Ο Γιώργος είχε μια όμορφη παιδική ηλικία και μια αρκετά ήρεμη εφηβεία. Ομως, στο πρώτο έτος των σπουδών του άλλαξε. Κλείστηκε στον εαυτό του, δεν πήγαινε στη σχολή του, ξυπνούσε αργά το μεσημέρι, έπαιζε παιχνίδια στον υπολογιστή, έβγαινε μετά τις 11 το βράδυ, κάπνιζε, έπινε. Το χαρτζιλίκι του εξανεμιζόταν με το που το έπαιρνε και κάποια στιγμή οι γονείς του ανακάλυψαν ότι έπαιζε ηλεκτρονικό τζόγο. Επειτα από σχεδόν τρία χρόνια υπομονής και ανοχής, όταν αντιτάχθηκαν σε αυτόν τον τρόπο ζωής, άρχισε η βία.
Πριν από λίγες ημέρες η Κωνσταντίνα, προϊσταμένη νοσηλεύτρια σε μεγάλο νοσοκομείο της Βόρειας Ελλάδας, μου έστειλε ένα μήνυμα, με το οποίο ζητούσε να με συναντήσει. Χρόνια είχε θάψει μέσα της την ντροπή και την ενοχή που ένιωθε για όσα συνέβαιναν στην οικογένειά της και πλέον ήθελε να μιλήσει. Βρεθήκαμε να πίνουμε καφέ στο κέντρο της Αθήνας (σε ένα ταξίδι-αστραπή) και κάθε τόσο σταματάει την αφήγηση και τα μάτια της βουρκώνουν.
«Γιατί θελήσατε να πείτε την ιστορία σας τώρα;», ρωτώ. «Γιατί νιώθω πιο δυνατή πια. Και γιατί η γονεϊκότητα είναι σαν το προπατορικό αμάρτημα. Ως γονιός είσαι υπεύθυνος για ό,τι πάει ή δεν πάει καλά με το παιδί σου: για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του. Αν υπάρχει πρόβλημα, όλοι θεωρούν ότι σίγουρα κάτι έκανες λάθος και πρέπει να το πληρώσεις. Ετσι, τα περιστατικά κακοποίησης των γονιών από τα ενήλικα παιδιά τους αποσιωπώνται, είναι ταμπού».
– Η βία που σας ασκούσε ο γιος σας ήταν λεκτική ή σωματική;
– Στην αρχή κυρίως λεκτική. «Για όλα φταίτε εσείς που με κρατάτε εδώ. Θέλω να μου βρείτε σπίτι, να μου αγοράσετε αυτοκίνητο, να μου εξασφαλίσετε μηνιαίο εισόδημα – και τότε θα είμαι καλά», μας έλεγε. Ξεσπούσε κυρίως σε μένα, που εκείνες τις στιγμές πάγωνα. Τον θυμάμαι να σαρώνει με το χέρι του το τραπέζι της κουζίνας, να ρίχνει όλα τα πράγματα κάτω, να πέφτω στο πάτωμα σε εμβρυική θέση, να γίνομαι ένα κουβαράκι προσπαθώντας να προφυλαχτώ καθώς κλωτσούσε τον αέρα πάνω μου ουρλιάζοντας.
Με έσερνε από τα μαλλιά – Αρχισε να εκσφενδονίζει αντικείμενα, μαζί με φρικτές βρισιές και προσβολές. «Είσαι άσχημη, γριά, αποτυχημένη. Τι τα ήθελες τα μεταπτυχιακά, αφού δεν βγάζεις πολλά λεφτά;». Μια φορά με άρπαξε από τα μαλλιά και με έσερνε…
Ή να αδειάζει την κατσαρόλα με το φαγητό που είχα φτιάξει στον νεροχύτη. Ή να βγάζει τα σεντόνια από την ντουλάπα και να τα ποδοπατάει. Μετά άρχισε να εκσφενδονίζει αντικείμενα εναντίον μου, μαζί με φρικτές βρισιές και προσβολές. «Είσαι άσχημη, γριά, αποτυχημένη. Τι τα ήθελες τα μεταπτυχιακά, αφού δεν βγάζεις πολλά λεφτά;» και άλλα. Μια φορά με άρπαξε από τα μαλλιά και με έσερνε…
– Πώς αντιδρούσατε σε αυτές τις εκρήξεις;
– Δεν απαντούσα, δεν έβγαζα μιλιά για να μην προκαλέσω ακόμη μεγαλύτερη οργή. Αυτό τον θύμωνε περισσότερο. Οταν άρχιζε, λοιπόν, η κρίση, συνήθως οπισθοχωρούσα προς την πόρτα, άρπαζα την τσάντα μου και έφευγα από το σπίτι. Προσπαθώντας να μη βρίσκομαι εκεί την ώρα που θα ξυπνούσε, τριγυρνούσα στους δρόμους πριν ή μετά τη δουλειά. Επειτα από νυχτερινή βάρδια, όμως, έπρεπε να κοιμηθώ την ημέρα. Μπορούσε να ανοίξει την πόρτα του υπνοδωματίου μου με κλωτσιές και να αρχίσει να με βρίζει. Επρεπε να μην υπάρχω, να μη με βλέπει μπροστά του. Αρκετές φορές διανυκτερεύσαμε με τον άντρα μου σε σπίτια φίλων.
– Πόσο συχνά ήταν τα ξεσπάσματα;
– Υπήρχε μια επίπλαστη ηρεμία που διαρκούσε για μερικές εβδομάδες. Δεν είχαμε ουσιαστική επικοινωνία πέρα από τα στοιχειώδη της συμβίωσης. «Το φαγητό σου είναι στον φούρνο» κ.ο.κ. Δεν ήμουν πια άνθρωπος, αλλά ένα άδειο σακί που είχε γεμίσει φόβο.
– Ο σύζυγός σας δεν έκανε κάτι για να σας προστατεύσει;
– Ελεγε ότι είμαι υπερβολική. Αφού δεν είχα μελανιές και αμυχές, αφού δεν με χτυπούσε, δεν κινδύνευα – αυτό υποστήριζε. Κι ας μπορούσαν να με τραυματίσουν σοβαρά τα αντικείμενα που μου πετούσε… Από τη μια η απροθυμία του άντρα μου, λοιπόν, να αποδεχθεί ότι υπήρχε πρόβλημα και από την άλλη τα σκαμπανεβάσματα του γιου μας, που τις πιο πολλές φορές μετά την κρίση μού ζητούσε συγγνώμη και φαινόταν μετανιωμένος – όλα αυτά με βύθιζαν σε ένα τέλμα. Από αγάπη για το παιδί μου αλλά και από φόβο για ένα νέο ξέσπασμα, έδειχνα ότι αποδέχομαι τη συγγνώμη του.
– Συμβουλευθήκατε ψυχίατρο και ψυχολόγο; Σκεφτήκατε την πιθανότητα κάποιας ψυχικής διαταραχής;
– Αργήσαμε, όμως το κάναμε, αρχίζοντας από το νοσοκομείο όπου εργάζομαι. Στη συνέχεια απευθυνθήκαμε και σε ιδιώτες ειδικούς ψυχικής υγείας. Ολοι έλεγαν τα ίδια πράγματα: Βάλτε όρια και προθεσμίες, εκφράστε συγκεκριμένες απαιτήσεις, κόψτε το χαρτζιλίκι και τις παροχές, πείστε τον να κάνει ψυχοθεραπεία. Τον τρίτο χρόνο της κρίσης καταλήξαμε σε ένα κέντρο που εφαρμόζει συστημική οικογενειακή θεραπεία. Χάρη στους εξαιρετικούς θεραπευτές του και στους γονείς με παρόμοια προβλήματα τους οποίους γνωρίσαμε, κατάφερα να επιβιώσω, δεν είναι υπερβολή να το πω.
– Η πιο επώδυνη ανάμνηση από αυτήν τη δύσβατη διαδρομή;
– Μια μέρα, έπειτα από φρικτό καβγά και επίθεση του Γιώργου και προς τους δύο γονείς του, έτρεξα στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής μας. Μπήκα τουλάχιστον πέντε φορές και ξαναβγήκα χωρίς να μιλήσω σε κανέναν. Ντρεπόμουν. Ετρεμα τον στιγματισμό. Πήγα σε ένα ξενοδοχείο. Τι δεν είχα ακούσει πριν από λίγες ώρες… «Εσύ φταις που με έφερες στη ζωή. Εσύ η αποτυχημένη και ο ηλίθιος ο πατέρας μου…».
Θυμήθηκα την ημέρα της γέννησής του. Ηταν τόσο όμορφο μωρό, σαν τριανταφυλλάκι, έτσι έλεγαν οι νοσοκόμες. Είχα μαζί μου δύο κουτιά με χάπια και σκέφτηκα να τα πάρω. Αν έφευγα από τη ζωή εγώ που ευθυνόμουν για όλα, εγώ που τόσο είχα αποτύχει, το τριανταφυλλάκι μου ίσως άνθιζε. Ισως αγαπούσε επιτέλους τη ζωή. Προηγουμένως τηλεφώνησα στους ηλικιωμένους γονείς μου που ζουν στην επαρχία. Για πρώτη φορά στη ζωή μου τους ρώτησα αν είχαν ποτέ παράπονα από εμένα και αν με αγαπούν. Απέραντη τρυφερότητα ξεχύθηκε από την άλλη πλευρά της τηλεφωνικής γραμμής. Αυτό με κράτησε.
Δεν θα ζήσω σαν όμηρος – Τη μέρα που έφυγε από το σπίτι, τράβηξα μια γραμμή. Πάντα τον αγαπώ και τον νοιάζομαι, αλλά έχω θέσει όρια. Είμαι πλέον 66 ετών. Δεν ξέρω τι θα φέρει το μέλλον, αρνούμαι όμως να ζήσω όσο χρόνο μού απομένει
σαν όμηρος. Φτάνει.
– Ποια ήταν η συνέχεια;
– Κατέρρευσα. Για μήνες κατάφερνα να αντεπεξέρχομαι μόνο στις απαιτήσεις της δουλειάς μου. Περίεργο πώς, ο πατέρας του πήρε τα ηνία πολύ αποφασιστικά. Ο Γιώργος δέχθηκε να κάνει μια προσπάθεια. Η ψυχοθεραπεύτρια με την οποία δούλεψε δεν εντόπισε διαταραχή. Η διάγνωση ήταν: από τη μια ένα μοναχοπαίδι που φοβάται τις απαιτήσεις της ενηλικίωσης, επιλέγει την προσκόλληση και το βόλεμα, και από την άλλη τρομοκρατημένοι, συνεπώς αδύναμοι γονείς.
Με σταθερή πρόοδο –αν και με αρκετά πισωγυρίσματα– τελείωσε τις σπουδές του, έκανε τη θητεία του, βρήκε δουλειά. Γνώρισε και μια κοπέλα και ζει μαζί της. Επειτα από δεκαπέντε χρόνια, γεύθηκα ξανά την ελευθερία. Την ημέρα που έφυγε από το σπίτι, τράβηξα μια γραμμή. Πάντα τον αγαπώ και τον νοιάζομαι, αλλά έχω θέσει όρια. Είμαι πλέον 66 ετών. Δεν ξέρω τι θα φέρει το μέλλον, αρνούμαι όμως να ζήσω όσο χρόνο μού απομένει σαν όμηρος. Φτάνει.
– Κάνοντας την αυτοκριτική σας, πού πιστεύετε ότι κάνατε λάθος;
– Δεν ξέραμε από τέτοιες καταστάσεις και στην αρχή πιστεύαμε πως είναι μια φάση που θα περάσει. Αργήσαμε να αντιδράσουμε, λοιπόν. Μετά, σαστίσαμε. Ειδικά εγώ είχα παραλύσει από τον φόβο. Επιπλέον, δεν συμφωνούσαμε με τον σύζυγό μου ως προς τη σοβαρότητα της κατάστασης. Οφείλαμε εξαρχής να είμαστε ενωμένοι και αποφασιστικοί και δεν το κάναμε. Σε τέτοιες καταστάσεις πρέπει κανείς να αντιδρά δυναμικά και αμέσως.

