Σπύρος Κατσίμης (1933-2026): Σέρφερ του στοχασμού και του πνευματικού ευ ζην

Σπύρος Κατσίμης (1933-2026): Σέρφερ του στοχασμού και του πνευματικού ευ ζην

Ο δημοσιογράφος και ποιητής Σπύρος Κατσίμης υπηρέτησε και μετέδωσε την «Επιμέλεια εαυτού», τη φιλοσοφική έννοια της φροντίδας, της γνώσης και διαμόρφωσης του βίου ως τέχνης. Είχε την ηθική συνείδηση και την ελευθερία να παλεύει μετατρέποντας τη ζωή σε καλλιτεχνία.

3' 59" χρόνος ανάγνωσης

Προσπαθώ να εξηγήσω αυτό το πλατύ και βαθύ κύμα συγκίνησης που δημιούργησε η απώλεια του πεθερού μου, δημοσιογράφου και ποιητή Σπύρου Κατσίμη και καταλήγω σε μια ωραία πρόταση που έγραψε κάτω από την ανάρτηση των θυγατέρων του, της Μαριλένας και της Μαργαρίτας, μια κυρία που έχει τον φούρνο στη Λυγιά της Λευκάδας όπου ο Σπύρος ψώνιζε:

«Περίμενα κάθε μέρα να έρθει να πάρει το ψωμί του, να τον δω, να μου μιλήσει με τις ωραίες κουβέντες του, τις ποιητικές και να φύγει. Και μετά όταν σταμάτησε να έρχεται τα πρωινά μου έλειπε. Τον περίμενα μάταια και στενοχωριόμουν που δεν ερχόταν».

Περισσότερο από όλα, η συμβολή του στην πολιτιστική δημοσιογραφία στην «Καθημερινή», την ΕΡΤ και τη «Γυναίκα», τα ποιήματα και η ζωγραφική, αυτά ήταν που έκαναν μεγάλο τον Κατσίμη. Και ο μεταξωτός του τρόπος με τους ανθρώπους. Μαζευόμασταν κάθε φορά στη Λευκάδα εγώ με τους φίλους μου να κάνουμε εκδρομή και όλοι ήθελαν Κατσίμη. Τους μάζευε σαν τσαμπιά γύρω του, τους έπαιζε, τους ευθυμούσε, τους διάβαζε ποιήματα, τους έλεγε ιστορίες και μετά όλοι έφευγαν χορτάτοι. Πολύ χορτάτοι και πολύ χαρούμενοι. Και μίλαγαν για κείνον. Γιατί ο Σπύρος είχε κάτι το πολύ υπαρξιακά παιγνιώδες αλλά και κάτι τόσο εύστοχα μελαγχολικό που κατεξοχήν έβγαινε στα ολιγόστιχά του ποιήματα. Για τον Κατσίμη θα πω μόνο δύο, κατά κυριολεξία δύο, πράγματα. Το πρώτο είναι ότι για μένα και τόσους άλλους ήταν δάσκαλος του ευ ζην. Οχι φυσικά της αγοραίας αναψυχής. Αλλά του καλού, του αγαθού βίου. Μαέστρος. Την πήγε τη ζωή του πρίμα. Τόσο, όσο. Σαν ένας σέρφερ που καταφέρνει πάντα να βρίσκεται στον αφρό της θάλασσας εν μέσω όμορφης και στοχαστικής διαδρομής, όχι ριψοκίνδυνης περιπέτειας. Πέρα από αυτή του τη φοβερή, την αξιοζήλευτη ιδιότητα για όλους –μικρούς και μεγάλους– είχε και μια σοφία βαθύτερη. Προφανώς αυτή τον πλοηγούσε με τόση επιδεξιότητα στον αφρό της ζωής. Και αυτή τoν έκανε σημαντικό ποιητή που γνώριζε ότι η ποίηση και η αφήγηση δεν βρίσκονται στην κατάχρηση των δυνατοτήτων του λόγου.

Το δεύτερο που θέλω να πω για τον Σπύρο που μου είχε κάνει φοβερή εντύπωση από τότε που τον γνώρισα, καλοκαίρι του ’98 στη Λευκάδα (που περιχαρείς του είπαμε ότι θα παντρευτούμε με τη Μαριλένα), είναι πόσο λαίμαργος ήταν. Ξέρω ότι το μυαλό όλων όσοι τον γνώριζαν πάει στο φαγητό, διότι όντως απέναντι σε αυτό ο Κατσίμης είχε ακαταγώνιστη βουλιμία. Βέβαια, τον «είχε» και στην υγιεινή διατροφή κι η Καίτη… –κάτι που παρόξυνε την κατάσταση– αλλά νομίζω ότι, όπως και να ήταν, έτσι θα ήταν ο Κατσίμης. Σαν μωρό. Πάντως, τους τελευταίους δύσκολους μήνες όλοι που ήμασταν δίπλα του, ξέρουμε ότι ο άνθρωπος κυρίως λαβώθηκε από την υποχρεωτική αφαγία.

Ομως, εδώ δεν αναφέρομαι στην κυριολεκτική του λαιμαργία, μολονότι και αυτή έχει θέση στο ψυχογράφημά του για να σπάσει την πένθιμη μεταθανάτια αναφορά μόνο στα σοβαρά.

Αναφέρομαι στη λαιμαργία του για ζωή. Ως το τέλος. Μα κυριολεκτικά ώς το τέλος. Δρομέας ακατάβλητος. Ο αγώνας τελείωνε και αυτός στο στάδιο συνέχιζε. Το έγραψε ένας ποιητής φίλος του. Αυτό ήταν θαυμάσιο.

Είχε ροντάρει, μέχρι και πέρυσι ακόμη, τη ζωή του με έναν τρόπο ολιγαρκή που του έδινε όμως καύσιμο τον ενθουσιασμό του. Εκεί που τον έβλεπες στο τέλος σωματικά να εκφυλίζεται, έβλεπες στα μάτια του το πνεύμα αδάμαστο. Σπινθήρας. Επίμονος μέχρι, κατά κυριολεξία, τελικής πτώσεως πριν ακριβώς από ένα χρόνο. Σαν μια αυτοφορτιζόμενη μπαταρία που εκεί που λες ότι σβήνει, να την πάλι ξανά. Ο Σπύρος μακροημέρευσε, η ζωή τού φέρθηκε ωραία αλλά κι αυτός την πήγε τέλεια. Δεν την άφησε να τον κυριεύσει, να τον βαρύνει. Μέχρι το τέλος: μέχρι πρόπερσι το πρόγραμμα κανονικά Αθήνα – Λευκάδα, ο ενθουσιασμός για το γράψιμο, τις εκδόσεις και τα εικαστικά του, ο καφές σε Νέο Ψυχικό και Λευκάδα και σε ό,τι του έλεγες ήταν μέσα. Η ζωή αριστοτεχνικά με το κουτάλι.

«Επιμέλεια εαυτού»: η φιλοσοφική έννοια της φροντίδας, της γνώσης και της διαμόρφωσης του βίου ως τέχνη. Αυτό είχε ο άνθρωπος: την ηθική συνείδηση και την ελευθερία για να παλεύει να μετατρέπει τη ζωή σε καλλιτεχνία. «Το δε ευδαίμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον», κατά λέξη βγαλμένο από τον Επιτάφιο του Περικλή.

Αυτή η βουλιμία του για ζωή έκανε έναν άνθρωπο 90 ετών να φέρεται μετ’ επιγνώσεως σαν νέος. Πέθανε πλήρης ημερών. Πέθανε όμως παιδί. Γι’ αυτό πόνεσε κιόλας πιο πολύ. Ως το τέλος –κατά κυριολεξία τη στιγμή του θανάτου– άκουγε την όπερα που ήθελε. Και αν και ταλαιπωρήθηκε, πέθανε μέσα στην ανυπέρθετη στοργή που του έδινε αφειδώλευτα η οικογένειά του.

Θα τον θυμούνται πολλοί τον Κατσίμη. Είχε το ανθρώπινο μέταλλο που δεν ξεχνιέται. Ανθρωπος άλλης εποχής. Μιας εποχής που απομακρύνεται μαζί του βάζοντάς μας στις έγνοιες της επιβίωσης για το αύριο που ζυγώνει μαύρο στον κόσμο.

Σπύρο Κατσίμη, υπήρξες μέγας. Και αυτό το μεγαλείο έσπειρες άκοπα σε όσες κι όσους σε γνωρίσαμε.

* Ο κ. Δημήτρης Χριστόπουλος είναι καθηγητής Πολιτειολογίας – Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας Παντείου Πανεπιστημίου.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT