Στο επίκεντρο της δεύτερης ημέρας κατάθεσης του πρώην προέδρου του ΟΠΕΚΕΠΕ, Γρηγόρη Βάρρα, βρέθηκαν οι καταγγελίες περί απάτης από παραγωγούς, αλλά και οι διευκρινίσεις που κλήθηκε να δώσει για τη σχέση του με τον πρωθυπουργό, στο πλαίσιο της δίκης των πρώην στελεχών του Οργανισμού, Δημήτρη Μελά και Αθανασίας Ρέππα, για υπεξαγωγή εγγράφων.
Ο μάρτυρας, καθηγητής Πανεπιστημίου και σύμβουλος του πρωθυπουργού μετά την αποχώρησή του από τον ΟΠΕΚΕΠΕ, υποστήριξε ότι εντοπίστηκαν περιπτώσεις στις οποίες παραγωγοί φέρονται να αξιοποίησαν την αποκαλούμενη «τεχνική λύση», καταθέτοντας ψευδή στοιχεία προκειμένου να λάβουν ενισχύσεις. Σύμφωνα με τον ίδιο, η λειτουργία του Φορέα Συντονισμού των ΚΥΔ, σε συνδυασμό με τους ανεπαρκείς ελέγχους από πλευράς Οργανισμού, δημιούργησε περιθώρια εκμετάλλευσης του συστήματος από όσους επιδίωκαν παράνομο όφελος.
Ο Γρηγόρης Βάρρας αναφέρθηκε και στη σχέση του με τον πρωθυπουργό έπειτα από ερωτήσεις που δέχτηκε, ενώ –όπως είπε– παρά τη μακροχρόνια προσωπική τους γνωριμία από το 2000, μετά την παραίτησή του και την ανάληψη καθηκόντων στο Μέγαρο Μαξίμου «δεν έγινε καμία συζήτηση» για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, εκτιμώντας ότι αυτό συνέβη «ίσως για την προστασία μου», καθώς «δεν ήθελε να με φέρει σε δύσκολη θέση».
Στην απορία του εισαγγελέα σχετικά με το πώς είναι δυνατόν να υπάρχει φιλική σχέση χωρίς να έχει υπάρξει καμία συζήτηση για τον Οργανισμό από το 2020 έως σήμερα, ο μάρτυρας απάντησε ότι «υπήρχε άλλος τρόπος διαχείρισης», σημειώνοντας ότι εκείνη την περίοδο υπήρχαν κρίσιμα ζητήματα, όπως η πανδημία και οι μεταναστευτικές ροές στον Εβρο. «Στον λόγο μου, δεν είμαι ο άνθρωπος που θα πάω να γκρινιάξω. Δεν ήρθα εδώ να πω ούτε δικαιολογίες ούτε ψέματα», ανέφερε, ενώ πρόσθεσε ότι «εγώ θεωρώ τον πρωθυπουργό φίλο μου».
Με την έναρξη της κατάθεσής του, ο κ. Βάρρας ανέφερε επίσης ότι ενημερώθηκε το Σάββατο για την υποβολή μήνυσης εις βάρος του για ψευδή κατάθεση από την εταιρεία Neuropublic, τεχνικό σύμβουλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Οπως είπε, εκλαμβάνει την κίνηση αυτή ως «έμμεση απειλή», επισημαίνοντας ότι πρόκειται για «ένα οικονομικό μέγεθος» απέναντι στο οποίο «δεν μπορώ να αντεπεξέλθω οικονομικά». Οπως πρόσθεσε, μετά τη μήνυση «θυμήθηκα αυτό το κλίμα φόβου και απειλών που υπήρχε σε υπαλλήλους του ΟΠΕΚΕΠΕ».

