Ο πρώτος διαγωνισμός PISA του ΟΟΣΑ οργανώθηκε το 2000. Ο διαγωνισμός αξιολογεί το επίπεδο των μαθητών στο τέλος του γυμνασίου στα μαθηματικά, στην κατανόηση κειμένου και στις φυσικές επιστήμες, δηλαδή σε τρία γνωστικά αντικείμενα πολύ βασικά για έναν μαθητή που ολοκληρώνει τη βασική υποχρεωτική εκπαίδευση. Από το 2000 η Ελλάδα δεν έχει ξεκολλήσει από το τέλμα της μετριότητας. Κάθε φορά που ανακοινώνονταν τα αποτελέσματα –ο διαγωνισμός διεξάγεται κάθε τρία έτη– οι εκάστοτε υπουργοί Παιδείας δήλωναν θορυβημένοι έως ότου κοπάσει ο επικοινωνιακός κουρνιαχτός. Τίποτε δεν γινόταν επί της ουσίας μέσα στο σχολείο.
Μάλιστα, οι εκπαιδευτικοί εμφανίζονταν κάθετα αρνητικοί. Μεγάλη πανελλαδική μελέτη για λογαριασμό του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ) σε εκπαιδευτικούς, την οποία παρουσιάζει η «Κ», αποκαλύπτει ένα σύνθετο τοπίο, που ανατρέπει όσα πιστεύαμε έως τώρα: οι εκπαιδευτικοί δεν γνωρίζουν πολλά για τον διαγωνισμό PISA, θέλουν να μάθουν, αλλά δεν έχουν τα κατάλληλα κανάλια πληροφόρησης, ενώ φαίνεται να κυριαρχούν ανάμεσά τους και αρκετές λανθασμένες εντυπώσεις. Οσο για το ποιος φταίει για τα μέτρια αποτελέσματα της Ελλάδας; Οι εκπαιδευτικοί δεν ψέγουν τον εαυτό τους, αλλά τη δομή και την κουλτούρα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, που δεν υιοθετεί τη φιλοσοφία του PISA.
Το διεθνές Programme for International Student Assessment οργανώθηκε για πρώτη φορά το 2000. Οπως λέει ο ΟΟΣΑ, ο στόχος του διαγωνισμού PISA δεν είναι να συγκρίνει και να αξιολογήσει τα αναλυτικά προγράμματα των χωρών, αλλά να αξιολογήσει τις γνώσεις και τις δεξιότητες οι οποίες θεωρούνται –από ειδικούς από τις συμμετέχουσες χώρες– οι πλέον σημαντικές για την επιτυχή ένταξη των μαθητών στη σύγχρονη κοινωνία.
Στη μέση και κάτω
Οι Ελληνες μαθητές από την αρχή του διαγωνισμού είχαν χαμηλές επιδόσεις. Το 2000, σε 31 χώρες, η Ελλάδα κατετάγη 25η στην κατανόηση κειμένου, 25η στις φυσικές επιστήμες και 28η στα μαθηματικά. Στον διαγωνισμό του 2003, σε 41 χώρες, αξιολογήθηκε 30ή στην κατανόηση κειμένου, 30ή στις φυσικές επιστήμες, 32η στα μαθηματικά. Και πάει λέγοντας… Στον προτελευταίο διαγωνισμό, του 2022 με συμμετοχή 81 χωρών, η χώρα μας κατετάγη 41η στην κατανόηση κειμένου, 44η στις φυσικές επιστήμες και επίσης 44η στα μαθηματικά. Τα αποτελέσματα του τελευταίου διαγωνισμού, το 2025, θα ανακοινωθούν τον προσεχή Σεπτέμβριο.
Στην πανελλαδική έρευνα (πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος PiSA4U από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων με επιστημονικό υπεύθυνο τον Αναστάσιο Εμβαλωτή, καθηγητή στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του ιδρύματος) μετείχαν 1.621 εκπαιδευτικοί και 100 σύμβουλοι Παιδαγωγικής Ευθύνης. Η έρευνα αποκαλύπτει το εξής παράδοξο: έξι στους δέκα εκπαιδευτικούς ενδιαφέρονται για την αξιοποίηση του PISA, αλλά μόνο ένας στους τέσσερις νιώθει επαρκώς ενημερωμένος.
Συγκεκριμένα το 48,3% των εκπαιδευτικών δηλώνει ότι ενδιαφέρεται «πολύ» ή «πάρα πολύ» για να μάθει περισσότερα για τον PISA, αριθμός που εκτοξεύεται στο 82% για τους συμβούλους εκπαίδευσης. Εντούτοις, μόλις ένας στους τέσσερις αισθάνεται ότι γνωρίζει καλά την έρευνα. Η κύρια πηγή ενημέρωσης για σχεδόν τους μισούς εκπαιδευτικούς (44%) είναι τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Οι σύμβουλοι εκπαίδευσης, οι οποίοι θα μπορούσαν να είναι ο κατεξοχήν θεσμικός αγωγός ενημέρωσης, αναφέρονται ως πρωτεύουσα πηγή μόλις από το 3,6% των εκπαιδευτικών.
Σε ό,τι αφορά τις γνώσεις τους, μεγάλο κενό εντοπίζεται στη μεθοδολογία της έρευνας: για παράδειγμα, μόνο το 30,2% γνωρίζει ότι ο ΟΟΣΑ (και όχι η κάθε χώρα) επιλέγει το δείγμα των σχολείων.
Ενα ιδιαίτερα ενδιαφέρον εύρημα είναι η διάσταση ανάμεσα στο τι πιστεύουν για τον διαγωνισμό οι εκπαιδευτικοί που συμμετείχαν στην έρευνα και στο τι νομίζουν ότι πιστεύουν οι συνάδελφοί τους. Οι ερωτηθέντες εκφράζουν κατά κύριο λόγο θετική ή ήπια επιφυλακτική στάση απέναντι στον PISA. Το 55,1% συμφωνεί ότι αξιολογεί κρίσιμες δεξιότητες, το 61,3% τον θεωρεί αξιόπιστο εργαλείο ανάδειξης παθογενειών, ενώ η πλειονότητα (58,8%) διαφωνεί με την άποψη ότι χρησιμοποιείται για να απαξιωθεί η εργασία των εκπαιδευτικών. Οταν, όμως, τους ζητήθηκε να αξιολογήσουν τι νομίζουν ότι πιστεύει η πλειοψηφία των συναδέλφων τους, τα ποσοστά αντιστράφηκαν: η αρνητική εκτίμηση περίπου διπλασιάστηκε. Οι ερωτηθέντες αποδίδουν στους συναδέλφους τους μια πολύ πιο δύσπιστη, αμυντική στάση από αυτήν που εκφράζουν οι ίδιοι.
Εμφαση στις δεξιότητες – «Ηδη η νέα Τράπεζα Θεμάτων στο λύκειο θα εμπλουτισθεί με θέματα στη λογική PISA, που επικεντρώνονται στην αξιολόγηση των δεξιοτήτων και όχι στην αποστήθιση γνώσεων», επισημαίνει ο Κώστας Δημόπουλος, εθνικός συντονιστής του προγράμματος PISA του ΟΟΣΑ.
Ηχηρές μειοψηφίες
«Η έρευνα έγινε για να κατανοήσουμε τις απόψεις των εκπαιδευτικών πέρα από μία παγιωμένη, και όπως αποδείχθηκε στρεβλή, εκτίμηση ότι είναι αρνητικοί. Να σημειωθεί ότι οι απαντήσεις ήταν ανώνυμες και ότι δεν διακινήσαμε την έρευνα μέσω των καναλιών του υπουργείου Παιδείας. Αρα νομίζω ότι δεν ισχύει πως οι εκπαιδευτικοί υποκρίνονται διότι συνδέουν την έρευνα με το υπουργείο Παιδείας. Η διαφοροποίηση που παρατηρείται στα παραπάνω ποσοστά αποδίδεται στο φαινόμενο του φαντασιακού αρνητισμού», παρατηρεί μιλώντας στην «Κ» ο Κώστας Δημόπουλος, καθηγητής Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και εθνικός συντονιστής του προγράμματος PISA του ΟΟΣΑ. «Οι ηχηρές μειοψηφίες στον δημόσιο διάλογο δημιουργούν εσφαλμένη εντύπωση γενικευμένης απόρριψης. Αντιθέτως, οι σύμβουλοι εκπαίδευσης, που έχουν πιο άμεση επαφή με την επαγγελματική πραγματικότητα των σχολείων, αξιολογούν τις αντιλήψεις των εκπαιδευτικών σχεδόν ταυτόσημα με τα πραγματικά ευρήματα της έρευνας», τονίζει.
Ποιοι οι λόγοι για τις διαχρονικά χαμηλές επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών στον PISA; Οι εκπαιδευτικοί τοποθετούν στην κορυφή των αιτίων τη δομή και την κουλτούρα του εκπαιδευτικού συστήματος (81,3% «πολύ»/«πάρα πολύ» σημαντικό) και τις εκπαιδευτικές πολιτικές (80,6%), ακολουθούμενες από τη χρηματοδότηση (75,8%) και τις υποδομές (71,6%). Αντιθέτως, η «ποιότητα του εκπαιδευτικού προσωπικού» βρίσκεται στο τέλος της λίστας, με μόλις το 20,8% των εκπαιδευτικών να τη χαρακτηρίζει «πολύ» ή «πάρα πολύ» σημαντικό παράγοντα.
Οι εκπαιδευτικοί τείνουν να αναζητούν τα αίτια σε παράγοντες εκτός του δικού τους πεδίου ευθύνης. Από την πλευρά τους, οι σύμβουλοι διαφοροποιούνται: αποδίδουν σημαντικά μεγαλύτερη βαρύτητα στον τρόπο διδασκαλίας (74% έναντι 46,7% των εκπαιδευτικών) και στην ποιότητα του εκπαιδευτικού προσωπικού (34% έναντι 20,8%). «Αυτή η διαφορά πιθανόν αντανακλά το γεγονός ότι οι σύμβουλοι παρατηρούν από κοντά τη διδακτική πράξη και αντιλαμβάνονται και εσωτερικές παιδαγωγικές παραμέτρους, που πιθανώς συμβάλλουν στα αποτελέσματα», παρατηρεί ο κ. Δημόπουλος, συμπληρώνοντας ότι «οι εκπαιδευτικοί καταλαβαίνουν πως, με βάση τα αποτελέσματα, κάτι πρέπει να αλλάξει στο ελληνικό σχολείο, αλλά δεν φαίνεται να έχουν πρόσβαση στα κατάλληλα εργαλεία».
«Για να συμβεί αυτό πρέπει και το υπουργείο Παιδείας να προχωρήσει σε αλλαγές στα προγράμματα σπουδών, οι οποίες θα υιοθετούν τη φιλοσοφία του PISA. Αρα έχουν δίκαιο οι συνάδελφοι. Την ευθύνη για την αλλαγή στη δομή και την κουλτούρα του εκπαιδευτικού συστήματος έχει η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας. Από το 2000 έως σήμερα, τι έχει αλλάξει προς αυτήν την κατεύθυνση; Μόνο τα τελευταία προγράμματα σπουδών έχουν κάνει ένα βήμα προς τη λογική PISA», σχολιάζει στην «Κ» ο Λουκάς Μωραΐτης, φυσικός, διευθυντής του Λυκείου της Σχολής Μωραΐτη.
Πολιτική απόφαση – «Μια αλλαγή (στη φιλοσοφία των προγραμμάτων σπουδών) θα επηρεάσει στεγανά και συμφέροντα, όπως π.χ. τα φροντιστήρια και τις εκδόσεις βοηθημάτων. Είναι, λοιπόν, ζήτημα μόνο πολιτικής απόφασης», λέει ο Αντώνης Μαγουλάς, διευθυντής στο 1ο Πειραματικό Λύκειο Αμαρουσίου.
«Από την άλλη, υπάρχει ένα συμπληρωματικό πρόγραμμα, το PISA for Schools, που δίνει τη δυνατότητα στα σχολεία να αξιολογήσουν το εκπαιδευτικό τους έργο με βάση τα κριτήρια του PISA και να προσαρμόσουν ανάλογα το πρόγραμμά τους. Βεβαίως αυτό απαιτεί αυτονομία στις σχολικές μονάδες, η οποία δεν προσφέρεται όπως λειτουργούν τα σχολεία σήμερα στην Ελλάδα. Χρειάζεται, επίσης, εκπαιδευτικούς με ανοιχτές κεραίες. Αλλά όπως είναι οι εργασιακές συνθήκες και οι απολαβές τους, δεν μπορεί να περιμένεις ότι όλοι θα δώσουν το κάτι παραπάνω. Πρέπει να χτιστεί αυτό», προσθέτει ο κ. Μωραΐτης, που έχει μελετήσει τον PISA από την έναρξή του.
Αναφορικά με τις προτάσεις του τι θα μπορούσε να γίνει ώστε να βελτιωθεί η κατάσταση, το 56,3% των εκπαιδευτικών (77% των συμβούλων) χαρακτηρίζει πολύ/πάρα πολύ σημαντική την επιμόρφωση στη λογική PISA. Ακολουθούν η πρόσβαση σε πλατφόρμες με θέματα τύπου PISA (55,7%) και ο εμπλουτισμός με σχετικά παραδείγματα των σχολικών βιβλίων (59,3%). Ηδη, όπως αναφέρει στην «Κ» ο κ. Δημόπουλος, «η νέα Τράπεζα Θεμάτων στο λύκειο θα εμπλουτισθεί με θέματα στη λογική PISA, που επικεντρώνονται στην αξιολόγηση των δεξιοτήτων και όχι στην αποστήθιση γνώσεων».
«Ασκησιολογία» και «παπαγαλία»
«Ολα κρίνονται στο λύκειο, και εκεί όλα κινούνται με βάση τις Πανελλαδικές Εξετάσεις. Σήμερα έχουμε μικρή εξεταστέα ύλη και έτσι έχουμε καταλήξει στην “ασκησιολογία”, με στόχο ακόμη και την “παπαγαλία” των ασκήσεων. Πρέπει να περάσουμε σε θέματα που θα εξετάζουν εάν ο μαθητής μπορεί να εφαρμόσει τη σχολική γνώση σε καταστάσεις της πραγματικής ζωής», παρατηρεί στην «Κ» ο Αντώνης Μαγουλάς, μαθηματικός, διευθυντής στο 1ο Πειραματικό Λύκειο Αμαρουσίου, το οποίο μετείχε στον τελευταίο διαγωνισμό PISA. Και τονίζει καταλήγοντας: «Οι εκπαιδευτικοί, όπως προκύπτει από την έρευνα, δεν είναι αντίθετοι στην αλλαγή της φιλοσοφίας των προγραμμάτων σπουδών· θα την εφαρμόσουν. Ομως, μια τέτοια αλλαγή θα επηρεάσει στεγανά και συμφέροντα, όπως π.χ. τα φροντιστήρια και τις εκδόσεις βοηθημάτων. Είναι, λοιπόν, ζήτημα μόνο πολιτικής απόφασης».

