Επιστροφή στο Λιτόχωρο
Του Βλάση Αγτζίδη*
Οποιος είχε βρεθεί το προηγούμενο Σαββατοκύριακο στην όμορφη κωμόπολη στους πρόποδες του Ολύμπου θα ήταν μάρτυρας του τρόπου με τον οποίο μερίδες της κοινωνίας μας επιστρέφουν στην προ του 1982 εποχή. Δύο παράλληλες εκδηλώσεις, με διαφορά μιας μέρας, έλαβαν χώρα με αφορμή τα 80 χρόνια από την επίθεση των ανταρτών στον σταθμό Χωροφυλακής του Λιτοχώρου και υπό μία έννοια, τη συμβολική έναρξη του Εμφυλίου Πολέμου.
Και στις δύο εκδηλώσεις, κυρίαρχα ήταν τα σχήματα που παρέπεμπαν στην απόλυτη δαιμονοποίηση του αντιπάλου και στην προσπάθεια για καλλιέργεια του σχετικού συναισθήματος στο εν πολλοίς στρατευμένο κοινό που παρακολουθούσε. Και, βεβαίως, τα ερμηνευτικά σχήματα που παρουσίασαν οι ομιλητές και στις δύο εκδηλώσεις επιβεβαίωσαν το συμπέρασμα ότι μπροστά στο πολιτικό και κομματικό όφελος όλη η επιστημονική και ερευνητική δουλειά που έχει γίνει τις τελευταίες δεκαετίες για την περίοδο 1940-49 είτε αγνοείται είτε συνειδητά υποκαθίσταται από εύπεπτα σχήματα, που εξυπηρετούν τις πολιτικές προσδοκίες περιχαράκωσης των οπαδών σε σκληρούς πυρήνες φανατικών.
Το 1982 υπήρξε μια τομή στην πολιτική ιστορία της Ελλάδας εφόσον έκλεισαν οι εκκρεμότητες που είχε κληροδοτήσει η δεκαετία του ’40 με την αναγνώριση της «Εθνικής Αντίστασης». Η Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία (1974 έως σήμερα), που ιστορικά αποτελεί την πλέον σταθερή και δημοκρατική περίοδο –παρ’ όλα τα επιμέρους προβλήματα που προκάλεσαν οι παραδοσιακές νοοτροπίες και δομές του πελατειακού κράτους που συνέχισαν να επιβιώνουν από την ίδρυση της Ελλάδας έως και σήμερα–, τόλμησε να βάλει την ταφόπλακα στην εποχή του διχασμού και του εμφύλιου σπαραγμού.
Αντι-ιστορικά σχήματα – Από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 επέστρεψαν στον χώρο της λαϊκής Δεξιάς και της Ακροδεξιάς σχήματα περί του Εμφυλίου που θεωρούνταν έως τότε ξεπερασμένα και αντι-ιστορικά.
Επέλεξε να αντικαταστήσει και νομοθετικά την παράδοση του κοινωνικού διαχωρισμού με ένα νέο ενωτικό αφήγημα, το οποίο αναιρούσε τους αποκλεισμούς που είχαν θεσμοθετηθεί έως τότε (Νόμος Eκτακτης Ανάγκης 971/1949 και Π.Δ. 179/1969), που απέκλειαν από την Εθνική Αντίσταση το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Γιατί έως τότε ως Εθνική Αντίσταση θεωρούνταν οι μη αριστερές αντιστασιακές οργανώσεις, καθώς και οι δωσίλογοι της κατοχικής περιόδου, που είχαν πλέον ξαναβαφτιστεί στην κολυμβήθρα της εθνικοφροσύνης. Oπως είναι γνωστό, μεγάλο μέρος των ένοπλων συνεργατών των κατακτητών ενσωματώθηκε στον κρατικό μηχανισμό για να αντιμετωπιστεί η κομμουνιστική απειλή.
Με τις διαδοχικές αυτές θεσμοθετήσεις η ελληνική κοινωνία αντιλαμβανόταν τι ήταν εθνικά ορθό με βάση την αντίληψη των διοικούντων και ποιες ομάδες του πληθυσμού θα έπρεπε κοινωνικά να αποκλειστούν. Αυτές οι θεσμοθετήσεις απηχούσαν τον τρόπο με τον οποίο έγινε η Απελευθέρωση της Ελλάδας. Και αυτό αποτυπώνεται με τον καλύτερο τρόπο στο πώς αποδόθηκε η δικαιοσύνη. Από το 1944 έως το 1949 εκτελέστηκαν μόνον 25 δωσίλογοι, ενώ τα ειδικά στρατοδικεία εκτέλεσαν την ίδια περίοδο 3.000-5.000 κομμουνιστές και συμπαθούντες τους. Την αιτία ίσως μπορούμε να την ανιχνεύσουμε στην ένταση του Εμφυλίου, ο οποίος υπήρξε η πιο αιματηρή σύγκρουση στην Ευρώπη μεταξύ του 1945 και της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας.
Η μερική προσέγγιση μιας φορτισμένης ιστορικής περιόδου έληξε το 1982 με μια γενναία απόφαση: την αναγνώριση της σημασίας της μεγαλύτερης αντιστασιακής οργάνωσης, του αριστερού εθνικοαπελευθερωτικού ΕΑΜ και του στρατιωτικού σκέλους του ΕΛΑΣ. Μια απόφαση που ξεχώριζε τις ιστορικές φάσεις μεταξύ τους, δεν αποδεχόταν την εμφυλιοπολεμική αυθαιρεσία περί των «τριών γύρων» και αντιμετώπιζε την Εθνική Αντίσταση στο πλαίσιο που αυτή εμφανίστηκε και δεν ήταν άλλο από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την τριπλή γερμανο-ιταλο-βουλγαρική κατοχή.
Η αφήγηση του ΚΚΕ – Αντίστοιχες εκδηλώσεις τα τελευταία χρόνια οργανώνει και το ΚΚΕ, επιχειρώντας να διαμορφώσει μια νέα ανάγνωση του Εμφυλίου και να στεγανοποιήσει έτσι τους πιστούς του.
Ομως, αυτή η γενναία απόφαση του 1982 δεν αρκούσε για να συμφιλιώσει τον τόπο. Φαίνεται ότι η τριετία του εμφυλίου (1946-49) άφησε ανεπούλωτες πληγές. Ισως για τη μη επούλωση να φταίει η ένταση εκείνης της ιστορικής περιόδου. Ισως πάλι να υπήρχαν συγκεκριμένα συμφέροντα που την εμπόδιζαν.
Αυτό που μπορεί να παρατηρήσει ο διορατικός ερευνητής είναι ότι από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 επέστρεψαν στον χώρο της λαϊκής Δεξιάς και της Ακροδεξιάς σχήματα περί του Εμφυλίου που θεωρούνταν έως τότε ξεπερασμένα και αντι-ιστορικά. Επέστρεψε παράλληλα και μια ακραία αντικομμουνιστική φρασεολογία και επιχειρηματολογία που ερχόταν κατευθείαν από την Εποχή του Εμφυλίου. Ετσι επανεμφανίστηκε το ιδεολόγημα περί «τριών γύρων», συνδέοντας την Κατοχή με τον Εμφύλιο και υποβαθμίζοντας παράλληλα την Εθνική Αντίσταση κατά των κατακτητών. Το άμεσο αποτέλεσμα αυτής της προσέγγισης είναι η αποκοπή των ενδοελλαδικών σχέσεων και αντιθέσεων από το διεθνές πλαίσιο.
Η Ελλάδα ξαναμετατρέπεται σε ομφαλό της Γης και οι διεθνείς αντιθέσεις και μέτωπα εξαφανίζονται. Ετσι απομειώνεται το πραγματικό σχήμα που όρισε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και καθόριζε τα δύο αντίπαλα μέτωπα: από τη μία οι σύμμαχοι και τα αντιστασιακά κινήματα –που στην Ελλάδα εκφράζονταν από ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, ΕΔΕΣ, ΕΚΚΑ, ΠΕΑΝ, Μίδας 614, Ελευθερία στη Θεσσαλονίκη, Ομηρος κ.λπ.– και από την άλλη οι δυνάμεις του Αξονα και οι συνεργάτες τους: Γερμανοί, Ιταλοί, Βούλγαροι, κυβέρνηση Κουίσλιγκ, Ειδική Ασφάλεια, ΕΕΣ, Τάγματα Ασφαλείας, Δάγκουλας, Βήχος κ.λπ. Ολη αυτή η στρεβλή πρόσληψη του παρελθόντος οδήγησε στην πραγματοποίηση «εκδηλώσεων μνήμης», που στην πραγματικότητα διαιωνίζουν το εμφυλιοπολεμικό μίσος.
Αντίστοιχες εκδηλώσεις τα τελευταία χρόνια οργανώνει και το ΚΚΕ, επιχειρώντας να διαμορφώσει μια νέα ανάγνωση του Εμφυλίου και να στεγανοποιήσει έτσι τους πιστούς του. Εκτιμώ ότι ο λόγος που επιστρέφει σε σκληροπυρηνικά σχήματα δεν είναι άλλος από το υπαρξιακό ζήτημα που δημιούργησε σε τέτοιου τύπου κόμματα η σοβιετική κατάρρευση. Το λενινιστικό θεώρημα με κάποιο σταλινικό επίχρισμα αποδείχθηκε μέσα στον 20ό αιώνα ατελέσφορο. Το ότι το «βαθύ κράτος» του ΚΚΕ, που κατάφερε να αποφύγει το 1989 την προσαρμογή στη νέα πραγματικότητα, υποχρεώθηκε να διαμορφώσει μια άτεγκτη ιδεολογική βάση, η οποία όμως θα έμενε στον χώρο της θεωρίας, αποφεύγοντας την εφαρμογή της. Ακριβώς για αυτό η νομενκλατούρα που προέκυψε από το 1989 επέστρεψε στη σκληρή μήτρα της υποτιθέμενης μπολσεβικικής καθαρότητας. Δηλαδή επέστρεψε στις προ του 1935 (7ο συνέδριο Κομιντέρν) θέσεις και έτσι μπορεί να δικαιολογήσει την απόλυτη άρνηση συνεργασίας με άλλες ομάδες της Αριστεράς.
*Ο κ. Βλάσης Αγτζίδης είναι δρ Σύγχρονης Ιστορίας του ΑΠΘ.
Οι χρήσεις και οι αποσιωπήσεις του Εμφυλίου
Του Τάσου Σακελλαροπουλου*
Ογδόντα χρόνια μετά την «επίσημη» έναρξη του Εμφυλίου Πολέμου, στις 30 Μαρτίου 1946 (ημέρα των πρώτων μεταπολεμικών βουλευτικών εκλογών) με την ένοπλη επίθεση των ανταρτών της κομμουνιστικής Αριστεράς στον σταθμό Χωροφυλακής στο Λιτόχωρο, ο ελληνικός Εμφύλιος εξακολουθεί να φέρει για πολλούς έντονο πολιτικό φορτίο και να ανανεώνει πολιτικές συγκρούσεις, έστω και μέσω επετειακών εορτασμών.
Παρά τη μεγάλη χρονική απόσταση, η πολιτική χρήση του Εμφυλίου παγιώνει τη διαίρεση σε καλούς και κακούς, πολλαπλασιάζει τη διχαστική διάσταση των συγκρούσεων, ωφελεί τη σταθερή καλλιέργεια αναζήτησης του «εσωτερικού» εχθρού ή του «προσκυνημένου αντιπάλου». Δεν εξυπηρετεί έτσι, την ανάγκη μας να καταλάβουμε από πού ερχόμαστε και προερχόμαστε.
Ο Εμφύλιος Πόλεμος, με ρίζες στη δεκαετία του 1920, στον Μεσοπόλεμο και κυρίως στον Εμφύλιο Πόλεμο της Κατοχής και με τραγική συνέπεια τις σκληρότατες πολιτικές διώξεις κατά της Αριστεράς και μέρους του Κέντρου έως το 1974, αποτελεί τον τελευταίο ιστορικό «ογκόλιθο» που ποδηγετεί τη σύνδεσή μας, μέσω καθαρών, ιστορικών αναπνοών, με το νεότερο, δύσκολο και βαρύ παρελθόν μας, με το πρόσφατο ριζικό μας σύστημα.
Προηγήθηκαν κατά τον 20ό αιώνα, ο βαρύς διχασμός βασιλικών και βενιζελικών, μεγάλης έντασης και αιματηρής διαίρεσης μεταξύ παλιάς και νέας Ελλάδας. Διχασμός που απορροφήθηκε εντός ενός ενιαίου αστικού πόλου κατά τη διάρκεια της Κατοχής, όταν εμφανίστηκε δυναμικά και ανατρεπτικά στο πολιτικό προσκήνιο η Αριστερά. Απορροφήθηκε, από ένα αναγκαστικό αλλά δύσκολο συνοικέσιο, Δεξιάς και Κέντρου, που η χούντα του 1967, τελικά όρισε τα όποια κοινά αλλά και τα πολλά διαφορετικά, αυτού του πολιτικού ζευγαριού.
Αλλος πικρότατος και χυδαιότατος διχασμός, απολύτως μουγγός εκ μέρους των αδύναμων και ανυπεράσπιστων παθόντων που τον υπέστησαν, εκείνος μεταξύ «αγνών» Ελλήνων ντόπιων και προσφύγων τουρκόσπορων, που έφτασαν στη «μητέρα» Ελλάδα, ξεριζωμένοι, ανέστιοι και πένητες το 1922 και το 1923. Αποσιωπήθηκε ο διχασμός, από την οικονομική ανέχεια των προσφύγων. Χρειάστηκε να περάσουν τουλάχιστον τρεις δεκαετίες για να καταγραφούν σε ισχυρούς αριθμούς, γάμοι φτωχών ντόπιων και φτωχών προσφύγων. Τα παιδιά των προσφύγων που υπέστησαν τη βαρύτατη απόρριψη από τους ντόπιους δεν έμαθαν τα αδιέξοδα και τις διεξόδους των γονιών τους. Στερηθήκαμε έτσι έναν κρίκο ζωής που θα μας εξηγούσε πολλά για τη σύνθεσή μας.
Αντιστοίχως, η διατήρηση της μνήμης του Εμφυλίου 1946-1949 με διχαστικό πρόσημο ακυρώνει την ανάγκη όσων αναζητούν συνθετικά την ηθική μας προέλευση. Ο Εμφύλιος, όμως, είναι μνήμη όλων μας. Οταν η μνήμη διχάζει, η λύση είναι να οργανωθεί σωστά και συνθετικά και όχι να απαξιωθεί. Οσο οι μονομερείς «ιδιοκτήτες» μνήμης τη χρωματίζουν με το «δίκιο» τους, ηττημένη είναι η μνήμη των γενεών που θα έρθουν μετά από εμάς.
Εκτός από το στρατιωτικό-επιχειρησιακό πλαίσιο και των δύο πλευρών που έχει μελετηθεί, όπως και το ιδεολογικό και πολιτικό του ΚΚΕ που μελετήθηκε επαρκώς και από την «ορθόδοξη» αλλά και από την ανανεωτική Αριστερά, μένουν πολλά που εντός ενός πολέμου αποσιωπούνται και κυρίως απαξιώνονται ως στοιχεία της σύγκρουσης, ενώ τη χαρακτήρισαν.
Μεταξύ πολλών άλλων, εκκρεμούν η εμβάθυνση και η συνθετική απόδοση ερευνών για τη συνύπαρξη Δεξιάς και Κέντρου στον αστικό πόλο, για τις προσπάθειες ειρήνευσης που απορρίφθηκαν και από το ΚΚΕ, για τη διαδικασία απορρόφησης της συνεργασίας με τους κατακτητές στον ελληνικό στρατό, για τη δυναμική της Εκκλησίας, τη δράση των παραστρατιωτικών μονάδων της Δεξιάς και τα κομμένα κεφάλια, τις εκτελέσεις θανατικών ποινών αυθαίρετα από τα λαϊκά δικαστήρια της κομμουνιστικής Αριστεράς ή επίσημα από το κράτος, τη βίαιη και υποχρεωτική στρατολόγηση αγοριών και κοριτσιών από τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας, το κολαστήριο της Μακρονήσου, τη θανατική βαρβαρότητα που υπέστησαν όσα στελέχη του ΚΚΕ δεν ταυτίζονταν με την ηγεσία του.
Τα παραπάνω μπορούν να συνθέσουν την απήχηση που είχε ο Εμφύλιος στον φόβο των νικημένων και στην επιβεβαίωση των νικητών. Δυο συναισθήματα που εξελίχθηκαν σε νοοτροπίες όχι των ηγεσιών, αλλά της λαϊκότητας που σφράγισε τη μετεμφυλιακή Ελλάδα, του μόχθου της επιβίωσης και της προσπάθειας.
Συμβαίνει συχνά, όταν η αγωνία να αναδειχθεί μια ιδεολογία νικηφόρα, να χάνεται η λαϊκότητα των γεγονότων και των εποχών. Μια απώλεια που δημιουργεί κενότητα στην ανασύσταση του γεγονότος, αφού απουσιάζει τελικά ο πρωταγωνιστής, που είναι η αγωνία των ανθρώπων.
Ο κ. Τάσος Σακελλαρόπουλος είναι ιστορικός, υπεύθυνος του Ιστορικού Αρχείου του Μουσείου Μπενάκη.*
