Στις επόμενες εκλογές, μεγαλύτερη σημασία από τον νικητή, που με τα σημερινά δεδομένα είναι προβλέψιμος, θα έχει ποιο θα είναι δεύτερο κόμμα και με ποιο ποσοστό. Γι’ αυτόν τον λόγο το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ (27-29 Μαρτίου) θα δείξει περισσότερα από τη διαμόρφωση της νέας εσωκομματικής επετηρίδας.
Ο πληθωρισμός των κομμάτων δεν ευνοεί το κοινωνικό ενδιαφέρον για τα συνέδριά τους, πόσο μάλλον όταν δεν υπάρχει κάποιο μεγάλο διακύβευμα όπως η αλλαγή ηγεσίας. Το επιβεβαιώνει ο γενικός διευθυντής της εταιρείας δημοσκοπήσεων Pulse Γιώργος Αράπογλου, σημειώνοντας, παράλληλα, ότι η εν εξελίξει γεωοικονομική κρίση προσφέρει τη δυνατότητα στο ΠΑΣΟΚ, «ως συστημικό κόμμα με εμπειρία στη διακυβέρνηση και στη διαχείριση δύσκολων καταστάσεων, να προσελκύσει την προσοχή».
Για τον πολιτικό αναλυτή της εταιρείας ερευνών κοινής γνώμης Prorata Τάσο Βασιλείου, η υψηλή συμμετοχή στην εκλογή συνέδρων (πάνω από 170.000) είναι δείκτης δυναμισμού, υπό την προϋπόθεση ότι «αυτοί οι ενεργοί ψηφοφόροι θα γίνουν συμμέτοχοι στη διαδικασία ανασυγκρότησης του κόμματος». Θεωρεί δεδομένο ότι το παραδοσιακό μοντέλο των νομαρχιακών επιτροπών πρέπει να αλλάξει και να διαμορφωθεί «ένα σύγχρονο και πολυσυλλεκτικό οργανωτικό πλαίσιο με συμμετοχή εκπροσώπων της κοινωνίας των πολιτών, σε μια ατμόσφαιρα που δεν θα θυμίζει γραφειοκρατικό-πελατειακό παλαιοκομματισμό».
«Σε ένα ιδανικό σύμπαν, το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ θα μπορούσε να αποτελέσει αφετηρία για την πολιτική του “άνθηση” εάν, με τις αποφάσεις του, έστελνε ένα σαφές μήνυμα εκσυγχρονισμού στην κοινωνία». Είναι η άποψη της Μαρίας Καρακλιούμη, πολιτικής αναλύτριας, αν. εκπροσώπου του ΠΑΣΟΚ την περίοδο 2011-2014.
Με αυστηρότητα περιγράφει τις προϋποθέσεις: «Εάν είχε χαρακτήρα πολιτικό και όχι οπαδικό. Εάν αποτελούσε την ώριμη κατάληξη ενός ουσιαστικού προσυνεδριακού διαλόγου και, μέσω των ψηφισμάτων του, επιβεβαίωνε ή και αμφισβητούσε τις επιλογές των οργάνων. Εάν ήταν το συνέδριο ενός ζωντανού κόμματος (όπως το 1994) και όχι το άλμπουμ φωτογραφιών ενός ένδοξου παρελθόντος».
Δεν φαίνεται περισσότερο αισιόδοξος ο Γιώργος Πανταγιάς, σύμβουλος στρατηγικής και επικοινωνίας, στενός συνεργάτης του Κ. Σημίτη. Πιστεύει σε ένα «συνέδριο αυτογνωσίας και επίγνωσης, αφήνοντας στην άκρη αυταρέσκειες, άτοπες προσδοκίες και κούφιες διακηρύξεις, γιατί η αδυναμία του ΠΑΣΟΚ να ξεκολλήσει από τη στασιμότητα είναι υπαρκτή και έντονη». Θεωρεί ότι το κόμμα πρέπει «να τοποθετήσει τον εαυτό του απέναντι σε έναν καθρέφτη, για να δει τη μεγάλη εικόνα και πρωτίστως τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει στην αναμέτρησή του με τον παρόντα και τον μέλλοντα χρόνο». Το μεγάλο στοίχημα για το ΠΑΣΟΚ, κατά τον Γ. Πανταγιά, «είναι να αποκτήσει έναν νέο πολιτικό εαυτό που δεν θα τον κερδίσει με τον επαναπατρισμό στελεχών από τον ΣΥΡΙΖΑ, ούτε με την παλινδρόμηση σε εποχές που αποπνέουν παρελθόν». Στην «άκαιρη συζήτηση επιλογής συνεργασιών, και μάλιστα με την επίκληση του αμφιβόλου περιεχομένου όρου της «προοδευτικότητας», εστιάζει ο Χρήστος Δερβένης, αντιπρόεδρος του (Βενιζελικού) Κύκλου Ιδεών. Σκοπός, κατά την ανάλυσή του, είναι «η προστασία της ενότητας και η συνέχεια της παράδοσης του κόμματος».
Θυμίζει ότι το ΠΑΣΟΚ είναι «συστημικό κόμμα που καθορίζει τις επιλογές για το σχήμα που θα κυβερνήσει μετά τις εκλογές όχι με βάση ιδεολογικές διαφορές, ή ακόμη χειρότερα ιδεοληψίες, αλλά το συμφέρον της χώρας και τις δυνατότητες προγραμματικών συγκλίσεων». Θυμίζει, ακόμη, παραπέμποντας έμμεσα στην κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου, ότι το ΠΑΣΟΚ «έχει συμμετάσχει σε διαφορετικής σύνθεσης κυβερνήσεις, ξεπερνώντας πολιτικές, ιδεολογικές, ακόμη και ηθικές αντιπαλότητες, χωρίς να διαρραγεί η ενότητά του».

