Η πρώτη δικαστική κρίση που αποδίδει ευθέως στο Δημόσιο ευθύνη για το σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών εκδόθηκε από το Διοικητικό Πρωτοδικείο της Αθήνας, που επιδίκασε αποζημίωση 400.000 ευρώ σε τέσσερις συγγενείς θύματος της σιδηροδρομικής τραγωδίας. Μάλιστα η απόφαση αυτή είναι αμετάκλητη, αφού η κυβέρνηση έχει δηλώσει πως παραιτείται από την άσκηση ένδικων μέσων σε δίκες που αφορούν τη σιδηροδρομική τραγωδία της 28ης Φεβρουαρίου 2023. Στο πολυσέλιδο σκεπτικό επισημαίνεται, μεταξύ άλλων, ότι το ελληνικό Δημόσιο, διά του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, αν και «γνώριζε ήδη επί μακρόν την επικίνδυνη και απολύτως ανεπαρκή κατάσταση που επικρατούσε στον σιδηρόδρομο, άσκησε πλημμελώς και αναποτελεσματικά την εποπτεία που όφειλε, συμβάλλοντας αιτιωδώς, διά της παράνομης αυτής παράλειψής του, στο ζημιογόνο αποτέλεσμα, το οποίο μπορούσε να αποτραπεί».
Στα διοικητικά δικαστήρια είχε προσφύγει η οικογένεια ενός 15χρονου αγοριού που έχασε τη ζωή του μαζί με τον πατέρα του. Η αγωγή είχε κατατεθεί τον Απρίλιο του 2024 στο Διοικητικό Πρωτοδικείο της Αθήνας και στρεφόταν εις βάρος του ελληνικού Δημοσίου, της Hellenic Train και του ΟΣΕ. Επειτα από τρεις αναβολές, συζητήθηκε τον Μάιο του 2025. Με την απόφασή του το δικαστήριο δήλωσε αναρμόδιο για το σκέλος που αφορά τη Hellenic Train και τον ΟΣΕ, ενώ αντιθέτως αναγνώρισε ευθύνες στο Δημόσιο και επιδίκασε στα μέλη της οικογένειας αποζημίωση ύψους 400.000 ευρώ. «Η δικαστική αυτή εξέλιξη καθιστά σαφές ότι η αναζήτηση ευθυνών δεν εξαντλείται σε επιμέρους φυσικά πρόσωπα, αλλά εκτείνεται στον ίδιο τον πυρήνα της λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού», σημείωσε σε ανακοίνωσή του ο δικηγόρος της οικογένειας, Γιώργος Καπράνος.
Το Διοικητικό Πρωτοδικείο της Αθήνας απέδωσε ευθέως στο Δημόσιο ευθύνη για το δυστύχημα.
Ευθύνη του Δημοσίου είχε διαπιστώσει στο σκεπτικό του και το Μονομελές Πρωτοδικείο της Αθήνας όταν τον Φεβρουάριο του 2025 επιδίκασε συνολική αποζημίωση ύψους 800.000 ευρώ στους συγγενείς του ελεγκτή που έχασε τη ζωή του στα Τέμπη. Η υπ’ αριθ. 966/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου της Αθήνας (Διαδικασία Εργατικών Διαφορών) είχε συνδέσει την εξέλιξη της σύμβασης 717 –έλαβε συνεχόμενες παρατάσεις– με το τραγικό αποτέλεσμα. Το δικαστήριο επιδίκασε στη σύζυγο και σε κάθε ένα από τα τρία παιδιά του θανόντος από 200.000 ευρώ για την ηθική βλάβη και την οδύνη που υπέστησαν από την απώλεια του θύματος, αναγνωρίζοντας την ευθύνη αλληλεγγύως και εις ολόκληρον τόσο για τον ΟΣΕ όσο και για τη Hellenic Train. Στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται μεταξύ άλλων πως «η Hellenic Train παρέλειψε να εξασφαλίσει ότι βρισκόταν σε πλήρη και συνεχή λειτουργία και χρήση από τους υπαλλήλους της, κατά την κίνηση των αμαξοστοιχιών που μισθώνει και χρησιμοποιεί για τις ανάγκες της, το ουσιώδες σύστημα επικοινωνίας μεταξύ σταθμαρχών, μηχανοδηγών και ρυθμιστών κυκλοφορίας, το οποίο άπτεται της ασφαλούς κυκλοφορίας επί του δικτύου της δεύτερης εναγομένης ΟΣΕ Α.Ε., που είναι ο διαχειριστής της σιδηροδρομικής υποδομής».
Η δικαστής που εξέδωσε την απόφαση καταλόγισε επίσης στον ΟΣΕ πως «παρέλειψε να αποδώσει σε λειτουργία και χρήση το σιδηροδρομικό δίκτυο και στον διαχειριστή της σιδηροδρομικής υποδομής τα κρίσιμα συστήματα ασφαλείας και ελέγχου της σιδηροδρομικής κυκλοφορίας, η λειτουργία και χρήση των οποίων θα απέτρεπε κατά τρόπο βέβαιο την επέλευση του επίδικου δυστυχήματος. Από όλα τα παραπάνω αποδείχθηκε ότι στην επέλευση του επίδικου δυστυχήματος συνετέλεσε πταίσμα, ήτοι βαριά συγκλίνουσα αμέλεια, των οργάνων του ΟΣΕ και της Hellenic Train». Την απόφαση αυτή έχει επικυρώσει και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ τον περασμένο Οκτώβριο η Hellenic Train κατέθεσε αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης που δικαίωνε τέσσερις συγγενείς του ελεγκτή της επιβατικής αμαξοστοιχίας. Στον αντίποδα, ο ΟΣΕ δεν προχώρησε σε ανάλογη κίνηση, ακολουθώντας την «προτροπή» του αναπληρωτή υπουργού Μεταφορών Κωνσταντίνου Κυρανάκη, ο οποίος ζητούσε από τις εταιρείες να παραι-τηθούν από αυτό το δικαίωμα.

