Παρότι ο πυρηνικός αντιδραστήρας στο Εθνικό Κέντρο Eρευνας Φυσικών Επιστημών «Δημόκριτος» δεν λειτουργεί, τα πρωτόκολλα πρέπει να τηρούνται ευλαβικά: φοράμε τις χαρακτηριστικές λευκές ποδιές, κρατάμε ένα ατομικό δοσίμετρο ραδιενέργειας και ενημερώνουμε για την είσοδό μας στον χώρο.
Δύο μπλε σιδερένιες πόρτες ανοίγουν μηχανικά και εισερχόμαστε σε μια τεράστια εγκατάσταση, όπου μοιάζει να έχει σταματήσει ο χρόνος. «Βρισκόμαστε μπροστά στη δεξαμενή του πυρηνικού αντιδραστήρα», εξηγεί ο κ. Γιώργος Κάτσουλας, επόπτης λειτουργίας του αντιδραστήρα, δείχνοντάς μας μια –άδεια πλέον– πισίνα βάθους περίπου 9 μέτρων, με μια γέφυρα και ένα ικρίωμα, κάτω από το οποίο κρυβόταν η καρδιά του πυρηνικού εγχειρήματος.
Βρισκόμαστε μπροστά στον ερευνητικό αντιδραστήρα του «Δημόκριτου», ο οποίος είναι και ο μοναδικός που λειτούργησε ποτέ στην Ελλάδα. Με αφορμή τη συζήτηση που ξεκίνησε για τη χρήση των αρθρωτών πυρηνικών αντιδραστήρων, η «Κ» επισκέφθηκε τις εγκαταστάσεις του και ρώτησε τι μαθήματα έχει αποκομίσει η χώρα από τη λειτουργία του.

Μέχρι τα 43
Ο ερευνητικός πυρηνικός αντιδραστήρας λειτούργησε 43 χρόνια και βρίσκεται πλέον σε κατάσταση παρατεταμένης διακοπής λειτουργίας.
Η ιδέα της δημιουργίας του γεννήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’50 στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας «Atoms for Peace» (Ατομα για την ειρήνη) που ανέλαβε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντουάιτ Αϊζενχάουερ προκειμένου, μετά τη χρήση της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι, να αποσυνδέσει την πυρηνική ενέργεια με τον πόλεμο και να την ταυτίσει με ειρηνικές χρήσεις, όπως η έρευνα και η ιατρική.
Σε μια προσπάθειά της να ακολουθήσει τις επιστημονικές εξελίξεις, και με την ώθηση του παλατιού και κυρίως της βασίλισσας Φρειδερίκης, η Ελλάδα εντάχθηκε στην πρωτοβουλία και με την υποστήριξη αμερικανικής κατασκευαστικής εταιρείας, αλλά και Ελλήνων επιστημόνων που είχαν σπουδάσει στο εξωτερικό, ξεκίνησε την κατασκευή του ερευνητικού αντιδραστήρα στην Αγία Παρασκευή. «Η αμερικανική εταιρεία AMF Atomics είχε κατασκευάσει περίπου 15 ίδιους ή παρόμοιους αντιδραστήρες σε όλο τον κόσμο εκείνη την εποχή. Ενδεικτικά αναφέρω αυτούς της Τουρκίας, της Τεχεράνης, του Ισραήλ, της Πορτογαλίας, και του Καναδά», μας ενημερώνει ο κ. Κάτσουλας.
Ο ίδιος βγάζει το πρώτο ημερολόγιο λειτουργίας του αντιδραστήρα και μας δείχνει τις σημειώσεις: «27 Ιουλίου 1961. 08.20: Ξεκίνησαν να αρχίζουν να φορτίζουν την καρδιά. Ο χειριστής είναι ο Νεόφυτος Παπαδόπουλος. 21.41: Ανακοίνωσε ότι ο αντιδραστήρας κατέστη κρίσιμος. Τότε ο ναύαρχος Σπανίδης σε κάποιο σημείο εδώ άνοιξε σαμπάνια. Και υπάρχει και φωτογραφία». Γνώστες του αντικειμένου μάς λένε σήμερα ότι το γεγονός εορτάστηκε με μεγάλη επισημότητα, γιατί αποτέλεσε πράγματι ένα στοίχημα που είχε κερδίσει η Ελλάδα, ώστε να αποκτήσει τεχνογνωσία.
Οι χρήσεις του
Τα επόμενα χρόνια, ο αντιδραστήρας λειτούργησε για ένα εύρος ερευνητικών σκοπών: παρήγε ραδιοϊσότοπα με τα οποία προμήθευε τα νοσοκομεία για την αντιμετώπιση του καρκίνου θυρεοειδούς και οστών μέσω ακτινοθεραπειών, ακτινοβολούσε υλικά για να ελεγχθεί η αντοχή τους, ενώ βοήθησε και στην παραγωγή καινοτομίας. Σε τεύχη απολογισμού φαίνεται η προσπάθεια των επιστημόνων να αντιμετωπίσουν τον δάκο στην ελιά μέσω της πυρηνικής τεχνολογίας, ενώ είχαν γίνει και συνεργασίες με τη βιομηχανία και με μεγάλες επιχειρήσεις, για να βρεθούν καινοτόμοι λύσεις σε ζητήματα συντήρησης και παραγωγής υλικών.
Ο Γιώργος Κάτσουλας, 62 χρόνων σήμερα, πέρασε παραπάνω από το μισό της ζωής του στις εγκαταστάσεις του αντιδραστήρα και θυμάται τους εργαζομένους, τους φοιτητές και τους ερευνητές που πέρασαν από αυτόν. Ανεβαίνουμε μαζί του τη σκάλα που οδηγεί στον θάλαμο ελέγχου. «Εδώ γίνονταν όλοι σχεδόν οι χειρισμοί, που έπρεπε να γίνουν για την ασφαλή λειτουργία του αντιδραστήρα», περιέγραψε, δείχνοντάς μας στα μηχανήματα των προηγούμενων δεκαετιών από πού ρυθμιζόταν η ισχύς του αντιδραστήρα, η οποία στη διάρκεια ζωής του έφτασε μέχρι και στα 5 MW, αλλά και τα κρίσιμα συστήματα όπως η ψύξη και η στάθμη του νερού στη δεξαμενή. Παρότι έχει χρόνια να τα θέσει σε λειτουργία, θυμάται ακριβώς τι κάνει κάθε διακόπτης στα πάνελ του θαλάμου.
«27 Ιουλίου 1961. 08.20: Ξεκίνησαν να φορτίζουν την καρδιά. Χειριστής ο Νεόφυτος Παπαδόπουλος. 21.41: Ανακοίνωσε ότι ο αντιδραστήρας κατέστη κρίσιμος», αναφέρεται στο ημερολόγιο της εγκατάστασης.
Η τελευταία ημέρα
Ο ερευνητικός αντιδραστήρας διέκοψε τη λειτουργία του το 2004 για λόγους ασφαλείας ενόψει της διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων. Ο κ. Κάτσουλας ήταν ένας από τους δύο χειριστές που βρίσκονταν εκεί την τελευταία ημέρα. «2 Ιουλίου 2004. Τρεις η ώρα το μεσημέρι ήταν η τελευταία λειτουργία του αντιδραστήρα. Δεν το ξέραμε τότε. Νομίζαμε ότι σταματάμε μόνο για τους Αγώνες και τον Σεπτέμβριο θα ξεκινούσαμε. Ακτινοβολήσαμε δείγματα σαν να μη συνέβαινε τίποτα». Ο κ. Κάτσουλας συγκινείται ακόμη όταν θυμάται εκείνη την ημέρα. Από τότε ο αντιδραστήρας δεν λειτούργησε ξανά, καθώς κρίθηκε οικονομικά ασύμφορη η επισκευή κάποιων τεχνικών προβλημάτων που είχαν προκύψει.
«Ο “Δημόκριτος” και η εγκατάσταση αυτή ήταν κάτι μοναδικό που είχαμε. Τα καταφέραμε πολύ καλά να τη λειτουργήσουμε και να αποκομίσουμε όλα τα οφέλη από αυτή τη λειτουργία και στο τέλος να κάνουμε ό,τι χρειάζεται για να πάμε με ασφάλεια στην επόμενη μέρα», σημείωσε στην «Κ» ο Κωνσταντίνος Ελευθεριάδης, διευθυντής στο Ινστιτούτο Πυρηνικών και Ραδιολογικών Επιστημών και Τεχνολογίας, Ενέργειας και Ασφάλειας του «Δημόκριτου».

Η εμπειρία
Oπως περιέγραψε ο επιστήμονας, η τεχνογνωσία που αποκτήθηκε στο Ινστιτούτο χάρη στη λειτουργία του πυρηνικού αντιδραστήρα είναι πολύ χρήσιμη και μπορεί να συμβάλει και στη συζήτηση που ανοίγει στη χώρα ξανά σχετικά με τη χρήση της πυρηνικής ενέργειας.
«Oταν θέλουμε να διερευνήσουμε κατά πόσον μπορεί να είναι ασφαλής μια εγκατάσταση, τι πρέπει να προβλέψουμε στην αρχή, πώς πρέπει να διασφαλίσουμε τη ραδιολογική προστασία, τι θα κάνουμε με τα απόβλητα, πώς θα τα διαχειριστούμε: όλα αυτά γίνονται ήδη στο Ινστιτούτο», τόνισε, λέγοντας ότι ο «Δημόκριτος» ήδη έχει την εμπειρία διαχείρισης των αποβλήτων, ενώ θα αποκτήσει και την εμπειρία αποξήλωσης του αντιδραστήρα.
Η Ελλάδα διαχειρίστηκε με καθυστέρηση τα απόβλητα του αντιδραστήρα και το καύσιμο που δεν είχε χρησιμοποιηθεί. Το τελευταίο φορτίο αχρησιμοποίητου καυσίμου απεστάλη στην Αμερική πριν από τρία χρόνια. Κατά τον κ. Ελευθεριάδη, οι μεγαλύτερες προκλήσεις στη διαδικασία ήταν το συνεχώς εξελισσόμενο θεσμικό πλαίσιο διαχείρισης των καταλοίπων, αλλά και η δυσκολία εύρεσης πόρων, μιας και ο αντιδραστήρας είχε αδρανοποιηθεί εν μέσω οικονομικής κρίσης.

Η αποξήλωση
Επόμενη πρόκληση αποτελούν η αποσυναρμολόγηση και ο αποχαρακτηρισμός του ερευνητικού πυρηνικού αντιδραστήρα. «Πρέπει να ολοκληρώσουμε την αποξήλωση, να απομακρύνουμε όλα αυτά τα υλικά που έχουν απομείνει, κάποια ενεργοποιημένα υλικά, και όλα πρέπει να γίνουν με συγκεκριμένο τρόπο. Είναι ένα μεγάλο εγχείρημα», υπογράμμισε, λέγοντας χαρακτηριστικά πως υπάρχει σχετικό ΦΕΚ για ασφαλή διαχείριση αναλωθέντων καυσίμων και ραδιενεργών αποβλήτων, αλλά και για το αντίστοιχο εθνικό πρόγραμμα, που έχει ορίζοντα ολοκλήρωσης το 2032.
Ο ίδιος επισήμανε ότι η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα προσωρινής αποθήκευσης τέτοιων υλικών με ασφάλεια, ωστόσο δεν διαθέτει ακόμη μόνιμο αποθετήριο ραδιενεργών καταλοίπων. «Αν υπάρχει ένα μάθημα για αυτό, διότι κάνουμε τα πάντα με απόλυτη ασφάλεια και προσοχή, είναι πως το να έχεις εγκαταστάσεις που έχουν σχέση με την πυρηνική τεχνολογία, πρόκειται για ακριβό σπορ. Δεν είναι μια απλή εγκατάσταση. Είναι μια βαριά βιομηχανία».
Ως διευθυντής του Ινστιτούτου, ο κ. Ελευθεριάδης σχεδιάζει και την ανάδειξη της ιστορικής διαδρομής του αντιδραστήρα με τη δημιουργία κάποιου μουσείου πυρηνικής κληρονομιάς, το οποίο να υπενθυμίζει την πορεία αυτού του εγχειρήματος, αλλά και το αποτύπωμα που είχε.

