Τι άνθρωπο διαμορφώνουμε;

Να αποφασίσουμε αν θέλουμε το σχολείο να παράγει λειτουργικούς χρήστες συστημάτων ή ανθρώπους ικανούς να κρίνουν, να αναλαμβάνουν ευθύνη και να νοηματοδοτούν τη ζωή τους

2' 57" χρόνος ανάγνωσης

Το σημερινό σχολείο δεν βρίσκεται σε κρίση επειδή αποτυγχάνει να λειτουργήσει. Αντιθέτως, λειτουργεί όλο και πιο αποτελεσματικά. Η κρίση του ωστόσο είναι βαθύτερη και λιγότερο ορατή. Είναι κρίση νοήματος. Παρά τις συνεχείς μεταρρυθμίσεις, την εισαγωγή ψηφιακών εργαλείων και τη ρητορική της καινοτομίας, αποφεύγεται συστηματικά το θεμελιώδες ερώτημα: τι είδους άνθρωπο επιδιώκει να διαμορφώσει το σχολείο;

Οπως έχει επισημάνει η Χάνα Αρεντ, η εκπαίδευση καταρρέει όταν οι ενήλικοι παύουν να αναλαμβάνουν ευθύνη για τον κόσμο που παραδίδουν στους νεότερους. Οταν αυτό συμβαίνει, το σχολείο μετατρέπεται από χώρο παιδείας σε μηχανισμό διαχείρισης του παρόντος.

Στη σημερινή του μορφή, το σχολείο οργανώνεται κυρίως γύρω από μετρήσιμα αποτελέσματα, δεξιότητες, δείκτες απόδοσης και αξιολογήσεις. Η γνώση αντιμετωπίζεται ως εργαλειακό κεφάλαιο, ο μαθητής ως φορέας δεξιοτήτων και ο εκπαιδευτικός ως διαχειριστής διαδικασιών. Ο Γκερτ Μπίστα έχει περιγράψει εύστοχα αυτή τη μετατόπιση ως αντικατάσταση της παιδαγωγικής από μια στενά μαθησιοκεντρική λογική, όπου το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποιος γίνεται ο μαθητής, αλλά τι μετρήσιμο μαθαίνει. Οταν η εκπαίδευση περιορίζεται στη μάθηση, εξαφανίζονται τα ερωτήματα σκοπού, ευθύνης και προσανατολισμού. Το σχολείο έτσι δεν αποτυγχάνει. Επιτυγχάνει λειτουργικά. Το πρόβλημα όμως είναι ότι η λειτουργικότητα δεν ταυτίζεται με την ανθρώπινη ωρίμανση.

Η κάθετη εξέλιξη της ψηφιακής τεχνολογίας επιτείνει αυτή τη μετατόπιση. Ο Μπερνάρ Στιγκλέρ έχει δείξει ότι η τεχνολογία δεν είναι απλό εργαλείο, αλλά δύναμη που αναδιαμορφώνει τη μνήμη, την προσοχή και την επιθυμία. Το σχολείο καλείται σήμερα να λειτουργήσει μέσα σε συνθήκες μόνιμης διάσπασης. Παράλληλα, ο Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν περιγράφει έναν άνθρωπο που δεν καταπιέζεται εξωτερικά, αλλά αυτοεξαντλείται σε ένα καθεστώς διαρκούς απόδοσης. Το σχολείο, αντί να λειτουργεί ως χώρος αντίστασης στην επιτάχυνση, συχνά την αναπαράγει.

Ο απόφοιτος του σύγχρονου σχολείου δεν είναι αμαθής. Είναι όμως συχνά υπαρξιακά απροετοίμαστος. Εχει μάθει να προσαρμόζεται, να αντιδρά γρήγορα και να λειτουργεί μέσα σε συστήματα, αλλά δυσκολεύεται να σταθεί απέναντι σε ερωτήματα που δεν έχουν άμεση χρησιμότητα ή ανταμοιβή. Ηδη από τη δεκαετία του 1990, ο Νιλ Πόστμαν προειδοποιούσε ότι κάθε τεχνολογία ευνοεί συγκεκριμένες μορφές σκέψης και αποδυναμώνει άλλες. Οταν το σχολείο υιοθετεί άκριτα αυτή τη λογική, η κρίση υποχωρεί μπροστά στη γνώμη και η ωρίμανση μπροστά στη διαρκή προσαρμογή.

Η κοινωνία που διαμορφώνεται μέσα από αυτό το σχολείο δεν είναι αυταρχική ούτε βίαιη. Είναι λειτουργική αλλά ρηχή. Οπως είχε επισημάνει ο Ιβάν Ιλιτς, οι εκπαιδευτικοί θεσμοί συχνά παράγουν εξάρτηση αντί για αυτονομία, συγχέοντας τη μάθηση με την πιστοποίηση. Πρόκειται για μια κοινωνία που λειτουργεί επαρκώς σε συνθήκες κανονικότητας, αλλά εμφανίζει χαμηλή αντοχή σε κρίσεις που απαιτούν θυσία, υπομονή και μακρόπνοο νόημα.

Η προβληματική αυτή δεν είναι ξένη προς την ελληνική σκέψη. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης όριζε την παιδεία ως προϋπόθεση αυτονομίας, δηλαδή ως ικανότητα αμφισβήτησης των ίδιων των θεσμών. Ο Χρήστος Γιανναράς ανέδειξε την κρίση της εκπαίδευσης ως απώλεια του προσώπου και του νοήματος. Ωστόσο, οι σύγχρονες εκπαιδευτικές πολιτικές παραμένουν κυρίως τεχνικές. Δίνουν έμφαση στη μετρησιμότητα, στην αξιολόγηση και στον ψηφιακό εκσυγχρονισμό, χωρίς σαφή απάντηση στο ερώτημα ποιον άνθρωπο θέλει να διαμορφώσει το σχολείο. Η αξιολόγηση εφαρμόζεται χωρίς κοινά αποδεκτό σκοπό, η τεχνολογία εισάγεται χωρίς σοβαρό ανθρωπολογικό προβληματισμό και η παιδαγωγική αυθεντία του εκπαι-δευτικού αποδυναμώνεται.

Το σχολείο δεν χρειάζεται απλώς νέες πλατφόρμες ή περισσότερες μεταρρυθμίσεις. Χρειάζεται φιλοσοφικό θάρρος. Πρέπει να αποφασίσουμε αν θέλουμε να παράγει λειτουργικούς χρήστες συστημάτων ή ανθρώπους ικανούς να κρίνουν, να αντέχουν τον χρόνο, να αναλαμβάνουν ευθύνη και να νοηματοδοτούν τη ζωή τους. Η επιλογή αυτή δεν είναι ιδεολογική ούτε θεολογική. Είναι βαθιά παιδαγωγική. Και όσο αποφεύγεται, το σχολείο θα λειτουργεί άριστα, οδηγώντας όμως τον νέο άνθρωπο σε ένα μέλλον επαρκές αλλά εσωτερικά κενό.

* Ο κ. Ανδρέας Καρατζάς είναι δρ Επιστημών Αγωγής – δρ Θεολογίας, διευθυντής Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Ηλείας.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT