Οι ομογενείς τούς λένε «νεοφώτιστους». Δεν είναι ένας ή δύο. Είναι δεκάδες και τα τελευταία χρόνια ολοένα και αυξάνονται. Είναι τα νέα πρόσωπα που εμφανίζονται στους ναούς της Πόλης. Ανθρωποι που ζουν στην Τουρκία, από διαφορετικό θρησκευτικό και πολιτισμικό υπόβαθρο, αποφάσισαν να αλλάξουν θρησκεία και να βαπτισθούν χριστιανοί.
Αίτηση και κατήχηση
Η όλη διαδικασία ξεκινάει με την υποβολή αιτήσεως. Οι αιτήσεις εξετάζονται από ειδική επιτροπή της Εκκλησίας, η οποία αξιολογεί την ειλικρίνεια, την ωριμότητα, αλλά και τα κίνητρα των υποψηφίων. Η ποιμαντική αυτή μέριμνα αποσκοπεί στη διασφάλιση ότι η απόφαση για ένταξη στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποτελεί συνειδητή και ελεύθερη επιλογή πίστεως.
Μετά την έγκριση, οι υποψήφιοι εντάσσονται σε πρόγραμμα κατήχησης, το οποίο πραγματοποιείται υπό την πνευματική καθοδήγηση της Εκκλησίας. Η κατήχηση διαρκεί από έξι έως δώδεκα μήνες, ανάλογα με την προσωπική πορεία και την πνευματική ετοιμότητα κάθε κατηχουμένου. Κατά τη διάρκειά της, οι υποψήφιοι διδάσκονται τις βασικές αλήθειες της ορθόδοξης πίστης, τη λειτουργική ζωή και την εκκλησιαστική παράδοση. Η κορύφωση αυτής της πορείας είναι το Αγιο Βάπτισμα.
Ο 45χρονος Σάββας μας εξηγεί τη δική του πορεία: «Μέχρι πριν από οκτώ χρόνια ήμουν μουσουλμάνος, όμως δεν είχα καμία σχέση με τη θρησκεία, ούτε και ιδιαίτερη επαφή με τη χριστιανική πίστη. Μια Παρασκευή βράδυ είδα ένα όνειρο. Ξύπνησα γεμάτος αγωνία και το ανέφερα στη σύζυγό μου. Τότε εκείνη μου είπε πως υπάρχει μια εκκλησία στο Νεοχώρι, στον Βόσπορο, και να πάω να ανάψω ένα κερί. Εκεί γνώρισα τον κύριο Λάκη Βίγκα, που ήταν υπεύθυνος της κοινότητας.
Αργότερα αποφάσισα να κάνω το επόμενο βήμα. Υπήρξε μια περίοδος διαδικασίας περίπου ενός έτους για κατηχητικό. Αφού έγιναν όλα όπως πρέπει και ήμουν έτοιμος, βαπτίστηκα. Το όνομά μου ήταν Ερκάν. Εγινα Σάββας.
Η σύζυγός μου δεν έκανε το ίδιο βήμα μαζί μου. Τα παιδιά μου, ο Θεόδωρος και ο Αρης, βαπτίστηκαν. Χαίρομαι ιδιαίτερα που μεγαλώνω τα παιδιά μου με αυτόν τον πολιτισμό και τη θρησκεία. Οταν ο γιος μου, ο Αρης, 4,5 ετών, μου λέει “καλή Σαρακοστή”, χαίρομαι πολύ. Ο Θεόδωρος είναι 7 ετών και πηγαίνουν στο σχολείο στο Ζάππειο. Υπήρξαν δυσκολίες στην εγγραφή τους, αλλά τα καταφέραμε. Εγώ θα ζήσω και θα πεθάνω εδώ. Νομίζω πως όλα έγιναν επειδή η Παναγία ήρθε, με έπιασε από το χέρι και με έφερε εδώ. Εμείς είμαστε μια οικογένεια».
«Είμαι χαρούμενος» – «Πριν με έλεγαν Σαχάμπ. Κάποιοι από το σόι της γιαγιάς μου είχαν ρίζες από Ρωμιούς, αλλά δεν πήγαιναν συχνά στην εκκλησία. Ημουν μουσουλμάνος, αλλά στα χαρτιά. Τώρα είμαι χαρούμενος», λέει ο Νικόλαος.
Λίγη ώρα μετά τη βάπτισή του συναντήσαμε τον Νικόλαο: «Το όνομά μου τώρα πια είναι αυτό. Πριν με έλεγαν Σαχάμπ. Κάποιοι από το σόι της γιαγιάς μου είχαν ρίζες από Ρωμιούς, αλλά δεν πήγαιναν συχνά στην εκκλησία. Οταν μεγάλωσα, το ήθελα και αποφάσισα να προχωρήσω για να γίνω χριστιανός. Ημουν μουσουλμάνος, αλλά στα χαρτιά. Τώρα είμαι χαρούμενος. Για να πάρω την απόφαση έπρεπε να σταθώ στα πόδια μου, να μην εξαρτώμαι από κάποιους και να ζήσω όπως θέλω. Τότε πήγα με δική μου βούληση στην εκκλησία και ζήτησα να με βοηθήσουν. Εκανα δύο χρόνια κατηχητικό. Εχω μαζί μου φίλους από όλη την Τουρκία. Πέντε ημέρες δεν κοιμόμουν από την αγωνία μου και τώρα η χαρά μου είναι μεγάλη».
Νονά από τα Ιωάννινα
Η νονά του Νικολάου είναι η Χαρούλα Παρουτιάδη, που ήρθε από τα Ιωάννινα. Μας εξηγεί πως τον Νικόλαο τον είχαν γνωρίσει όταν ήταν μικρός μέσω του θείου του: «Αποφάσισε να βαπτιστεί και ήρθα να γίνω νονά».
Μετά το βάπτισμα, οι νεοφώτιστοι συμμετέχουν ενεργά στην εκκλησιαστική ζωή και στις ελληνορθόδοξες παραδόσεις. Εκκλησιάζονται τακτικά και εντάσσονται στην ενοριακή κοινότητα. Ορισμένοι έχουν επιλέξει μάλιστα να αφιερωθούν πλήρως στον μοναχικό βίο, μεταβαίνοντας στο Αγιον Ορος ως δόκιμοι μοναχοί. Παράλληλα, νέοι άνθρωποι έχουν αποφασίσει να σπουδάσουν θεολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, επιθυμώντας να εμβαθύνουν στην Ορθόδοξη Θεολογία και να υπηρετήσουν την Εκκλησία.

Συναντήσαμε τον Δανιήλ, του οποίου το προηγούμενο όνομα ήταν Ακίφ. Στα παιδικά του χρόνια, όπως λέει, τους δίδασκαν διάφορες θρησκείες, αλλά όταν μεγάλωσε θέλησε να ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο. Οπως και ο Μεχμέτ, που έγινε Μάρκος και είναι μηχανολόγος μηχανικός: «Ημουν άθεος και έψαχνα τον δρόμο μου. Μετά άρχισα να αναζητώ τι να κάνω. Η σύντροφός μου με βοήθησε να βρω τον δρόμο και, αφού διάβασα πολλά, διάβασα και το Ευαγγέλιο και διαπίστωσα πως ο πατέρας μου, άθελά του, με είχε μεγαλώσει με τους όρους του χριστιανισμού. Αρχικά δεν μπορούσα να πάω σε εκκλησία. Μετά έκανα αίτηση, το ζήτησα εγώ. Πέρασα μια δοκιμασία. Αφού έγινα χριστιανός, έγινα πιο ήρεμος. Η οικογένειά μου ξέρει την απόφασή μου και δεν αντέδρασε».
Συναντήσαμε και μια οικογένεια από το Ιράν. Ο Μοχαμάντ είναι ο πατέρας, ο οποίος βαπτίστηκε με το νέο του όνομα, Χριστόφορος. Η κόρη του, η Ανθούσα, μας αναφέρει: «Είχα μεγάλο άγχος, αλλά τώρα είμαι ιδιαίτερα χαρούμενη και νιώθω μεγάλη ικανοποίηση που έκανα αυτό το βήμα. Ο πατέρας μου είχε έρθει εδώ από το Ιράν διασχίζοντας τα βουνά, καθώς τον είχαν συλλάβει και διέφυγε επειδή από μουσουλμάνος είχε γίνει προτεστάντης. Τώρα, μετά οκτώ χρόνια στην Τουρκία, αποφασίσαμε όλη η οικογένεια να βαπτιστούμε ορθόδοξοι. Είναι μια ιστορία μαρτυρίου που περάσαμε στο Ιράν, όμως τώρα ζούμε με χαρά το όνειρό μας. Ζούμε ελεύθεροι και πραγματοποιούμε την επιθυμία μας».
Ρεβέκκα από τη Σμύρνη – «Είχα ένα κενό μέσα μου. Εμαθα να αγαπώ τον Θεό και άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου. Είναι σαν να έφτασα στο σπίτι μου. Εχω ηρεμήσει», λέει η Τουγτσέ από τη Σμύρνη, που σύντομα θα λάβει το όνομα Ρεβέκκα.
Η Τουγτσέ είναι προγραμματίστρια υπολογιστών. Τη συναντήσαμε στη Σμύρνη. Μας εξηγεί πώς αποφάσισε να γίνει χριστιανή. Τώρα παρακολουθεί μαθήματα κατήχησης και, όταν ολοκληρώσει τη διαδικασία, θα βαπτιστεί και θα λάβει το όνομα Ρεβέκκα. «Στα 13 μου διάβασα το Ευαγγέλιο. Οι γονείς μου δεν ήταν θρησκευόμενοι. Εκεί γνώρισα την αγάπη. Στα 15-16 μου είχα δει σε εκκλησία διάφορους παπάδες και έλεγα πως θα γίνω χριστιανή. Ο Θεός, ο Χριστός, ήταν πάντα στη ζωή μου. Είχα προβλήματα. Εχασα τον σύζυγό μου το 2022, ο οποίος ήταν αντιρρησίας συνείδησης. Το 2023, όταν πέθανε και η μητέρα μου, έχασα την ελπίδα μου. Κάποια στιγμή ήμουν σε πολύ άσχημη κατάσταση και σκέφτηκα να πάω στην εκκλησία, κάτι άλλαξε μέσα μου. Πριν είχα ένα κενό μέσα μου. Εμαθα να αγαπώ τον Θεό και άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου. Είναι σαν να έφτασα στο σπίτι μου. Εχω ηρεμήσει. Ο αρραβωνιαστικός μου είπε ότι στην καρδιά μου έχω τον Χριστό και πως το σέβεται. Η οικογένειά του μου έκανε δώρο ένα σταυρό. Στην εργασία μου ήταν πολύ υποστηρικτικοί. Πέρυσι μου έδωσαν άδεια το Πάσχα και πήγα να εργαστώ στο μπαϊράμι των μουσουλμάνων. Σεβάστηκαν την επιθυμία μου».
Οι φόβοι για τη γλώσσα και την ταυτότητα της μειονότητας
Ο τέως πρόεδρος της Κοινότητας Νεοχωρίου, Λάκης Βίγκας, αναφέρει ότι η δική του μαρτυρία ανάγεται στην περίοδο γύρω στο 2007, όταν πρωτογνώρισε ένα άγνωστο στην κοινότητα ζευγάρι, το οποίο συμμετείχε στην κυριακάτικη λειτουργία στον Ιερό Ναό της Παναγίας Κουμαριώτισσας στο Νιχώρι και συνεχίζει μέχρι σήμερα συστηματικά, παραμένοντας ενεργό στην κοινοτική ζωή. Αργότερα προστέθηκαν και άλλοι, οι οποίοι με σεβασμό και αγάπη ακολουθούν τις παραδόσεις και την εκκλησιαστική ζωή.
Η πλειονότητα των βαπτισθέντων που γνώρισε είναι άνθρωποι σοβαροί, με παιδεία, και η επιλογή τους αποτελεί συνειδητή στάση ζωής. Πολλές φορές, όσοι θεωρούνται γηγενείς εκπλήσσονται από το ενδιαφέρον και το επίπεδο των γνώσεών τους, καθώς εργάζονται με υπομονή και μελετούν με ζήλο, εμβαθύνοντας στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη, καθώς και στα συγγράμματα των Πατέρων της Εκκλησίας.
Ο κ. Βίγκας αναφέρει ότι το μεγαλύτερο εμπόδιο στη λειτουργική και κοινοτική ζωή παραμένει η γλώσσα. «Επιβάλλεται να βρούμε λύσεις για να μη χαθεί η ελληνοφωνία στους ναούς μας. Για εμάς η διατήρηση της ελληνικής γλώσσας, ειδικά μέσα στις εκκλησίες μας, είναι εκ των ων ουκ άνευ για τη συνέχιση της ύπαρξης της Ρωμιοσύνης».
Η ομογενειακή εφημερίδα «Απογευματινή», με κύριο άρθρο της, εκφράζει διαφορετική άποψη, τονίζοντας ότι: «Σήμερα, που ο πληθυσμός μας βαίνει μειούμενος, παρατηρείται το εξής φαινόμενο: Τούρκοι μουσουλμάνοι που βαπτίζονται εγγράφονται στα ελληνορθόδοξα μειονοτικά σχολεία. Στον νου του κάθε καλοπροαίρετου παρατηρητή γεννάται το εξής ερώτημα: “Μήπως τελικά είναι αυτή η λύση στο δημογραφικό;”. Η απάντηση είναι όχι.
Οπως έχει ξαναειπωθεί, η αλλαγή πίστης είναι θεμελιώδες δικαίωμα και οι θρησκευτικοί λειτουργοί έχουν την υποχρέωση να την επικυρώνουν. Δεν είναι δυνατόν, όμως, η αλλαγή πίστης ανθρώπων που δεν έχουν καταγωγή από τη μειονότητά μας να συνεπάγεται την άμεση και αυτόματη ένταξή τους σε αυτήν. Ολοι οι ομογενειακοί θεσμοί, ως θεματοφύλακες του ελληνορθόδοξου πολιτισμού, έχουμε την ύψιστη ευθύνη διαφύλαξης της μητρικής μας γλώσσας, των ηθών, εθίμων και παραδόσεών μας. Οφείλουμε επίσης να προστατεύουμε την κοινοτική μας περιουσία, την οποία οι πρόγονοί μας –την ώρα της φυγής τους– μεταβίβασαν σε φίλια χέρια “άρον άρον”, ώστε να μην υφαρπαχθεί ο ιδρώτας τους, να μη χαθούν οι αναμνήσεις τους και να μη διαστρεβλωθεί η ιστορία τους».

