Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις αποτελούν κομμάτι της καθημερινότητάς μας. Το βιβλίο του Αγγελου Μ. Συρίγου, καθηγητή Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και βουλευτή της Ν.Δ. στην Α΄ Αθηνών, επιδιώκει να τις διερευνήσει μέσα από 50 ερωτήσεις και απαντήσεις. Στο βιβλίο εξετάζεται μία σειρά από θέματα, όπως: Πόσο συγγενείς είμαστε με τους Τούρκους; Σε τι εξυπηρετεί την Τουρκία η αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας επί των νησιών; Πότε και πώς μπορούν να αυξηθούν τα ελληνικά χωρικά ύδατα; Ποια είναι τα προβλήματα και οι προοπτικές της ελληνικής μειονότητας στην Πόλη; Μας συμφέρει να πάμε στο Διεθνές Δικαστήριο; Στο τέλος επιχειρείται να δοθεί απάντηση στο μεγάλο ερώτημα ως προς το τι πρέπει να πράξουμε για να αλλάξουν τα πράγματα. Η «Κ» δημοσιεύει ένα απόσπασμα από τα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου, όπου επιχειρείται να αναλυθεί το παρόν των ελληνοτουρκικών διαφορών και η προοπτική τους.
ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ
Εχει περάσει περισσότερο από ένας αιώνας από τη διευθέτηση της Λωζάννης και μισός αιώνας από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Σε αυτά τα χρόνια η κατάσταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις έχει επιδεινωθεί σοβαρά. Οι δύο στρατηγικές που ακολουθήσαμε έναντι της Τουρκίας (η περίπου διαχρονική μετά το 1974 και αυτή των κυβερνήσεων Σημίτη 1999-2004 και Παπανδρέου 2009-10) υποτίθεται ότι ιδανικά θα επέλυαν τα προβλήματα με την Τουρκία ή τουλάχιστον θα τη σταματούσαν ή έστω θα την περιόριζαν.
Στο μέτωπο της Κύπρου δεν υπάρχει κάποια ανατροπή των δεδομένων της εισβολής του 1974 εις βάρος του Ελληνισμού. Στο μέτωπο της Ελλάδας η Τουρκία όχι μόνον δεν έχει σταματήσει, αλλά έχει αφηνιάσει. Ξεκίνησε με αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων και ορίων των ζωνών διοικητικών αρμοδιοτήτων το 1974-78 στο Αιγαίο. Προχώρησε σε αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας σε μικρά νησιά το 1996 και αργότερα και σε μεγάλα νησιά του Αιγαίου. Διακινεί επισήμως από το 2011 χάρτες με τα ελληνικά νησιά να βρίσκονται εντός της περιοχής που φιλοδοξεί να ελέγχει. Διεκδικεί όλη την ελληνική υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ στην ανατολική Μεσόγειο. Προχώρησε το 2019 σε μία εξωφρενική συμφωνία θαλάσσιας οριοθετήσεως με τη Λιβύη που παραβιάζει και το Δίκαιο της Θάλασσας και τη γεωγραφία και τη λογική. Επιλέγει να κάνει πράξη το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας». Εφτασε το τριήμερο της Καθαράς Δευτέρας του 2020 να επιχειρήσει να αποσταθεροποιήσει πολιτικά την Ελλάδα με μαζική παράνομη εισροή μεταναστών. Το συμπέρασμα είναι αυτονόητο. Οι μεταπολιτευτικές στρατηγικές που ακολουθήσαμε στις ελληνοτουρκικές σχέσεις έχουν αποτύχει.

Αναζητούμε, χρειαζόμαστε στρατηγική που θα μας καθοδηγήσει στις επόμενες δεκαετίες για να αντιμετωπίσουμε έναν πολύ πιο επικίνδυνο αντίπαλο εν συγκρίσει προς εκείνον του 1974. Για να καταλήξουμε στη νέα αυτή στρατηγική χρειάζεται να μιλήσουμε με ειλικρίνεια (…)
Οφείλουμε επίσης να παραδεχθούμε με ευθύτητα ότι ένα τμήμα της ιθύνουσας τάξεως της Ελλάδας θεωρεί ότι οι επίσημες θέσεις μας για το Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο είναι υπερβολικές και πρέπει να είμαστε ρεαλιστές. Είναι πράγματι υπερβολικές;
Χρειάζεται να μιλήσουμε χωρίς υποκρισία και για την πραγματική σχέση μας με το διεθνές δίκαιο και ειδικότερα το Δίκαιο της Θάλασσας. Η επίκλησή του είναι η καραμέλα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Σε πολλές περιπτώσεις η ίδια η ρητορική περί διεθνούς δικαίου λειτουργούσε ως υποκατάστατο της ασκήσεως εξωτερικής πολιτικής. Μέχρι το 2020, όμως, δεν είχαμε εφαρμόσει ούτε μία από τις διατάξεις που διαρκώς επικαλούμαστε. Εκτοτε τις έχουμε εφαρμόσει με μεγάλη αυτοσυγκράτηση. Το διεθνές δίκαιο, όμως, έχει διατάξεις που έχουν εφαρμογή στις ελληνικές θάλασσες και ενισχύουν τη θέση μας. Δεν μπορούμε να τις προσπερνούμε με την αόριστη επίκληση ότι θα τις εφαρμόσουμε κάποια στιγμή στο μέλλον.
Για τη χάραξη αυτής της νέας στρατηγικής πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπ’ όψιν ότι σε πολλά σημεία έχουμε ριζική αλλαγή των δεδομένων εν συγκρίσει προς το 1974. Επί παραδείγματι, η διαμάχη για τα όρια των νατοϊκών στρατηγείων, που μας ταλάνιζε επί δεκαετίες μετά την επανένταξή μας στο ΝΑΤΟ, είναι πλέον παρωχημένη. Αντιθέτως, έχει δημιουργηθεί ένα καινούργιο μείζον θέμα, το μεταναστευτικό. Πιο συγκεκριμένα τα νέα δεδομένα έχουν ως ακολούθως:
• Το τέλος των «πετρελαίων του Αιγαίου»: Η διαμάχη για την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου ξεκίνησε το 1974 από το πετρέλαιο. Σήμερα ουδείς σκέφτεται να ψάξει για υδρογονάνθρακες στο Αιγαίο. Ο πραγματικός πλούτος του Αιγαίου είναι το φυσικό του περιβάλλον (που φέρνει και τον τουρισμό).
• Η βαρύνουσα σημασία της ΑΟΖ στο Αιγαίο: Στο Αιγαίο μεγαλύτερη σημασία από την υφαλοκρηπίδα έχει πλέον η ΑΟΖ. Οι λόγοι είναι δύο: Αφ’ ενός, είναι η άμεση ανάγκη περιβαλλοντικής προστασίας, που προσφέρεται μόνον μέσω του θεσμού της ΑΟΖ. Αφ’ ετέρου, είναι τα θαλάσσια αιολικά πάρκα, δηλαδή το μέλλον στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ενα θαλάσσιο αιολικό πάρκο έχει κατά μέσον όρο 150-200 ανεμογεννήτριες. Με το υπάρχον νομικό καθεστώς τέτοια πάρκα μπορούν να χωροθετηθούν μόνον εντός των χωρικών υδάτων, δηλαδή στα 6 ν. μίλια. Ενα δάσος θαλάσσιων ανεμογεννητριών σε άμεση γειτνίαση με τα νησιά θα προκαλεί σοβαρή οπτική όχληση. Τα πάρκα ανεμογεννητριών πρέπει να βρίσκονται πέραν των χωρικών υδάτων, στην ΑΟΖ.
• Η σημασία της υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ στην ανατολική Μεσόγειο: Η πιθανότητα ανακαλύψεως κοιτασμάτων υδρογονανθράκων έχει αναδείξει τη σημασία της υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ στην ανατολική Μεσόγειο, που δεν μας απασχολούσε ως θέμα το 1974. Αυτό θέτει και μία νέα, εξαιρετικά σημαντική παράμετρο: εμπλέκονται άμεσα και τρίτα κράτη πέραν της Τουρκίας. Μπορούμε να συνεννοηθούμε με αυτά τα κράτη είτε για συμφωνίες (π.χ. οριοθετήσεις) είτε για προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο.
Πετρέλαιο και τουρισμός – Η διαμάχη για την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου ξεκίνησε το 1974 από το πετρέλαιο. Σήμερα ουδείς σκέφτεται να ψάξει για υδρογονάνθρακες στο Αιγαίο. Ο πραγματικός πλούτος του Αιγαίου είναι το φυσικό του περιβάλλον.
• Εκμετάλλευση της υφαλοκρηπίδας και πέραν των υδρογονανθράκων: Οι προοπτικές για εκμετάλλευση της υφαλοκρηπίδας δεν περιορίζονται μόνον στους υδρογονάνθρακες. Στον βυθό και στο υπέδαφος υπάρχουν πολύτιμα μέταλλα. Είναι θέμα χρόνου η τεχνολογία να καταστήσει εφικτή την εκμετάλλευσή τους. Επομένως, η ελληνοτουρκική διαμάχη για την υφαλοκρηπίδα δεν τελειώνει το 2050, οπότε θεωρητικώς σταματά η χρήση υδρογονανθράκων στην παραγωγή ενέργειας. Θα συνεχιστεί για τα μεταλλεύματα του βυθού.
• Η θετική για την Ελλάδα αλλαγή των κανόνων του διεθνούς δικαίου: Το 1974 υπήρχε μεγάλη ρευστότητα στους κανόνες του Δικαίου της Θάλασσας. Είχε μόλις αρχίσει τις εργασίες της η Τρίτη Συνδιάσκεψη του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας. Κάποια κράτη είχαν χωρικά ύδατα 3 ναυτικών μιλίων και κάποια άλλα 200 ναυτικών μιλίων. Δεν ήταν σαφές εάν το δικαίωμα στην υφαλοκρηπίδα εξαρτάτο από το βάθος, από τη γεωμορφολογία του βυθού ή από την απόσταση από τις ακτές. Η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982 τα άλλαξε όλα αυτά. Καθιερώθηκε ο θεσμός της ΑΟΖ. Η αιγιαλίτιδα ζώνη των 12 ν. μιλίων κατέστη καθολικός κανόνας. Μοναδικό πλέον κριτήριο για να διεκδικήσει ένα κράτος δικαιώματα επί της υφαλοκρηπίδας του είναι η απόσταση από τις ακτές έως τα 200 ν. μίλια.
• Δεν είναι πλέον τόσο σημαντικό να υπογράψει η Τουρκία τη Σύμβαση για το ∆ίκαιο της Θάλασσας: Σήμερα είναι περιορισμένης σημασίας η άρνηση υπογραφής από την Τουρκία της Συμβάσεως του 1982 για το Δίκαιο της Θάλασσας. Από το 1994, οπότε ετέθη εν ισχύι η Σύμβαση, οι κανόνες της άρχισαν να συγκλίνουν με αυτούς του εθιμικού δικαίου σε σημείο που μετά από τριάντα και πλέον χρόνια έχουν περίπου το ίδιο περιεχόμενο. Αυτό επισημαίνουν διαρκώς οι αποφάσεις διαφόρων διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων. Επομένως, η Τουρκία δεσμεύεται από τους εθιμικούς κανόνες του διεθνούς δικαίου. Η Αγκυρα το γνωρίζει και πλέον ισχυρίζεται ότι εφαρμόζει το διεθνές δίκαιο. Επικεντρώνεται στη διαφορετική ερμηνεία των κανόνων του και όχι στην άρνησή τους.
Θέλουν και νησιά – Εδώ και χρόνια είναι κοινός τόπος για το τουρκικό πολιτικό σύστημα και σταθερά της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής ότι κάποια από τα ελληνικά νησιά στο Αιγαίο τούς ανήκουν.
• Η θετική για την Ελλάδα νομολογία: Το 1974 είχαμε μόνον μία υπόθεση δικαστικής οριοθετήσεως υφαλοκρηπίδας. Το 2025 έχουμε περίπου τριάντα υποθέσεις θαλασσίων οριοθετήσεων από διεθνή δικαστήρια. Εχει δημιουργηθεί συγκεκριμένη μεθοδολογία τριών σταδίων για θαλάσσιες οριοθετήσεις, που ακολουθείται πλέον πιστά από όλα τα δικαστήρια. Είναι επίσης νομολογιακός κανόνας ότι τα νησιά κατ’ αρχήν δικαιούνται υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Μόνον σε ελάχιστες περιπτώσεις (και λόγω εξαιρετικών γεωγραφικών συνθηκών) τα δικαστήρια δεν έδωσαν δικαιώματα επί υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ σε κάποια πολύ μικρά και απομακρυσμένα νησιά (πάντα δίνουν όμως χωρικά ύδατα 12 ν. μιλίων). Το ερώτημα δεν είναι πλέον εάν τα νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ, αλλά πόση υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ έχουν. Ολες αυτές οι νομικές εξελίξεις δείχνουν ότι είναι ουτοπικό να πιστεύουμε πως οι Τούρκοι θα δεχθούν προσφυγή σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας.
• Η αύξηση των τουρκικών διεκδικήσεων: Στα χρόνια μετά το 1974 η Τουρκία αβγάτισε τις διεκδικήσεις της. Από έξι θέματα που είχε θέσει μέχρι το 1978, έχει προσθέσει άλλα τρία που πλέον αμφισβητούν ευθέως την ελληνική κυριαρχία. Ας ξεπεράσουμε την ψευδαίσθηση ότι η συγκεκριμένη αμφισβήτηση ετέθη για διαπραγματευτικούς λόγους και θα αποσυρθεί, εάν καταλήξουμε σε συναινετική λύση στην αύξηση των χωρικών υδάτων και στην οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας. Εδώ και χρόνια είναι κοινός τόπος για το τουρκικό πολιτικό σύστημα και σταθερά της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής ότι κάποια από τα ελληνικά νησιά στο Αιγαίο τούς ανήκουν (…)
• Το μειωμένο τουρκικό ενδιαφέρον για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις: Η Τουρκία του 1974 έβλεπε τη θέση της στο διεθνές σύστημα μέσα από τη διασύνδεσή της με τη Δύση. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις είχαν προτεραιότητα στην άσκηση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Μετά την ανάρρηση του Ερντογάν στην εξουσία, η Τουρκία ανέπτυξε δικές της ανεξάρτητες περιφερειακές στρατηγικές σε Μέση Ανατολή, Ασία, Αφρική. Οι σχέσεις με την Ελλάδα είναι ένα από τα πολλά μέτωπα. Πλέον είναι χαρακτηριστική η άγνοια επιμέρους πτυχών των ελληνοτουρκικών σχέσεων από διπλωμάτες αλλά και πανεπιστημιακούς. Εχουμε πάψει να τους απασχολούμε ως ζωτικό θέμα και δεν ασχολούνται με λεπτομέρειες. Επιθυμούν μία αδρή διευθέτηση των ελληνοτουρκικών βασισμένη στην ισχύ και στο θράσος του ισχυρού έναντι του θεωρούμενου ως αδύναμου.
• Το Ισραήλ ως αντίπαλος της Τουρκίας: Τουλάχιστον για όσον καιρό θα είναι ο Ερντογάν στην εξουσία, ο πλέον υπολογίσιμος και σοβαρός αντίπαλος της Τουρκίας στην ανατολική Μεσόγειο θα είναι το Ισραήλ και όχι ο Ελληνισμός σε Ελλάδα και Κύπρο. Αυτό μπορεί όμως να αλλάξει, όταν φύγει ο Ερντογάν από τα πράγματα.

