και την αξιοποίηση της ψηφιακής εκπαίδευσης, που επιτρέπει την πρόσβαση σε φοιτητές ανεξαρτήτως γεωγραφίας. Το συγκεκριμένο πρόγραμμα αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της προσέγγισης», τονίζει η κ. Πάσχου.
Βέβαια, το Purdue έχει αναδείξει την Ελλάδα στρατηγικό εταίρο στο πλαίσιο της διεθνούς ανάπτυξής του, προχωρώντας τα τελευταία χρόνια σε σειρά συνεργασιών με ελληνικά ΑΕΙ. Σε αυτό συμβάλλουν και οι καθηγητές του, οι οποίοι ανήκουν στην ελληνική διασπορά. «Διαδραματίζουμε συχνά έναν ουσιαστικό ρόλο στην ενίσχυση της εξωστρέφειας των ελληνικών ΑΕΙ, λειτουργώντας ως γέφυρες με ισχυρά διεθνή ακαδημαϊκά δίκτυα και συμβάλλοντας σε συνεργασίες με πραγματικό αντίκτυπο. Η συμβολή μας δεν περιορίζεται σε κοινά προγράμματα ή ερευνητικές συνεργασίες, αλλά επεκτείνεται στη μεταφορά τεχνογνωσίας, στη διασύνδεση φοιτητών με διεθνείς ευκαιρίες και στη διαμόρφωση μιας πιο εξωστρεφούς ακαδημαϊκής κουλτούρας. Είναι, με έναν τρόπο, και η δική μας προσπάθεια να επιστρέψουμε στην Ελλάδα όσα μας έχει προσφέρει. Το ζητούμενο είναι οι συνεργασίες αυτές να έχουν διάρκεια και ουσία – και το συγκεκριμένο πρόγραμμα ξεκινάει ακριβώς με αυτές τις προδιαγραφές», αναφέρει η κ. Πάσχου.
Ευέλικτη δομή
Το πρόγραμμα έχει σχεδιαστεί με ευέλικτη δομή, ώστε να ανταποκρίνεται τόσο στις ανάγκες νέων επιστημόνων όσο και επαγγελματιών. Προσφέρεται σε πλήρη φοίτηση διάρκειας τριών εξαμήνων (1,5 έτος), με υβριδικές μεθόδους διδασκαλίας που συνδυάζουν διά ζώσης και εξ αποστάσεως εκπαίδευση, συμπεριλαμβανομένων των εργαστηριακών ασκήσεων σε πρότυπες πιλοτικές μονάδες στον Κόμβο Καινοτομίας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου στα Σπάτα. Παράλληλα, υπάρχει η δυνατότητα παρακολούθησης επιμέρους μαθημάτων ως πιστοποιημένη επαγγελματική κατάρτιση, ενισχύοντας την ευελιξία και τη διά βίου μάθηση.

