Η ανήσυχη συνείδηση της Ευρώπης

Μαχητικός διανοούμενος και ακάματος ακαδημαϊκός δάσκαλος, ο Γερμανός φιλόσοφος έδωσε νέα πνοή στις ιδέες της Δημοκρατίας και της Ευρώπης. Τρεις αποτιμήσεις στην «Κ»

η-ανήσυχη-συνείδηση-της-ευρώπης-564138634 Ο Γιούργκεν Χάμπερμας υπήρξε ο φιλόσοφος και ο δημόσιος διανοούμενος ο οποίος προέτρεψε τη μεταπολεμική Ευρώπη, πρώτον, να τολμάει να σκέπτεται, δηλαδή να ασκεί κριτική (κατά το πρόταγμα του Διαφωτισμού) και, δεύτερον, να τολμάει περισσότερη δημοκρατία. Φωτ. Steve Pyke / Getty Images
Ο Γιούργκεν Χάμπερμας υπήρξε ο φιλόσοφος και ο δημόσιος διανοούμενος ο οποίος προέτρεψε τη μεταπολεμική Ευρώπη, πρώτον, να τολμάει να σκέπτεται, δηλαδή να ασκεί κριτική (κατά το πρόταγμα του Διαφωτισμού) και, δεύτερον, να τολμάει περισσότερη δημοκρατία. Φωτ. Steve Pyke / Getty Images
Φόρτωση Text-to-Speech...

Ο «τελευταίος Ευρωπαίος», η συνείδηση της μεταπολεμικής Γερμανίας, ο φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας, σίγησε το περασμένο Σαββατοκύριακο σε ηλικία 96 ετών. Κληρονόμος του Τέοντορ Αντόρνο στη Σχολή της Φρανκφούρτης, ανανέωσε τη σκέψη της και συγκρούστηκε με τους επιγόνους της για την πορεία της. Στη «Θεωρία του επικοινωνιακού πράττειν» έδωσε έμφαση στη λογική και στον διάλογο ως θεμέλια της δημοκρατίας. Οι συστηματικές παρεμβάσεις στη δημόσια σφαίρα τον ανέδειξαν σε ακαδημαϊκό που τολμάει να βγει από τα αμφιθέατρα και να αναλάβει πολιτική δράση. Δεν δίστασε να πάρει αντιδημοφιλείς θέσεις στην περίφημη «διαμάχη των ιστορικών» για την ταυτότητα της Γερμανίας μετά τον ναζισμό, τους πολέμους στο Ιράκ, την Ουκρανία και τη Γάζα, καθώς και την ελληνική κρίση.

Ο φιλόσοφος της επικοινωνίας 

Του Σπύρου Καλτσά

Ο Χάμπερμας τοποθετείται στην παράδοση της κριτικής θεωρίας και θεωρείται από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της «δεύτερης γενιάς της Σχολής της Φρανκφούρτης». Αναπτύσσει μια διεπιστημονική θεωρία της κοινωνίας, η οποία χαρακτηρίζεται από τον θεωρητικό και μεθοδολογικό πλουραλισμό και ενσωματώνει δημιουργικά επιρροές από την ευρύτερη φιλοσοφική παράδοση (αρχαία, νεότερη και σύγχρονη), την κοινωνική και πολιτική θεωρία, την κοινωνιολογική θεωρία, τις κοινωνικές και πολιτικές επιστήμες. 

Το πρώιμο έργο του Χάμπερμας επικεντρώνεται στις γνωσιολογικές και μεθοδολογικές προϋποθέσεις των κοινωνικών επιστημών. Ο Χάμπερμας υποστηρίζει ότι δεν αρκεί να καταγράφουμε «αντικειμενικά» δεδομένα για να κατανοήσουμε την κοινωνία και την ανθρώπινη δράση. Η κοινωνία δεν είναι απλώς ένα σύνολο γεγονότων, αλλά ένας κόσμος τον οποίο οι άνθρωποι βιώνουν, ερμηνεύουν και διαμορφώνουν από κοινού. Για να καταλάβουμε πραγματικά πώς ενεργούν οι άνθρωποι, είναι απαραίτητο να λάβουμε υπόψη μας το νόημα που οι ίδιοι οι άνθρωποι αποδίδουν στις πράξεις τους, στις προθέσεις και τις αξίες που τις καθοδηγούν. 

Μια ιδιαίτερα σημαντική πρώιμη συμβολή του Χάμπερμας αποτελεί η μελέτη του για την κατανόηση της «δημόσιας σφαίρας», η οποία δημοσιεύθηκε το 1962 με τον τίτλο «Αλλαγή δομής της δημοσιότητας» (Strukturwandel der Öffentlichkeit). Η δημόσια σφαίρα διαμορφώνεται τον 18ο και τον 19ο αιώνα στο πλαίσιο των κοινωνικών συνθηκών της αστικής κοινωνίας, όπως η οικονομική ανεξαρτησία της αστικής τάξης, η εκπαίδευση και ο ανεξάρτητος Τύπος, και συγκροτείται σε κοινωνικούς θεσμούς, όπως τα καφέ, τα ρεστοράν, τα «σαλόνια» και οι λέσχες, όπου οι μορφωμένοι αστοί συζητούν για τα γράμματα, τις τέχνες και ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος. Η πολιτική λειτουργία της δημόσιας σφαίρας έγκειται στην έλλογη διαβούλευση, στην ελεύθερη πρόσβαση και στη δυνατότητα κριτικής.

Ωστόσο, στις συνθήκες του ύστερου καπιταλισμού η δημόσια σφαίρα μετασχηματίζεται και σταδιακά υποχωρεί μπροστά στη μαζική, εμπορευματοποιημένη δημοσιότητα των μέσων μαζικής ενημέρωσης, των οργανωμένων ιδιωτικών συμφερόντων και της κατανάλωσης πολιτισμικών αγαθών, ενώ η ορθολογική διαμόρφωση της κοινής γνώμης μέσω του έλλογου επιχειρήματος αντικαθίσταται από τεχνοκρατικές και διαχειριστικές μορφές διαμόρφωσής της. Η κριτική δημοσιότητα υποκαθίσταται σταδιακά από μια «σκηνοθετημένη δημοσιότητα», η οποία λειτουργεί ως μηχανισμός χειραγώγησης από τα άνω. Η έννοια της «δημόσιας σφαίρας» υπήρξε καθοριστική για τη μελέτη και κατανόηση της δημοκρατίας, των κοινωνικών κινημάτων και των πολιτικών θεσμών, επηρεάζοντας σε όλο τους το εύρος την πολιτική φιλοσοφία, καθώς και τις κοινωνικές και πολιτικές επιστήμες. 

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 η σκέψη του Χάμπερμας αφιερώνεται στη δυναμική του διαλόγου και της επικοινωνίας. Ο Χάμπερμας επηρεάζεται από τον Ιμάνουελ Καντ (Immanuel Kant) και αναπτύσσει τη θεωρία του επικοινωνιακού πράττειν. Στο επίκεντρό της βρίσκεται η θεμελιώδης ιδέα ότι μπορούμε να καταλήξουμε στη συναίνεση μέσα από τον ελεύθερο και ισότιμο διάλογο. Η «ιδεώδης ομιλιακή κατάσταση», που περιγράφει ο Χάμπερμας, αναφέρεται σε ένα διάλογο απελευθερωμένο από τη βία και την κυριαρχία. Σε αυτό το πλαίσιο, η ορθολογικότητα δεν είναι μια αφηρημένη ικανότητα των ανθρώπων, αλλά προκύπτει κοινωνικά από την αμοιβαία γλωσσική συνεννόηση και επικοινωνία. Η γλώσσα δεν είναι μόνο μέσο για να περιγράψουμε τον κόσμο, αλλά και ένας τρόπος για να συνυπάρξουμε μέσα σε αυτόν. Παράλληλα, ο Χάμπερμας επισημαίνει, με κριτική και διεισδυτική ματιά, ότι η καθημερινή ζωή χαρακτηρίζεται όλο και περισσότερο από την παρέμβαση απρόσωπων δυνάμεων, όπως η αγορά και το κράτος, που αλλοιώνουν την επικοινωνία και την ανθρώπινη πράξη. Ονομάζει τη διαδικασία αυτή «εποικισμό του βιωμένου κόσμου». 
Ολα αυτά τοποθετούνται σε μια ευρύτερη αντίληψη για τη νεωτερικότητα. Η νεωτερικότητα δεν είναι μια εποχή που έχει ολοκληρωθεί στον ιστορικό χρόνο, αλλά ένα διαρκές σχέδιο για περισσότερη αυτονομία, κριτική ικανότητα και ελευθερία. Σημαντική θέση κατέχει σε αυτή τη συζήτηση και ο διάλογος του Χάμπερμας με τον Μισέλ Φουκό (Michel Foucault) και τον Ζακ Ντεριντά (Jacques Derrida). Ο Χάμπερμας τους ασκεί κριτική, θεωρώντας ότι αντιμετωπίζουν με καχυποψία κάθε γενικό κανόνα ή αξίωση αληθείας. Υπερασπίζεται την ανάγκη να διατηρηθεί ένα κοινό πεδίο συνεννόησης και διαλόγου, για να είμαστε σε θέση να θεμελιώσουμε τη συλλογική μας συμβίωση σε έλλογες και δίκαιες βάσεις. 
Η δεκαετία του 1990 σηματοδοτεί τη στροφή του Χάμπερμας στην αποτύπωση των ηθικών και πολιτικών προεκτάσεων της θεωρίας του επικοινωνιακού πράττειν. Στο πραγματικό και στο ισχύον, ο Χάμπερμας πραγματεύεται τη συμβολή της ηθικής του διαλόγου στη νομιμοποίηση των θεσμών του δημοκρατικού κράτους δικαίου. Παράλληλα, στη μελέτη του «Η ιδέα του Καντ περί της αιώνιας ειρήνης» επαναφέρει στο προσκήνιο τον κοσμοπολιτισμό και την προβληματική του διακρατικού δικαίου, προσεγγίζοντάς τα από μια οικουμενική προοπτική που θέτει στο επίκεντρο την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. 

Ο Χάμπερμας, ωστόσο, δεν περιορίζεται σε μια αμιγώς θεωρητική επεξεργασία των ζητημάτων αυτών, αλλά παρεμβαίνει ενεργά στη δημόσια σφαίρα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η προβληματική της «έριδας των ιστορικών» (Historikerstreit), όπου αντιτάχθηκε στις αναθεωρητικές προσεγγίσεις στη Γερμανία σχετικά με το Ολοκαύτωμα, καθώς και οι παρεμβάσεις του σχετικά με το μέλλον της Ευρώπης. Προσεγγίζοντας το ζήτημα της «συνταγματικής ενοποίησης» της Ευρώπης, ο Χάμπερμας υπογραμμίζει ότι το ζητούμενο δεν είναι η δημιουργία μιας απολύτως νέας πολιτικής κατάστασης, αλλά η διατήρηση και επέκταση των σημαντικών δημοκρατικών επιτευγμάτων του έθνους-κράτους πέραν των ίδιων των ορίων του. Στο πλαίσιο αυτό, ο Χάμπερμας συνδέει τη δημιουργία μιας υπερεθνικής αλληλεγγύης στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης με τις κανονιστικές προϋποθέσεις του «συνταγματικού πατριωτισμού». Το βασικό ερώτημα που ανακύπτει είναι κατά πόσον η δημοκρατική πολιτική κουλτούρα της μεταπολεμικής Ευρώπης μπορεί να επεκταθεί στο πολιτικό και θεσμικό επίπεδο πέραν των περιορισμών των εθνικών συνόρων, προσλαμβάνοντας έναν μεταεθνικό προσανατολισμό.

Η απώλεια του Χάμπερμας αφήνει αναμφίβολα ένα δυσαναπλήρωτο κενό, αλλά ταυτόχρονα και μια σοβαρή πνευματική και θεωρητική παρακαταθήκη για τη μελέτη του δημοκρατικού κράτους δικαίου, καθώς και για την υπεράσπιση των αρχών που συνέχουν τον κοινωνικό μας βίο και θεμελιώνουν τους πολιτικούς θεσμούς. 
 
Ο κ. Σπύρος Καλτσάς είναι επίκουρος καθηγητής, Τμήμα Φιλοσοφίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

Η ανήσυχη συνείδηση της Ευρώπης-1
Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, Εμανουέλ Μακρόν και Γιούργκεν Χάμπερμας σε εκδήλωση για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ενωσης, τον Μάρτιο του 2017, στο Βερολίνο. Ο Γερμανός διανοούμενος πίστευε σθεναρά στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και είχε κρούσει τον κώδωνα κινδύνου στις Βρυξέλλες, γράφοντας πως «η Ε.Ε. αναγνωρίζει το σημείο το οποίο δεν έχει επιστροφή μόνον όταν είναι πολύ αργά».

Η κριτική ως θεμέλιο της δημοκρατίας

Της Αναστασίας Μαρινοπούλου

Συγκαταλέγομαι στους ιδιαίτερα προνομιούχους ανθρώπους οι οποίοι συνεργάστηκαν με τον Γιούργκεν Χάμπερμας. Ας μου επιτραπεί να ξεκινήσω με μια προσωπική παρατήρηση: τόσο η γενναιοδωρία του, σε θέματα ερευνητικά και ακαδημαϊκά, όσο και η προσωπική ευγένεια και υποστήριξη προς νέους επιστήμονες ήταν παροιμιώδεις και ανάλογες της εμβρίθειας και του διαμετρήματος του έργου του. Τις καταμαρτυρούν άλλωστε ένας μεγάλος αριθμός επιστημόνων σε όλη την υφήλιο οι οποίοι τον γνώρισαν και ασχολήθηκαν με την κριτική θεωρία, τις ευρωπαϊκές σπουδές και τη σύγχρονη φιλοσοφία.

Ο Χάμπερμας υπήρξε ο φιλόσοφος και ο δημόσιος διανοούμενος που προέτρεψε τη μεταπολεμική Ευρώπη να επικεντρωθεί σε δύο πράγματα: πρώτον, να τολμάει να σκέπτεται, δηλαδή να ασκεί κριτική (κατά το πρόταγμα του Διαφωτισμού), και, δεύτερον, να τολμάει περισσότερη δημοκρατία.

Σε μια σειρά από μνημειώδη κείμενα από τη δεκαετία του ’50 έως τον θάνατό του υποστήριξε με τεκμηριωμένα επιχειρήματα ότι η δημοκρατία βασίζεται όχι μόνο στην επίκληση της δικαιοσύνης, αλλά και στην απονομή της. Ως ακαδημαϊκός και φιλόσοφος, «χωροθέτησε» τα σύγχρονα κοινοβουλευτικά καθεστώτα εντός ενός συστήματος θεσμοθετημένου διαλόγου όπου ο διάλογος δεν συνιστά τη «βιτρίνα» της δημοκρατίας, δεν είναι προσχηματικός και δεν συντελεί στη «ρυθμιστική δημοκρατία» όπου απλώς και επιφανειακά διευθετούνται μερικά ζητήματα αλλά οι διεκδικήσεις των πολιτών, όπως και το αίσθημα ανομίας και αδικίας, αποσιωπώνται ή παραγνωρίζονται. Γι’ αυτό υπήρξε αδήριτος ως προς τη λειτουργία των θεσμών με βάση τη συμπερίληψη της πολιτικής δημόσιας σφαίρας, την επικοινωνιακή πράξη εκ μέρους των πολιτών και την υιοθέτηση συγκεκριμένων προϋποθέσεων διαλόγου όπου ο διάλογος και τα αντιθετικά επιχειρήματα λαμβάνουν θεσμική μορφή. Η δημοκρατία, άλλωστε, είναι η συμπερίληψη των αντιθέσεων, του διαλόγου και των διαφωνιών.

Διακρινόταν για μια εξαιρετικά ανεπτυγμένη παρρησία και ικανότητα κριτικής αποτίμησης, των οποίων το τίμημα πλήρωσε πολλές φορές πολύ ακριβά. Δεν εξομάλυνε και δεν ωραιοποιούσε τη «γωνιώδη» κριτική του και, κυρίως, δεν τη στόχευσε μόνο προς τους πολεμίους αλλά εξίσου και προς τους ακαδημαϊκούς και πολιτικούς συνοδοιπόρους και συνεργάτες. Η κριτική του διατηρούσε πάντοτε ένα σταθερό ποιοτικό χαρακτηριστικό: η οξύτητα των επιχειρημάτων του στρεφόταν προς τις πολιτικές και ακαδημαϊκές ελίτ, προς όσους κατείχαν ανώτερες θέσεις στην ιεραρχία της εξουσίας –με άλλα λόγια, προς τους κρατούντες και προς όσους βρίσκονταν σε ανώτερη ιεραρχικά θέση από τον ίδιο– και ποτέ προς εκείνους που βρίσκονταν χαμηλά στην κοινωνική ή πολιτική κλίμακα. Ηταν πάντοτε φύσει και θέσει δημοκράτης.

Ως δημόσιος διανοούμενος πλήρωσε με μεγάλο τίμημα την παρρησία του, την έλλειψη κολακειών και τις ισχυρές θέσεις του. Απαιτούσε από τους ομοτέχνους του να μιλούν με επιχειρήματα και όχι με προπαγανδιστικά συνθήματα. Εκρουσε με μεγάλο σθένος τον κώδωνα κινδύνου στην Ευρωπαϊκή Ενωση (Ε.Ε.) όταν έγραψε πως η Ε.Ε. αναγνωρίζει το σημείο το οποίο δεν έχει επιστροφή μόνο όταν είναι πολύ αργά, και υπήρξε το ίδιο δηκτικός και ακραιφνής στις δημόσιες παρεμβάσεις του για την ελληνική κρίση: έστρεψε την κριτική του στην ανεπάρκεια της Ευρωπαϊκής Ενωσης και των εκπροσώπων της να διασφαλίσουν τη δημοκρατική νομιμοποίηση των αποφάσεών τους και στην επικινδυνότητα των τεχνοκρατικών αποφάσεων εις βάρος της πολιτικής και οικονομικής ενοποίησης.

Μια συμβολή του από τις καίριες ήταν η επίμονη παρέμβασή του ως προς την επεξεργασία του παρελθόντος της Γερμανίας, κατά τη «διαμάχη των ιστορικών». Αρνήθηκε σθεναρά τη σχετικοποίηση της συλλογικής ευθύνης της γερμανικής κοινωνίας ως προς την άνοδο του ναζισμού. Στη «διαμάχη των ιστορικών», το 1986, η οποία μετεξελίχθηκε σε σφοδρή αντιπαράθεση ανάμεσα στον Χάμπερμας και σε ομάδα ιστορικών, οι οποίοι σχετικοποιούσαν τον ναζισμό και το Ολοκαύτωμα θεωρώντας τα συγκρίσιμα ιστορικά φαινόμενα με άλλες εποχές και πολιτικές, ο Χάμπερμας δεν απέφυγε τη σύγκρουση. Θεώρησε πως το πραγματικό διακύβευμα δεν ήταν τόσο το ιστορικό παρελθόν όσο η συλλογική ευθύνη και η ταυτότητα της γερμανικής κοινωνίας κατά το παρόν.

Αρνήθηκε την κανονικοποίηση του ναζιστικού παρελθόντος και την επαναφορά μιας μορφής «εθνικής υπερηφάνειας» στο πολιτικό προσκήνιο, και κατά την εντυπωσιακή διατύπωσή του «[οι εν λόγω αντιλήψεις] συνετρίβησαν μέσα στους θαλάμους αερίων». Σταθερά υποστήριξε πως η μόνη μορφή πολιτικής ταυτότητας της γερμανικής κοινωνίας αφορούσε τους δημοκρατικούς θεσμούς και την παγίωση δημοκρατικών διαδικασιών, οι οποίες προέρχονται από τις δημοκρατικές αξίες που υιοθετήθηκαν μεταπολεμικά τόσο στη Γερμανία όσο και στην Ε.Ε. Στο προηγούμενο πλαίσιο, ο Χάμπερμας αντιπρότεινε τον πολιτειακό πατριωτισμό ως την κεντρική πολιτική αξία της μεταπολεμικής Ευρώπης, δηλαδή τη θεσμική διασφάλιση της συμμετοχής και της αντιπροσώπευσης του πολίτη και της δημόσιας σφαίρας εντός των θεσμών, καθώς και τη λογοδοσία των ίδιων των θεσμών. 

Είχα τη χαρά και την τιμή να μεταφράσω στην ελληνική γλώσσα τα δύο τελευταία κείμενά του. Το πρώτο δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο του 2025 και εστιαζόταν στο κριτικό επιχείρημα πως όταν οι θεσμοί έχουν καταστραφεί, όπως αποπειράται η ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών κατά τη δεύτερη θητεία Τραμπ, δεν μπορούν απλώς να επιδιορθωθούν και πως η νέας κοπής αυταρχική διακυβέρνηση αποτελεί έναν αναδυόμενο κίνδυνο για την ίδια τη δημοκρατία. Το δεύτερο κείμενο, τον Δεκέμβριο του 2025, επικεντρωνόταν και πάλι στην ανάδυση μιας νέας μορφής αυταρχισμού, η οποία βασίζεται στη δειλία μιας κοινωνίας πολιτών να αντισταθεί και της Ευρωπαϊκής Ενωσης να προωθήσει την πολιτική ενοποίηση.

Οι δημόσιες παρεμβάσεις του Χάμπερμας δεν ήταν ποτέ ανώδυνες, επιφανειακές και κολακευτικές για κανέναν. Αποτελούσαν, όμως, ανεξαιρέτως ένα επιχείρημα υπέρ της δημοκρατίας παρά την πολεμική την οποία προκαλούσαν και η οποία σχεδόν πάντοτε ήταν ανακριβής, αλλά και ανάλογη της οξύτητας της δικής του κριτικής. Ο Γιούργκεν Χάμπερμας αποτέλεσε, όπως και για εμένα, ένα «μεγάλο σχολείο» για πολλές γενιές επιστημόνων, ερευνητών, πολιτικών και πολιτών. Το πέτυχε με το να τολμήσει να επεκτείνει το πρόταγμα του Διαφωτισμού στην κριτική της δημοκρατίας. Ο Χάμπερμας τεκμηρίωσε και θεμελίωσε την κανονιστικότητα της δημοκρατίας: την επιταγή εδραίωσης του κράτους δικαίου, την αναγκαιότητα αξιών, αντίστοιχων θεσμικών διαδικασιών, δικαιωμάτων και ελευθεριών, τα οποία πρέπει να κατοχυρώνονται τόσο εντός του εθνικού κράτους όσο και στο επίπεδο της υπερεθνικής πολιτικής της Ε.Ε.

Ο θάνατός του σηματοδοτεί μια νέα εποχή, όπου τα προηγούμενα κανονιστικά προτάγματα βρίσκονται σε στρατηγική υποχώρηση και η οποία φαίνεται να μην μπορεί, πολιτικά και κοινωνικά, να ανασχεθεί.
 
Η κ. Αναστασία Μαρινοπούλου είναι Resident Lecturer στη European Law and Governance School / European Public Law Organisation.

Το όραμα της δημόσιας σφαίρας στην ψηφιακή εποχή

Της Λίλιαν Μήτρου

H εκδημία του Γιούργκεν Χάμπερμας επανέφερε στο μυαλό μου κάποια σκέψη που μου γεννιέται μερικές φορές, όταν διαβάζω αναρτήσεις ή παρακολουθώ τον «διάλογο» για ποικίλης σοβαρότητας «θέματα» στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: οι –όχι και πλέον τόσο νέες– τεχνολογίες, ιδίως με τη συνδρομή της τεχνητής νοημοσύνης, αναζωογονούν, ενισχύουν ή διαβρώνουν περαιτέρω τη δημόσια σφαίρα; 

Η δημόσια σφαίρα, όπως τουλάχιστον την οραματίστηκε ο Γ. Χάμπερμας, έχει ποιοτικά χαρακτηριστικά. Είναι εκείνη η σφαίρα στην οποία η πληροφόρηση και η επικοινωνία συμβαίνουν κατά δημόσιο τρόπο, όπου τίθενται ζητήματα γενικού ενδιαφέροντος που αφορούν, μεταξύ άλλων, την κρατική εξουσία και τη διακυβέρνηση, και οι συμμετέχοντες συμμετέχουν σε έναν ορθολογικό και κριτικό διάλογο αποσκοπώντας στην κοινή ευημερία. 

Ηδη το 2008 ο Χάμπερμας είχε εκφράσει σοβαρές επιφυλάξεις κατά πόσον το ψηφιακό οικοσύστημα είναι μια νέα δημόσια σφαίρα που παρέχει το πεδίο για την έκφραση των πολλών, διαγιγνώσκοντας πολύ γρήγορα τα προβλήματα: ο πολλαπλασιασμός των μέσων και των μορφών της επικοινωνίας αύξησε, βέβαια, τη διάδραση και τη συμμετοχή, αλλά παράλληλα και τη διασπορά και τη σύγχυση των «φωνών» στον δημόσιο διάλογο. Η αύξηση και ταυτόχρονα ο κατακερματισμός των δημόσιων ομάδων συζήτησης παρήγαγαν πολλαπλασιαστικά μικρές ομοιογενείς «δημόσιες σφαίρες» που λειτουργούν ως «echo chambers», όπως παραστατικά χαρακτηρίζονται, στις οποίες ωστόσο σπανίως ακούγονται διαφορετικές απόψεις. Αντιθέτως, στο σύνθετο ψηφιακό πλαίσιο, με ισχυρούς ιδιωτικούς φορείς να ελέγχουν και να ρυθμίζουν την υποδομή, τη ροή της πληροφορίας και εν πολλοίς το περιεχόμενο, κυριαρχούν η παραπληροφόρηση, το –λόγω «οικονομίας της προσοχής» (attention economy)– κραυγαλέο και επιφανειακό περιεχόμενο, τα filter bubbles, η αλγοριθμική επιλογή περιεχομένου, οι περιφραγμένοι κήποι (walled gardens) και η στοχευμένη ενημέρωση, που δεν οδηγούν στη διαμόρφωση επιλογών με δημοκρατικό και ορθολογικό τρόπο αλλά στη στένωση του πληροφοριακού ορίζοντα, στην υπονόμευση της διαβουλευτικής ποιότητας και, εντέλει, στη χειραγώγηση αντιλήψεων και επιλογών. 

Οι προβληματισμοί του Χάμπερμας ενισχύονταν από την επικράτηση της εμπορευματοποίησης σε αυτήν την, όπως επεσήμαινε, «ιδιωτικοποιημένη ψηφιακή δημόσια σφαίρα». O φίλος και συνάδελφός του στο Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης Σπ. Σημίτης μιλούσε ήδη τη δεκαετία του 2000 για τη διάψευση του Διαδικτύου ως «Πόλις», καθώς μετατράπηκε σε «Παζάρι» με χαρακτηριστικά την παρακολούθηση των προσώπων, το profiling και τη διαφημιστική στόχευση. H υποψία ή η επίγνωση της παρακολούθησης αλλά και η αποχή από τη συμμετοχή λόγω του φόβου (το λεγόμενο «chilling effect») υπονομεύουν την αυτονομία. Η χαμπερμασιανή αντίληψη πως η ελεύθερη και ανεμπόδιστη επικοινωνία αποτελεί προϋπόθεση της αυτονομίας βρίσκεται στον πυρήνα της προσέγγισης του Σπ. Σημίτη και της θεμελίωσης του δικαιώματος στην πληροφοριακή αυτοδιάθεση. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων συνδέεται αναπόσπαστα με την ελευθερία και την ικανότητα της επικοινωνίας με τους άλλους και της συμμετοχής στις αντίστοιχες διαδικασίες και δραστηριότητες. Η αυτονομία και η επικοινωνιακή συμμετοχή δεν είναι σημαντικές μόνο σε συνάρτηση με το μεμονωμένο άτομο, τις επιλογές και επιδιώξεις του, αλλά υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον για μια σταθερή, εξελίξιμη και δημοκρατική κοινωνία.

Η διαβουλευτική δημοκρατία, στην προσέγγιση του Χάμπερμας, είναι ένα μοντέλο δημοκρατικής διακυβέρνησης, στο οποίο η πολιτική νομιμοποίηση απορρέει από την ποιότητα της δημόσιας διαβούλευσης και αναφέρεται σε έναν ενεργό ρόλο του κράτους στη δημιουργία των προϋποθέσεων για ουσιαστική δημοκρατική συμμετοχή, αλλά και στον «συνταγματικό πατριωτισμό». Η ανάλυσή του για το κράτος πρόνοιας, την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και τις επιπτώσεις της ψηφιακής τεχνολογίας έθετε και απαντούσε ερωτήματα που αντιμετωπίζει (ή πρέπει να αντιμετωπίζει!) μια δημοκρατική διακυβέρνηση. Δεν είναι τυχαίο ότι αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τον Κώστα Σημίτη, που πρέσβευε τον ορθολογισμό, τον τεχνοκρατικό σχεδιασμό, τη θεσμική μεταρρύθμιση, την ενίσχυση των θεσμών και τη βαθύτερη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ως βασικές συνιστώσες του εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος. 

Αν και ο Χάμπερμας δεν ενεπλάκη στην ενεργό πολιτική, η θεωρία του για τη δημόσια σφαίρα παρείχε ένα ιστορικό και κανονιστικό πλαίσιο κατανόησης της σχέσης ανάμεσα στην επικοινωνία, στο δίκαιο ως μηχανισμό ρύθμισης και περιορισμού της ισχύος αλλά και διασφάλισης δικαιωμάτων, στη δημοκρατία και στην εξουσία. «Ο διάλογος δεν ασκεί εξουσία», γράφει ο Χάμπερμας στο «Μια νέα δομική αναμόρφωση της δημόσιας σφαίρας και η διαβουλευτική δημοκρατία», μια πρόσφατη επανέκδοση (2022) του εμβληματικού έργου του. Ιδεατά, η διασφάλιση του ουσιαστικού διαλόγου στη νέα δημόσια σφαίρα κατευθύνει την εξουσία προς τη διαφύλαξη δημοκρατικών απαιτήσεων και αρχών, όπως ο ορθολογισμός, η ελευθερία και η ισότητα. Σε μια εποχή κρίσης θεσμών και εμπιστοσύνης, αμφισβήτησης δικαιοκρατικών κατακτήσεων, οικολογικής κρίσης, ανατρεπτικών τεχνολογιών που εγκυμονούν (ακόμη και «υπαρξιακούς») κινδύνους για τη δημοκρατία, αυτό το όραμα παραμένει ισχύον για όσους επιδιώκουν να υπερασπιστούν και να εμβαθύνουν τη δημοκρατική διακυβέρνηση.
 
Η κ. Λίλιαν Μήτρου είναι νομικός, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου.

O τελευταίος μεγάλος διανοούμενος 

Του Φώτη Παπαγεωργίου

Ο θάνατος του Γιούργκεν Χάμπερμας προκάλεσε ένα ειλικρινές αίσθημα απώλειας στους γνώστες και αναγνώστες του έργου του. Τι πιο φυσικό, άλλωστε; Η εκδημία ενός στοχαστή, τα γραπτά και οι δημόσιες παρεμβάσεις του οποίου συζητιούνταν ευρύτατα εδώ και πάνω από εξήντα χρόνια, ήταν αναμενόμενο να γεννήσει νυγμούς μελαγχολίας στους συμπαθούντες, μα και να προσκαλέσει μια διάθεση καλόπιστης ανακωχής σε εκείνους που έβρισκαν πρωτίστως στο έργο του λαβές διαφωνίας και κριτικής. Θα ήθελα, όμως, να σταθώ εδώ σε μια άλλη παραδοχή που συνόδευσε την είδηση του θανάτου. Αναφέρομαι στο διπλωτό γνωμάτευμα που διεσπάρη σε πλείστα δημοσιογραφικά σημειώματα διεθνώς: πέθανε, ενημερωθήκαμε, «ο τελευταίος μεγάλος φιλόσοφος» και «ο τελευταίος μεγάλος δημόσιος διανοούμενος».

«Κοινότοπες δηλώσεις», θα πει κανείς. Αξίζει, όμως, να τις αναλύσουμε. Αν και το τι καθιστά «μεγάλο» έναν φιλόσοφο αποτελεί ερώτημα που δεν επιδέχεται εύκολη απάντηση, θα περιοριστώ σχηματικά σε δύο κριτήρια: την απήχηση και το βάθος. Οι ίδιοι οι φιλόσοφοι θα παραδέχονταν πιο εύκολα το δεύτερο: «μεγάλοι» είναι εκείνοι που έθεσαν τα θεμέλια νέων προβλημάτων και ερωτημάτων, που εισήγαγαν νέες και πολύτοκες έννοιες και διακρίσεις, που κραταίωσαν ή δημιούργησαν εκ του μηδενός μια περιοχή στη φιλοσοφία, που επανερμήνευσαν με τρόπο γόνιμο τη φιλοσοφική παράδοση, ή κι όλα αυτά μαζί. Φιλόσοφοι, δε, χωρίς απήχηση, των οποίων, δηλαδή, το έργο δεν προκαλεί συζήτηση εντός και εκτός της ακαδημαϊκής κοινότητας, δύσκολα χαρακτηρίζονται «μεγάλοι». Και τα δύο κριτήρια ισχύουν συνδυαστικά, κανένα δεν αρκεί από μόνο του. Ο Habermas πληρούσε και τα δύο, πολύ περισσότερο, ίσως, από κάθε άλλον υποψήφιο στην εποχή μας. 

Πρέπει, βέβαια, να διαχωρίσουμε την έννοια του φιλοσόφου από την έννοια του «δημoσίουδιανοούμενου». Ένας μεγάλος φιλόσοφος δεν είναι κατ’ ανάγκη και δημόσιος διανοούμενος, πόσο μάλλον «μεγάλος». Στη μεταπολεμική περίοδο, δημόσιος διανοούμενος ήταν, κατά κανόνα, ένας ακαδημαϊκός προερχόμενος από τον χώρο των κοινωνικών ή ανθρωπιστικών επιστημών, του οποίου το έργο όχι μόνον βρήκε απήχηση σε ευρύτερο κοινό, μα και ο ίδιος απέκτησε σημαίνουσα φωνή στην επικαιρότητα, παρεμβαίνοντας τακτικά σε ζητήματα διεθνούς κοινωνικού ή πολιτικού ενδιαφέροντος. 

Ήταν, λοιπόν, ο Χάμπερμας, ο τελευταίος «μεγάλος» εξ αυτών; Όχι, δεν ήταν ο τελευταίος. Ούτε ο τελευταίος μεγάλος φιλόσοφος, ούτε ο τελευταίος μεγάλος δημόσιος διανοούμενος. Χωρίς να υπεισέλθω σε άσκοπη ονοματολογία, δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο να υποστηριχθεί αυτό, αν απλώς κοιτάξει κανείς γύρω του με ειλικρίνεια. Ακόμα και αν ασπαστούμε την πεποίθηση ότι ο Habermas ήταν ο μεγαλύτερος από τους μεγάλους, δύσκολα θα δεχθούμε ότι ήταν ο τελευταίος. Η προσθήκη του αλχημικού επιθέτου «τελευταίος», επιτελεί μια, μάλλον, ύπουλη λειτουργία: προκρίνει τον έσχατο εκπρόσωπο μιας «χρυσής» εποχής. Δεν περιγράφει· πολύ περισσότερο, επιτελεί. Συγκροτεί αναδρομικά μια εποχή, της αποδίδει ενότητα και μεγαλείο. Είναι, με άλλα λόγια, ρητορικό σχήμα επικηδείου υπερβολής· κατανοητό, ίσως συγχωρητό, αλλά οπωσδήποτε ανεπαρκές.

Μήπως, όμως, παρέρχεται η εποχή των μεγάλων φιλοσόφων ή των μεγάλων δημοσίων διανοούμενων γενικά; Το ερώτημα αυτό έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον, καθώς δεν εστιάζει στο διαμέτρημα του εκλιπόντος ή των ομοτίμων του, αλλά στην ίδια την ιστορική μεταβολή της πρόσληψής τους. Η δική μου γνώμη είναι πως παρέρχεται -για διαφορετικούς λόγους, σε κάθε περίπτωση. Καταρχάς, το κοινωνικό ενδιαφέρον για τη φιλοσοφία διαρκώς λιγοστεύει. Οι μεγάλοι φιλόσοφοι θα ελαττώνονται, καθώς ελαττώνεται το ακαδημαϊκό τους -αρχικό- ακροατήριο. Από την άλλη, οι συνθήκες που επέτρεψαν την ανάδειξη μεγάλων δημοσίων διανοούμενων, επίσης μεταβάλλονται. Η ανοικοδόμηση μετά τον πόλεμο, η πολιτικοποίηση των πανεπιστημίων, η αίσθηση επείγοντος της ιστορίας και ο κοινός ορίζοντας αναφοράς (η δυτική μεταπολεμική δημοκρατία) δημιούργησαν ένα έδαφος ιδιαιτέρως γόνιμο. Υπήρχε, με άλλα λόγια, ένα αναγνωρίσιμο κοινό που μοιραζόταν επαρκώς κοινές πνευματικές αναφορές ώστε να μπορεί κανείς να του απευθυνθεί. Σήμερα, ο κοινός αυτός ορίζοντας θρυμματίζεται. Οι δημόσιοι διανοούμενοι μιλούν σε πολλούς και στον κανένα ταυτόχρονα. Η μεταλλαγή αυτή δεν είναι ανεξάρτητη από τη λειτουργία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, με το βήμα να δίνεται πια σε αμέτρητους δημοσιολόγους.

Η ακαδημαϊκή auctoritas, η επιπροσθήκη εγκυρότητας που φέρει η ακαδημαϊκή σκευή του δημόσιου διανοούμενου, χωρίς να εξαφανίζεται, διαθλάται σε μια αρένα όπου υπάρχουν, απλώς, υπερβολικά πολλοί ανταγωνιστές και συνομιλητές.

Λαμβάνοντας δε αυτό υπόψη, δεν είμαι ιδιαιτέρως αισιόδοξος για το μέλλον του έργου του Χάμπερμας, ας πούμε, σε 20-30 χρόνια. Από τη σκοπιά της ιστορίας των ιδεών, είναι αμέτρητοι οι φιλόσοφοι και οι διανοούμενοι που, όσο ζούσαν, στάθηκαν διάσημοι, αναγνωρίστηκαν ως «μεγάλοι», μα βρέθηκαν εκτός Κανόνα λίγες μόλις δεκαετίες μετά τον θάνατό τους. Θα μπορούσε, εδώ, να αντιταχθεί ότι ο Χάμπερμας έχει ένα σημαντικό πλεονέκτημα: η φιλοσοφική του σκέψη, που αποτέλεσε και το υπόβαθρο της παρουσίας του ως δημοσίου διανοούμενου, έχει ήδη ενσωματωθεί ακαδημαϊκά σε πολλά πεδία του επιστητού, κατά τρόπο που καθιστά την άμεση λήθη μάλλον δύσκολη. Τονίζω, όμως, το παράδοξο: ελάχιστοι είναι οι δημόσιοι διανοούμενοι που μνημονεύονται μετά θάνατον ανεξάρτητα από την επιβίωση των κύριων κειμένων τους και την επιστροφή του κοινού σε αυτά. Όταν, λοιπόν, η διαχρονικότητα ενός φιλοσόφου συνδέεται άμεσα με την ανάγκη που δημιουργείται να επιστρέψει κανείς στο έργο του, πώς θα μπορούσε να είναι κανείς αισιόδοξος γνωρίζοντας ότι, ήδη, αποκαρδιωτικά λιγότεροι νέοι γνωρίζουν σήμερα τα κείμενα του Χάμπερμας, σε σύγκριση με δέκα ή είκοσι χρόνια πριν;

Φώτης Παπαγεωργίου, Αντιπρόεδρος Ακαδημαϊκού Συμβουλίου του Keele University, Greece. Καθηγητής Κοινωνικών Επιστημών, Gisma University, Βερολίνο.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT