Τι συνιστά γεγονός ανωτέρας βίας για τα ελληνικά δικαστήρια; Το θέμα απασχολεί την επικαιρότητα και προκάλεσε την αντίδραση των Δικηγορικών Συλλόγων Αθηνών και Πειραιά μετά την απόφαση 132/2026 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα εταιρείας που δικάστηκε ερήμην, επειδή η πληρεξούσια δικηγόρος της γέννησε πρόωρα, κρίνοντας ότι η μητέρα όφειλε να έχει μεριμνήσει για την υπόθεση. Πώς αντιλαμβάνεται την έννοια της ανώτερης βίας η νομολογία, και που φτάνει το μέτρο του «μέσου συνετού δικηγόρου»; Ως ανωτέρα βία που συνιστά λόγο ανακοπής ερημοδικίας, λογίζεται κάθε απρόβλεπτο γεγονός, φυσικό ή προερχόμενο από ανθρώπινη ενέργεια, το οποίο δεν μπορούσε να προβλεφθεί και να αποτραπεί στη συγκεκριμένη περίπτωση ούτε με μέτρα άκρας επιμελείας και συνέσεως εκ μέρους του διαδίκου.
Η απρόβλεπτη, αιφνίδια και βαριά σωματική ή πνευματική ασθένεια του διαδίκου ή του δικηγόρου του, η καταρρακτώδης βροχή αλλά ακόμα και η ανωμαλία στα κυκλοφοριακά μέσα έχουν γίνει δεκτά ως λόγοι ανωτέρας βίας από τα ελληνικά δικαστήρια. Η δηλητηρίαση του δικηγόρου, η απώλεια των αισθήσεών του ή και η αιφνίδια ασθένεια του συγγενικού του προσώπου το πρωινό της δίκης θεωρούνται λόγοι ανωτέρας βίας, ωστόσο το Μονομελές Εφετείο Πειραιά έκρινε πως ο πρόωρος τοκετός μιας γυναίκας και η παραμονή του νεογνού σε θερμοκοιτίδα δεν αποτελούν τέτοιο λόγο.
Η υπόθεση ξεκίνησε στις αρχές του 2022, όταν μια εταιρεία κατέθεσε αγωγή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς, όμως η απόφαση που εκδόθηκε το 2023 δεν ήταν υπέρ της. Στα τέλη του ίδιου έτους άσκησε έφεση, επιδιώκοντας επανεξέταση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό, με τη συζήτηση να ορίζεται για τις αρχές του 2025. Την ημέρα εκείνη, ωστόσο, η εταιρεία δεν εκπροσωπήθηκε από τη δικηγόρο της, με αποτέλεσμα το Εφετείο να απορρίψει την έφεση χωρίς να εξετάσει την ουσία, λόγω απουσίας της εγκαλούσας πλευράς. Η εταιρεία αντέδρασε καταθέτοντας εντός 15 ημερών αίτηση για την ακύρωσή της εφετειακής απόφασης υποστηρίζοντας ότι η απουσία δεν οφειλόταν σε αμέλεια αλλά σε λόγο ανωτέρας βίας στο πρόσωπο της δικηγόρου της. Κάπως έτσι, στο «μικροσκόπιο» του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά μπήκε το κρίσιμο ερώτημα αν ο πρόωρος τοκετός συνιστά περίπτωση «ανώτερης βίας».
Από τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης προκύπτει ότι την Πρωτοχρονιά του 2025 η δικηγόρος εισήχθη εσπευσμένα στο νοσοκομείο για πρόωρο τοκετό. Το μωρό γεννήθηκε με αναπνευστικά προβλήματα και έμεινε στην Εντατική Νεογνών μέχρι τις 6 Ιανουαρίου. Τις επόμενες ημέρες, όσο πλησίαζε η δικάσιμος της 9ης Ιανουαρίου, η δικηγόρος βρισκόταν σε ιδιαίτερα επιβαρυμένη κατάσταση, καθώς αντιμετώπιζε τις συνέπειες της λοχείας, με πυρετό και έντονη σωματική εξάντληση, ενώ παράλληλα ήταν ψυχολογικά καταπονημένη από την αγωνία για την υγεία του νεογνού της. Κατά την εταιρεία, οι συνθήκες αυτές δεν της επέτρεπαν ούτε να παραστεί στο δικαστήριο ούτε να μεριμνήσει εγκαίρως για την αντικατάστασή της.
Ωστόσο, κατά την εφέτη που δίκασε την υπόθεση «ο ισχυρισμός ότι η πληρεξούσια δικηγόρος παρέμεινε κλινήρης και εμπύρετη στην οικία της από 6.1.2025 έως 13.1.2025 δεν πιθανολογήθηκε, αφού κανένα ιατρικό έγγραφο ή άλλο αποδεικτικό μέσο δεν προσκομίζεται, ενώ ούτε η επιβαρυμένη ψυχολογία της λόγω του πρόωρου τοκετού και της βραχείας νοσηλείας του νεογνού της, πιθανολογήθηκε ότι κατέστησαν αυτήν ανίκανη να μεριμνήσει για την προάσπιση των συμφερόντων του εντολέως της, ειδοποιώντας τηλεφωνικά κάποιον συνεργάτη της ή έστω και τον εντολέα της προκειμένου ο τελευταίος να αναθέσει την εκπροσώπησή του, κατά τη συζήτηση της έφεσης, σε άλλο δικηγόρο της επιλογής του». Μάλιστα, στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται πως η δικηγόρος σε κάθε περίπτωση θα βρισκόταν σε προχωρημένη κύηση και «δεν μερίμνησε ώστε να ενημερώσει τους συνεργάτες του γραφείου της ή άλλο συνάδελφο δικηγόρο για την εκκρεμότητα των δικαστικών της υποθέσεων (…), ενέργεια που ήταν αναμενόμενη από το μέσο συνετό δικηγόρο, στις οποίες εκείνη δεν προέβη».
Η απόφαση προκάλεσε την άμεση αντίδραση του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά, που σε ανακοίνωσή του υπογραμμίζει ότι «η εφαρμογή του νόμου δεν είναι μία μηχανική διαδικασία, αλλά απαιτεί ενσυναίσθηση». Ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά, Ηλίας Κλάππας, συνεχίζει λέγοντας πως «κανένα δικαστήριο δεν μπορεί να επιβάλει σε έναν δικηγόρο να παραχωρήσει τη θέση του σε άλλον ή να υποχρεώσει έναν πολίτη να αλλάξει τον δικηγόρο του». Την έντονη ανησυχία του εξέφρασε και ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, που σε ανακοίνωσή του, προαναγγέλλει την πρόθεσή του να ληφθούν πρωτοβουλίες για την επαναξιολόγηση και την τροποποίηση των Κωδίκων.

