Τον Ιούνιο του 2025, λίγες ημέρες μετά την εξάρθρωση κυκλώματος πλαστογραφίας που είχε αποπειραθεί να πουλήσει σε μυστικό αστυνομικό έναν υποτιθέμενο πίνακα του Πικάσο, ο Γιώργος Τσαγκαράκης εμφανίστηκε σε τηλεοπτική εκπομπή για να προειδοποιήσει το κοινό. «Αυτή η κολόνια κρατάει πολλά χρόνια», είπε για τη διακίνηση ψευδεπίγραφων έργων τέχνης. «Η ζωγραφική είναι πολύ εύκολη όταν δεν ξέρεις να ζωγραφίζεις και πολύ δύσκολη όταν ξέρεις», πρόσθεσε τσιτάροντας τον ιμπρεσιονιστή ζωγράφο Εντγκάρ Ντεγκά.
«Πολλές φορές και εμείς ρωτάμε τους πελάτες που μας φέρνουν έργα για το ιστορικό – δεν είναι αστυνομική ανάκριση. Για να μας βοηθήσουν γενεαλογικά, πώς ξεκίνησε και πώς έφθασε στα χέρια μας», ανέφερε στην εκπομπή. Υποστήριξε ότι και η Εθνική Πινακοθήκη παρέχει πιστοποιήσεις ως «εθνικός φορέας», ενώ στην πραγματικότητα δεν μπορεί να ασχοληθεί με υποθέσεις ιδιωτών και παρεμβαίνει μόνο εάν ζητηθεί από αστυνομικές και δικαστικές αρχές. «Εάν έχω ένα έργο που θέλω να ξέρω ότι είναι πραγματικό, άμα έρθω σε εσάς θα μου δώσετε χαρτί;» τον ρώτησε ο δημοσιογράφος. «Ναι, εμείς μπορούμε να κάνουμε αυτή την έρευνα, σε συνεργασία βέβαια με ειδικούς», απάντησε εκείνος.
Η επιχείρηση
Σχεδόν δέκα μήνες αργότερα ο κ. Τσαγκαράκης, ευρύτερα γνωστός μέσα από τις τηλεοπτικές δημοπρασίες του ως γεμολόγος και εκτιμητής πολύτιμων κοσμημάτων και έργων τέχνης, συνελήφθη από τις αστυνομικές αρχές. Είχαν προηγηθεί διαδοχικές καταγγελίες στο Τμήμα Προστασίας Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Μία εξ αυτών έκανε λόγο για «συστηματική προσπάθεια εξαπάτησης του φιλότεχνου κοινού». Από την επιχείρηση του συλληφθέντος κατασχέθηκαν συνολικά 321 έργα τέχνης, τα οποία στην πλειονότητά τους κρίθηκαν πλαστά από ειδικό της Εθνικής Πινακοθήκης.
Στις τηλεδημοπρασίες του, ανάμεσα σε ρόλεξ, χρυσά μενταγιόν 18 καρατίων και χειροποίητα βραχιόλια επιχειρούσε να πουλήσει και έργα που αποδίδονταν, μεταξύ άλλων, στους Τέτση, Αλταμούρα, Βασιλείου, Μυταρά, Μόραλη, Φασιανό και Κοσμαδόπουλο. Σύμφωνα με τη δικογραφία, πολλά έργα των δημοπρασιών βρίσκονται ανάμεσα στα κατασχεμένα.
Μετά την απολογία του ο κ. Τσαγκαράκης αφέθηκε ελεύθερος με περιοριστικούς όρους και δεσμεύτηκαν οι εταιρικοί λογαριασμοί του. Υποστηρίζει ότι είναι αθώος και ότι πολλοί πίνακες ήταν κληρονομιά από τους γονείς του και βρίσκονταν ξεχασμένοι σε αποθηκευτικούς χώρους. Ο δικηγόρος του, Μιχάλης Δημητρακόπουλος, αμφισβητεί τον τρόπο εκτίμησης της αυθεντικότητας από την ειδικό της Πινακοθήκης. Δηλώνει στην «Κ» ότι τα περισσότερα από τα κατασχεμένα έργα φέρουν ονόματα «άσημων, άγνωστων ζωγράφων του εξωτερικού» ή «είναι ανώνυμα», δίχως υπογραφή. Για εκείνα που φέρουν υπογραφές Ελλήνων καλλιτεχνών λέει ότι θα απευθυνθούν σε δικό τους πραγματογνώμονα.
Η υπόθεση του δημοπράτη είναι η πρώτη που εξετάζεται βάσει του νέου νόμου 5271 για την καταπολέμηση της πλαστογραφίας στην τέχνη. Οι διατάξεις του τιμωρούν όχι μόνο τη διάθεση, αλλά και την κατοχή εάν διαπιστωθεί «σκοπός παραπλάνησης». Παράλληλα φωτίζεται εκ νέου το εμπόριο πινάκων ζωγραφικής, ένας κόσμος με θολούς όρους, αμφιλεγόμενες πρακτικές και αγοραστές που συχνά αναζητούν «κομμάτια σε τιμή ευκαιρίας» παραβλέποντας ύποπτα σημάδια.
«Κυνηγός» θησαυρών – Το 1989 ο Γιώργος Τσαγκαράκης δημιούργησε μια γκαλερί και ξεκίνησε τις δημοπρασίες, κυρίως κοσμημάτων. «Αυτό που κάνω δεν είναι δουλειά, είναι πάθος. Με έχουν πει κυνηγό θησαυρών και δεν είναι ψέμα», έχει δηλώσει.
Ο Γιώργος Τσαγκαράκης γεννήθηκε το 1963 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Ηταν 12 ετών όταν έχασε τους γονείς του σε διάστημα 45 ημερών. Φοίτησε σε οικοτροφείο και σε νεαρή ηλικία, όπως έχει δηλώσει σε συνεντεύξεις του, μετανάστευσε στην Αλάσκα για να δουλέψει σε δημόσια έργα. Αντεξε δύο μήνες εκεί. Επιστρέφοντας αργότερα στην Ελλάδα εργάστηκε σε ξενοδοχεία στη Ρόδο και ασχολήθηκε με την εστίαση. Το 1989 δημιούργησε μια γκαλερί και ξεκίνησε τις δημοπρασίες, κυρίως κοσμημάτων. «Αυτό που κάνω δεν είναι δουλειά, είναι πάθος. Με έχουν πει κυνηγό θησαυρών και δεν είναι ψέμα», έχει δηλώσει. Τα τελευταία χρόνια εμφανίζεται και στην εκπομπή «Cash or Trash» του Star, αγοράζοντας αντικείμενα που πωλούνται από συμμετέχοντες στο τηλεπαιχνίδι.
Οι δημοπρασίες του προβάλλονται ταυτόχρονα σε τηλεοπτικούς σταθμούς της Ελλάδας και της Κύπρου και στο κανάλι του στο YouTube. Σε μία εξ αυτών, στις 18 Φεβρουαρίου, αφού παρουσίασε ένα μενταγιόν με χρυσή καδένα και ένα vintage βραχιόλι, πέρασε σε έναν πίνακα 50×60 εκατοστών. «Από τα σπάνια έργα που έχουμε, είναι του Σπύρου Βασιλείου», είπε. Εκτίμησε την αξία του στις 6.000 ευρώ και η τιμή εκκίνησης ορίστηκε στα 1.500 ευρώ. Στο βάθος ακουγόταν ο ήχος τηλεφωνικών κλήσεων. Ελεγε ότι έφταναν προσφορές από Αργος, Γλυφάδα, Ζωγράφου και Φιλοθέη. Δεν σκαρφάλωσαν, όμως, πάνω από τις 2.700 ευρώ και απέσυρε τον πίνακα. Παρόμοια έκβαση φαίνεται ότι είχαν και άλλες δημοπρασίες που πραγματοποίησε τον ίδιο μήνα, ζητώντας προσφορές για τους πίνακες συνήθως προς το τέλος της δίωρης διαδικασίας.
Η πρώτη επώνυμη καταγγελία εις βάρος του για πίνακες που παρουσίαζε στις εκπομπές του έγινε στις 24 Φεβρουαρίου από συλλέκτη έργων τέχνης. Στις 6 Μαρτίου ακολούθησε καταγγελία του δικηγόρου και νομικού συμβούλου της Εθνικής Πινακοθήκης Γιώργου Οικονομόπουλου. Σύμφωνα με τη δικογραφία, ανέφερε ότι είχε επικοινωνήσει και με τη χήρα του Φασιανού, η οποία του επιβεβαίωσε ότι ένας υπό δημοπράτηση πίνακας που αποδιδόταν στον ζωγράφο δεν ήταν αυθεντικός. Η αστυνομία συνέλαβε τον έμπορο μετά την εμφάνιση σε μια εκπομπή του ενός Ευαγγελίου του 18ου αιώνα. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι επικοινώνησε με την αρχαιολογική υπηρεσία για να ελεγχθεί το κειμήλιο, αλλά δεν πρόλαβε να κάνει άλλη ενέργεια καθώς συνελήφθη.
Η αγωγή του 2017
Το 2019 το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών εκδίκασε αγωγή που είχε καταθέσει εις βάρος του εμπόρου μία κάτοικος Φιλοθέης. Τον Δεκέμβριο του 2016 η ενάγουσα είχε αγοράσει από την γκαλερί του στο Κολωνάκι έναν πίνακα του Φασιανού και έναν του Βασιλείου έναντι 10.000 ευρώ συνολικά. Ωστόσο, λίγους μήνες αργότερα, το 2017, παρά τις διαβεβαιώσεις του πωλητή, αμφέβαλε για τη γνησιότητα των έργων. Ο κ. Οικονομόπουλος, που την εκπροσώπησε στην υπόθεση, εξασφάλισε μεταξύ άλλων και ιδιόχειρο σημείωμα του Φασιανού, ότι ο πίνακας που του αποδιδόταν δεν ήταν δημιούργημά του.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε η πλαστότητα των έργων, ότι ο εναγόμενος πρέπει να επιστρέψει το ποσό στην ενάγουσα και επιδίκασε επιπλέον 1.000 ευρώ αποζημίωση για ψυχική οδύνη. Οπως εξηγεί ο δικηγόρος της, η γυναίκα ελάβε τα χρήματα, έδωσε πίσω τους πίνακες και ανακάλεσε τη μήνυσή της, οπότε η υπόθεση δεν προχώρησε στο ποινικό σκέλος. Παράλληλα, το 2021 η έφεση του πωλητή στα αστικά δικαστήρια ματαιώθηκε.
Σήμερα η υπεράσπισή του αναφέρει ότι αυτή ήταν μια μεμονωμένη υπόθεση που έχει διευθετηθεί και ότι στην αγορά της τέχνης συμβαίνουν κατά κόρον αντίστοιχα περιστατικά, επικαλούμενη και πλάνη των εμπόρων. Ο κ. Οικονομόπουλος λέει ότι ένας ίδιος –υποτιθέμενος– πίνακας του Φασιανού με εκείνον που είχε πουληθεί στην εντολέα του περιλαμβάνεται στα έργα που κατασχέθηκαν τώρα.


Στις 18 Φεβρουαρίου 2026, σε τηλεδημοπρασία του κ. Τσαγκαράκη παρουσιάστηκε και ένας πίνακας με την υπογραφή του Μιχάλη Οικονόμου. Σύμφωνα με στοιχεία που έχει στη διάθεσή της η «Κ», ένα παρόμοιο έργο ίδιας τεχνοτροπίας και θεματικής είχε περιληφθεί παλαιότερα σε κατάλογο άλλου δημοπράτη στη Θεσσαλονίκη, από τον οίκο του οποίου κατασχέθηκαν τον Δεκέμβριο του 2024 εκατοντάδες έργα ως πλαστά.
Τα «λαχεία» και η γιαγιά με «σπίτι» στο Παρίσι
Ποιοι είναι οι δυνητικοί αγοραστές; «Οι περισσότεροι δεν έχουν καλή γνώση και παιδεία γύρω από την τέχνη, δεν μπορούν να ξεχωρίσουν εάν κάτι είναι πλαστό και εμπιστεύονται τους εμπόρους», λέει στην «Κ» η Αλεξάνδρα Γουλάκη-Βουτυρά, ομότιμη καθηγήτρια ΑΠΘ και διευθύντρια του Τελλογλείου Ιδρύματος Τεχνών. Διευκρινίζει ότι αναφέρεται στο φαινόμενο γενικά και δεν σχολιάζει την πρόσφατη υπόθεση.
Οπως επισημαίνει, οι αγοραστές κυνηγούν τα «ονόματα», αλλά και την «ευκαιρία». «Εάν βρουν κάτι σε καλή τιμή, τους προσελκύει και το παίρνουν για να το επιδεικνύουν στο σπίτι τους. Μπορεί να έχουν μέσα τους την αμφιβολία, αλλά σκέφτονται ότι ίσως τους έτυχε ένα “λαχείο”», προσθέτει.
Επιχειρηματίας που έχει στη συλλογή του 100 έργα τέχνης και μίλησε υπό τον όρο της ανωνυμίας λέει στην «Κ» ότι κατά καιρούς τον κυνηγούσαν διάφοροι «πλασιέ» πινάκων. «Ελεγα ότι δεν με πείθει ένα έργο και έπειτα από μήνες μού έφερναν το ίδιο από άλλο κύκλωμα», επισημαίνει.
Θυμάται τις ευφάνταστες ιστορίες που έχει ακούσει. Κάποιος προμηθευτής τού είχε διηγηθεί ότι η γιαγιά του διατηρούσε οίκο ανοχής στο Παρίσι στον οποίο σύχναζαν πολλοί μεγάλοι ζωγράφοι της εποχής. «Υποστήριζε ότι είχε κληρονομήσει από εκείνη καμιά πενηνταριά Πικάσο, λάδι σε μουσαμά, μικρά μεγέθη. Είχε και ένα πάκο με επιστολές που υποτίθεται πως είχε γράψει ο καλλιτέχνης στη γιαγιά του. Είχε μάλιστα πείσει έναν ξενοδόχο στην Αττική και εξέθετε τα έργα του σε ενδιαφερομένους», λέει ο επιχειρηματίας. «Απευθύνθηκα στο Μουσείο του Πικάσο στο Παρίσι, δεν υπήρχε αντίστοιχα καμία από τις υποτιθέμενες επιστολές της γιαγιάς στα φυλασσόμενα αρχεία του καλλιτέχνη».
Πριν από λίγα χρόνια εξαπατήθηκε, όμως, και ο ίδιος. Αγόρασε πίνακες που αποδείχθηκαν πλαστοί. «Ηταν και η εποχή της κρίσης που κάποιοι πουλούσαν σε χαμηλές τιμές», λέει. «Τους απέκτησα επειδή ήταν φθηνοί, ενώ έβλεπα ότι δεν ήταν καλοί».

