Το πρωί της 24ης Φεβρουαρίου έφτασε μέσω email στους αστυνομικούς του Τμήματος Προστασίας Πολιτιστικής Κληρονομίας η πρώτη καταγγελία για διακίνηση πλαστών έργων τέχνης από γκαλερί στο Κολωνάκι.
«Θα ήθελα να θέσω υπόψη σας μια συστηματική και συνεχιζόμενη προσπάθεια εξαπάτησης του φιλότεχνου κοινού μέσω τηλεοπτικών και διαδικτυακών δημοπρασιών έργων τέχνης», έγραψε ο συντάκτης του μηνύματος. Ακολούθησαν και άλλες καταγγελίες από διαφορετικά πρόσωπα, ενώ οι αρχές προχώρησαν σε έρευνες και συλλήψεις μετά την απόπειρα πώλησης ενός Ευαγγελίου που παρουσιαζόταν ως κειμήλιο του 1745.
Ο πρώτος καταγγέλλων είναι συλλέκτης έργων τέχνης και παρακολουθούσε για καιρό τις διαδικτυακές δημοπρασίες της γκαλερί. Στο κείμενό του, που είναι στη διάθεση της «Κ», σημειώνει ότι στον ιστότοπο της γκαλερί δεν υπήρχε κάποια αναφορά σε όρους και προϋποθέσεις που διέπουν τις δημοπρασίες προς ενημέρωση των δυνάμει αγοραστών. Τα περισσότερα αντικείμενα προς δημοπράτηση ήταν συνήθως ρολόγια και κοσμήματα. Μεταξύ αυτών υπήρχαν και λίγα έργα τέχνης, συνήθως τρία έως πέντε.
«Τα έργα αυτά παρουσιάζονται ακροθιγώς από τον δημοπράτη στην αρχή της δημοπρασίας και συνήθως δημοπρατούνται κάποια από αυτά με αδιαφανή διαδικασία», υποστήριξε ο συλλέκτης. «Ενδιαφέρον έχει η τεράστια διαφορά της αρχικής (κατά τον δημοπράτη) εκτίμησης του κάθε έργου και η τιμή με την οποία ξεκινά η δημοπράτησή του».

Κατά τον καταγγέλλοντα έργα γνωστών ζωγράφων όπως των Θεόφιλου, Τσαρούχη και Γαΐτη, που παρουσιάζονταν στον ιστότοπο της εταιρείας προς πώληση ήταν «αμφισβητούμενης γνησιότητας». Μία ακόμη παράμετρος που του κίνησε υποψίες ήταν ότι στις διαδικτυακές δημοπρασίες παρουσιάζονταν και άλλα ενυπόγραφα έργα, τα οποία συνήθως δεν υπήρχαν στον ιστότοπο της γκαλερί. Αποδίδονταν σε πολύ γνωστούς ζωγράφους (Οικονόμου, Προσαλέντης, Βασιλείου, Αλταμούρας), αλλά όπως σημειώνει «παραδόξως προσφέρονταν σε εξευτελιστικά χαμηλές τιμές».
Ο καταγγέλλων επισύναψε επτά βίντεο δημοπρασιών στα οποία υποστήριξε ότι εμφανίζονταν «προδήλως πλαστά έργα». Σημείωσε ακόμη ότι η διάσταση μεταξύ της τιμής εκτίμησης κάθε έργου και της πρώτης προσφερόμενης από τον δημοπράτη τιμή εκκίνησης, «παραπέμπει σε πρακτικές που ακολουθούσαν άλλοι οίκοι δημοπρασιών πλαστών έργων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό». Αναφέρθηκε και στον καινούριο νόμο 5271 για τα πλαστά έργα τέχνης, ο οποίος ψηφίστηκε το 2026. Σημείωσε ότι καθώς βρίσκεται σε στάδιο ενεργοποίησης το εθνικό μητρώο των εμπειρογνωμόνων, τα επίμαχα έργα θα πρέπει να ελεγχθούν από την Εθνική Πινακοθήκη.
Προθεσμία
Από τις έρευνες της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος κατασχέθηκαν μεταξύ άλλων από τη γκαλερί και μία αποθήκη 321 έργα τέχνης. Σύμφωνα με ανακοίνωση της αστυνομίας, «υπάλληλοι της Εθνικής Πινακοθήκης εξέτασαν τα κατασχεθέντα και γνωμάτευσαν ότι στην πλειονότητά τους είναι πλαστά».
Ο συλληφθείς δημοπράτης και μία υπάλληλός του έλαβαν προθεσμία για να απολογηθούν την Τρίτη. Σε ανακοίνωση που εξέδωσε η γκαλερί υποστηρίζεται ότι οι πίνακες ζωγραφικής που βρέθηκαν στις αποθήκες δεν ήταν προς πώληση, αλλά αποτελούσαν μέρος της προσωπικής περιουσίας και συλλογής του δημοπράτη και προέρχονταν από τους θανόντες γονείς του, προ 40 ετών.
«Οι κατηγορούμενοι από την πρώτη στιγμή αρνούνται την κατηγορία και είμαστε βέβαιοι ότι θα έχουμε τη δυνατότητα να αποδείξουμε ακριβώς ότι δεν έχουν τελέσει κανένα ποινικό αδίκημα», ανέφερε ο Κωνσταντίνος Γώγος, ένας εκ των δικηγόρων των συλληφθέντων.
Νέος νόμος
Τον περασμένο Ιανουάριο τέθηκε σε ισχύ ο νέος νόμος για την καταπολέμηση της διακίνησης πλαστών έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων. Στις διατάξεις του αναφέρεται ότι «όποιος, με σκοπό παραπλάνησης ως προς την ταυτότητα του δημιουργού, την προέλευση, τη χρονολόγηση, τη φύση ή τη σύνθεση, κατασκευάζει, παραποιεί, εκθέτει, διακινεί, διαθέτει, μεταβιβάζει, κατέχει ή δέχεται στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο έργο τέχνης ή συλλεκτικό αντικείμενο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον πέντε χιλιάδων 5.000 ευρώ».
Με κάθειρξη έως 10 έτη και χρηματικές ποινές από 10.000 έως 300.000 ευρώ τιμωρούνται οι ίδιες πράξεις όταν ένα έργο υπερβαίνει σε αξία τις 120.000 ευρώ ή εάν έχουν τελεστεί κατ’ επάγγελμα ή σε εμπορική κλίμακα.

