Ενα περιβάλλον έντονων… αντιστάσεων απέναντι στις αλλαγές που επιχειρήθηκαν στον ΟΠΕΚΕΠΕ, ιδίως σε ό,τι αφορά την ενίσχυση των ελέγχων, περιέγραψε ο πρώην πρόεδρος του οργανισμού Ευάγγελος Σημανδράκος. Οπως υποστήριξε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, «ελάχιστοι επιθυμούσαν την αλλαγή» που συνοδευόταν από αυστηρότερη εποπτεία.
«Μετά το 2018-2019 αυξήθηκαν πολύ τα ζώα στην Κρήτη. Αυξήθηκαν τόσο πολύ που έγιναν πιο πολλά από τις μύγες! Ολόκληρη η Θεσσαλία έχει 1,5 εκατομμύριο αιγοπρόβατα και η Κρήτη είχε 7,5 εκατομμύρια αιγοπρόβατα! Πώς γινόταν η Κρήτη να έχει τόσα ζώα; Δεν υπάρχει περίπτωση να μην ήξερε κάθε υπουργός ότι υπήρχαν τόσα πολλά αιγοπρόβατα», ανέφερε μεταξύ άλλων.
Κατά την εξέτασή του από τον εισαγγελέα, αναφέρθηκε αναλυτικά στην έκθεση Τυχεροπούλου, η οποία αφορούσε 27 ΑΦΜ με ευρήματα που παρέπεμπαν σε απάτη. Για τις περιπτώσεις αυτές είχε αποφασιστεί η μη καταβολή επιδοτήσεων και η αποστολή των στοιχείων στις εισαγγελικές αρχές. Ο ίδιος ξεκαθάρισε ότι, εφόσον τα στοιχεία ήταν σαφή, θα ακολουθούσε διαφορετική προσέγγιση, δηλώνοντας χαρακτηριστικά: «Αν ήμουν εγώ θα διαβίβαζα κατευθείαν στη Δικαιοσύνη. Αν ήταν καταφανέστατα τα στοιχεία δεν θα έκανα παραπάνω έλεγχο». Παράλληλα, σημείωσε ότι «δεν κρίθηκε σκόπιμο ωστόσο από την προηγούμενη διοίκηση», προσθέτοντας πως «θα πρέπει να ερωτηθεί εκείνη για τον λόγο, δεν έχω πληροφορηθεί κάτι».
«Στελέχη είχαν ζητήσει την απομάκρυνσή τους από τα γραφεία»
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην Παρασκευή Τυχεροπούλου, αποδίδοντάς της σημαντικό ρόλο στη διερεύνηση των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων και στη συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Οπως κατέθεσε, η δράση της δεν ήταν πάντοτε αποδεκτή εντός του Οργανισμού: «Υπήρχαν στελέχη που είχαν ζητήσει την απομάκρυνσή τους από τα γραφεία… Ηθελαν να μετακινηθούν γιατί έκανε τακτικούς ελέγχους. Κάποιοι δεν θέλαν αυτό το κομμάτι». Σύμφωνα με τον ίδιο, η κατάσταση αυτή οδήγησε ακόμη και σε προβλήματα στελέχωσης, καθώς «φτάσαμε να έχουμε σοβαρά προβλήματα».
Απαντώντας σε σχετική ερώτηση της προέδρου για τα κίνητρα των υπαλλήλων, ο μάρτυρας εμφανίστηκε επιφυλακτικός, λέγοντας: «Δεν μπορώ να το αποδώσω… όταν κάποιος θέλει να συνεργαστεί το καταλαβαίνεις». Ωστόσο, εκτίμησε ότι υπήρχε άρνηση προσαρμογής στη νέα πραγματικότητα: «Πιστεύω δεν ήθελαν να συνυπηρετήσουν σε αυτό που κάναμε, τη νέα αλλαγή». Μάλιστα, δεν απέκλεισε την ύπαρξη δεσμών με προηγούμενες διοικήσεις, σημειώνοντας ότι «μπορεί να υπήρχαν σχέσεις με προηγούμενους διευθυντές».
Σε σημείο της κατάθεσής του, ανέφερε ότι υπήρξε ακόμη και προσπάθεια υπονόμευσης του έργου του: «Στόχος εκτιμώ ότι ήταν να πέσουμε έξω στις πληρωμές και να φύγω». Και όταν ρωτήθηκε τι θα κέρδιζαν από μια τέτοια εξέλιξη, απάντησε: «Μπορεί να ξαναγινόταν η προηγούμενη κατάσταση, μπορεί να ήθελαν απλά ηρεμία». Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον Νοέμβριο του 2022, λέγοντας πως «ήταν τόσο έντονη η αντίδραση που ήθελαν να πέσουν έξω οι πληρωμές για να φύγω».
Ο μάρτυρας, αναφερόμενος στην προϊσταμένη του τμήματος ελέγχων Παρασκευή Τυχεροπούλου, έκανε λόγο για άριστη συνεργασία. «Εμπιστευόμουν πλήρως τα όσα εισηγούνταν», είπε και τη χαρακτήρισε πρόσωπο με ισχυρό αίσθημα δικαίου, υπογραμμίζοντας ότι «είναι δίκαια και εφόσον διαπίστωνε παραβατικότητα θα το πήγαινε μέχρι τέλους» και ότι «είναι κάθετη σε κάποια ζητήματα νομιμότητας».
Παράλληλα, ο πρώην πρόεδρος του ΟΠΕΚΕΠΕ εμφανίστηκε κατηγορηματικός ως προς τη γνώση των πολιτικών προϊσταμένων για τις παρατυπίες. Οπως υποστήριξε, «σίγουρα ήξεραν όλοι οι υπουργοί», ιδίως για τις περιπτώσεις που αφορούσαν την Κρήτη. Περιγράφοντας την εικόνα, ανέφερε: «Πολλά χρήματα πήγαιναν στην Κρήτη. Εκεί αντιλαμβάνεσαι ότι κάτι δεν πάει καλά. Το Ρέθυμνο μόνο δήλωνε 7,5 εκατομμύρια αιγοπρόβατα. Πού είναι οι στάβλοι, οι εγκαταστάσεις;».
Σε ερώτηση του εισαγγελέα για το πώς θα έπρεπε να αντιδρά ένας υπάλληλος μπροστά σε μια τέτοια εικόνα, εξήγησε ότι ο ΟΠΕΚΕΠΕ βασίζεται στις δηλώσεις των αιτούντων και στα συνοδευτικά έγγραφα, ενώ όπου απαιτείται διενεργούνται επιτόπιοι έλεγχοι. Ωστόσο, επεσήμανε ότι «το υπουργείο έπρεπε με το που έβλεπε τον αριθμό των ζώων να κάνει έναν επανέλεγχο», ιδίως όταν «υπάρχουν χωριά που έχουν δηλώσει 50.000 ζώα».
Τέλος, αναφέρθηκε και στις αδυναμίες του ίδιου του ελεγκτικού μηχανισμού, τονίζοντας ότι «επειδή ήταν δομημένο έτσι το σύστημα –απαιτούσε 48 ώρες νωρίτερα να υπάρξει ενημέρωση για τον έλεγχο, δεν ήταν αιφνιδιαστικός– μπορούσαν να φέρουν ζώα». Οπως πρόσθεσε, σε ορισμένες περιπτώσεις «οι ίδιοι οι υπάλληλοι δήλωναν αδυναμία να πάνε λόγω προσωπικών κωλυμάτων», γεγονός που δυσχέραινε περαιτέρω τη διαδικασία ελέγχου.

