Μέσα στο διαμέρισμα της οδού Ταϋγέτου 4, στην Ανω Γλυφάδα, περπάτησε για τελευταία φορά όταν ήταν 15 χρόνων. Κι όμως, περνώντας τώρα, 37 χρόνια αργότερα, το κατώφλι, η Νικόλ Εντουαρντς γυρνάει στον εφηβικό εαυτό της. Στη ζωή που υπάρχει παγωμένη στο μυαλό της. Στις τελευταίες μνήμες από τον πατέρα της.
Θυμάται τις φωτογραφίες του στο σαλόνι. Το πικάπ και την τηλεόραση στο δωμάτιο. Τους φίλους από τη γειτονιά που φώναζε από το μπαλκόνι της. Τα φαγητά που είχε κάψει στην εκρού κουζίνα με τον πέτρινο πάγκο που έχει μείνει απαράλλακτος. Τα περιοδικά που έκρυβε ο μπαμπάς της στην ντουλάπα. Τους δίσκους του. Τα βράδια που, αντί να κοιμάται, τον κρυφάκουγε να παίζει χαρτιά με φίλους και να ακούν Temptations. Τις φωνές του όταν έτρωγε μπισκότα στο κρεβάτι της. Το παγωτό φιστίκι που μοιράζονταν σε κάθε τους συμφιλίωση, μια γεύση που η Νικόλ έχει να δοκιμάσει 35 χρόνια, από τότε που ο πατέρας της δολοφονήθηκε από την τρομοκρατική οργάνωση 17Ν, στις 12 Μαρτίου του 1991.
Εκείνη είχε επιστρέψει στις ΗΠΑ δύο χρόνια πριν από τη δολοφονία του. Αργότερα, καθώς ήταν μία από τους μάρτυρες στη δίκη, ήρθε ξανά στην Ελλάδα, ενώ τον Δεκέμβριο του 2003, την ημέρα που καταδικάστηκαν οι δολοφόνοι του πατέρα της και των υπόλοιπων θυμάτων της 17Ν, πέρασε έξω από το τότε σπίτι τους. «Είχα έρθει εδώ για να μιλήσω στον πατέρα μου, για να του πω “θα πάνε στη φυλακή για πολύ καιρό, είμαστε ασφαλείς”», δηλώνει στην «Κ».


Υπέφερε για πολλά χρόνια από εφιάλτες, στους οποίους πρωταγωνιστούσαν πάντα οι τρομοκράτες. Δεν μπορούσε να οδηγήσει, γιατί για χρόνια πίστευε ότι η βόμβα ήταν στο αυτοκίνητο του πατέρα της, κάτι που την είχε τραυματίσει. Οταν ο γιος της, ο οποίος γεννήθηκε ένα μήνα πριν από τη δολοφονία του Ρόναλντ Στιούαρτ και έχει το όνομά του, αποφάσισε να καταταγεί στις ΗΠΑ, η κ. Εντουαρντς τρομοκρατήθηκε. Φοβόταν μην επαναληφθεί η ιστορία. Αλλά δεν θέλει να φοβάται άλλο.
Λίγα λουλούδια
Αυτό το ταξίδι το είδε ως ευκαιρία για λύτρωση. Το αποφάσισε πέρυσι, στις 15 Ιανουαρίου – ημέρα γενεθλίων του πατέρα της. Πάντα, εξηγεί, γιορτάζει τα γενέθλιά του. «Τα παιδιά μου κι εγώ του γράφουμε μηνύματα σε μπαλόνια και τα αφήνουμε να ανεβούν στον ουρανό – για να “διαβάζει” τι συμβαίνει στις ζωές μας». Δεν τον γιορτάζει ποτέ στην επέτειο του θανάτου του.
Αλλά αυτήν την εβδομάδα έκλεισαν 35 χρόνια από τη δολοφονία του κι εκείνη ήθελε στις 12 Μαρτίου να βρίσκεται έξω από το παλιό τους διαμέρισμα, για να αφήσει στον δρόμο, στο σημείο όπου ο πατέρας της σκοτώθηκε, 35 τριαντάφυλλα – ένα για κάθε χρόνο που εκείνος έζησε, ένα για κάθε χρόνο που έχει περάσει από τον θάνατό του. Σήμερα θα ήταν 70 ετών.
Φοράει μοβ, όπως και η μητέρα της, Ελεν Λουίζ Ρότζερς, αλλά και ο πρώην σύζυγος της Νικόλ, Ρούφους, οι οποίοι ήρθαν μαζί της για ψυχολογική στήριξη. «Μας φώναζε “μοβ κυρίες” και μας κορόιδευε που φορούσαμε συνέχεια μοβ, το αγαπημένο χρώμα της μαμάς μου, που παραπέμπει και στον Prince», λέει. Θυμάται μια συναυλία του στην οποία είχαν πάει με τη μητέρα της κρυφά από τον μπαμπά της κι εκείνος είχε θυμώσει. Τώρα γελάει που τα σκέφτεται. Στην Ανω Γλυφάδα, όπου πέρασε τέσσερα χρόνια της εφηβικής ζωής της, δεν μπορεί να σταματήσει να διηγείται ιστορίες.
«Με έναν τρόπο, είναι ακόμη εδώ – το λάτρευε αυτό το μέρος ο πατέρας μου, τη λάτρευε την Ελλάδα, νομίζω ένα κομμάτι του θα βρίσκεται εδώ για πάντα».
Κοιτάζει τον δρόμο που ανεβαίνει και τα μάτια της βλέπουν τον πατέρα της να της μαθαίνει ποδήλατο. «Δες αυτή τη στροφή, είχα πέσει εδώ», μου λέει, «κι εκείνος με σήκωσε και μου είπε να ανεβώ ξανά στο ποδήλατο». Τον βλέπει να την παίρνει από το οικοτροφείο του ACS Athens για να πιουν μαζί την πρώτη της μπίρα σε ένα παραλιακό μπαρ. Να της δίνει 1.000 δραχμές χαρτζιλίκι την εβδομάδα. Να της μαθαίνει να χορεύει υπό τον ήχο του αγαπημένου τους τραγουδιού, του «Sara Smile» των Hall & Oates.
Σηκώνει το χέρι της, δείχνει στα αριστερά. «Εκεί έμενε ένα παιδί, ο Κυριάκος, που μου έδωσε το πρώτο μου τσιγάρο». Υστερα ευθεία. «Εδώ ζούσε ο φίλος μου ο Τζαμπάρ και οι δικοί του γονείς δούλευαν στη βάση». Στο ισόγειο της πολυκατοικίας της έμενε η κυρία Αφροδίτη, που της έφτιαχνε ντολμαδάκια και την πρόσεχε όταν έφτανε στο διαμέρισμα και ο πατέρας της δεν είχε γυρίσει ακόμη.
Λάτρευε την Ελλάδα – Με έναν τρόπο, είναι ακόμη εδώ – το λάτρευε αυτό το μέρος ο πατέρας μου, τη λάτρευε την Ελλάδα, νομίζω ένα κομμάτι του θα βρίσκεται εδώ για πάντα.
Η 52χρονη Νικόλ μιλάει πολύ για τον Ρόναλντ Στιούαρτ. Λέει ότι η ίδια έχει ήδη ζήσει 17 χρόνια παραπάνω από όσα εκείνος πρόλαβε. Οτι από τη δολοφονία του και μετά, κάθε μέρα τη ζει και για τους δυο τους.
Ηταν τσακωμένοι πριν από τον θάνατο του, επειδή η Νικόλ παντρεύτηκε μικρή. Λίγες εβδομάδες πριν από τη δολοφονία του, όμως, του είχε γράψει ότι είχε γεννήσει έναν γιο, στον οποίο έδωσε το όνομά του. Για χρόνια δεν ήξερε αν ο πατέρας της διάβασε ποτέ εκείνο το γράμμα. «Σχετικά πρόσφατα μια παλιά συνάδελφος των γονιών μου μού είπε ότι την εβδομάδα πριν από τη δολοφονία του, τριγυρνούσε χαρούμενος στη βάση κι έλεγε ότι έχει έναν εγγονό με το όνομά του», λέει η Νικόλ. Τη μέρα που το έμαθε, ένιωσε να ανασαίνει ξανά.
Μιλάει επίσης για τους τρομοκράτες που της τον στέρησαν. Θέλει να τους πει ότι με τις πράξεις τους δεν άλλαξαν τίποτα, δεν βελτίωσαν τίποτα, μόνο έκαναν τη δική της ζωή, και των συγγενών των υπόλοιπων θυμάτων, χειρότερη. «Είμαι χριστιανή, πιστεύω στον Θεό, αλλά δεν θα συγχωρήσω ποτέ αυτό που έκαναν. Δεν θα ξεχάσω ποτέ. Δεν αξίζουν», τονίζει, «τη συγχώρεσή μου».
Δολοφονία ενός αθώου – Ηταν μια δολοφονία ενός εντελώς αθώου, γλυκού ανθρώπου –τι μπορεί να είναι τόσο χαλασμένο στην καρδιά σου, τόσο πεθαμένο στο πνεύμα σου, για να κάνεις αυτά τα πράγματα;
Της έκλεψαν τον πατέρα της, λέει, έναν άνθρωπο που, παρότι ήταν στον στρατό, δεν είχε πάει ποτέ στον πόλεμο, δεν είχε ποτέ σκοτώσει κανέναν. «Ηταν μια δολοφονία ενός εντελώς αθώου, γλυκού ανθρώπου – τι μπορεί να είναι τόσο χαλασμένο στην καρδιά σου, τόσο πεθαμένο στο πνεύμα σου, για να κάνεις αυτά τα πράγματα;».
Μια μικρή λύτρωση
Είμαστε ακόμη στο πεζοδρόμιο όσο μιλάμε για όλα αυτά. Δεν ήλπιζε σε κάτι παραπάνω, δεν σκεφτόταν ότι μπορεί να ξαναέβλεπε τον χώρο στον οποίο αντίκρισε για τελευταία φορά τον πατέρα της. Τυχαίνει όμως να βγει από την πολυκατοικία ένας γείτονας. Ρωτάει αν η Νικόλ είναι η κόρη του Αμερικανού που είχε δολοφονηθεί εδώ. Λέει ότι στο διαμέρισμα τώρα ζει εκείνος με τη σύζυγό του. Θα μπορούσαμε, λέω, να περάσουμε μέσα;
Ανεβαίνει τις σκάλες αργά, μαζί με τη μητέρα της. Η Χριστίνα, η τωρινή κάτοικος, ντρέπεται για τα άστρωτα κρεβάτια. Αλλά η Νικόλ δεν κοιτάζει καν. Εχει δακρύσει πολλές φορές από το πρωί, όμως τώρα είναι η πρώτη που κλαίει με λυγμούς.
«Τον νιώθω, τον νιώθω εδώ», λέει, «τον ακούω. Νόμιζα ότι είχα ξεχάσει τη φωνή του, αλλά εδώ μέσα ακούω ξανά το γέλιο του, τα χαζά του αστεία, τον ακούω ξανά ύστερα από χρόνια». Είναι χαρούμενη όταν βγαίνουμε πάλι έξω, λες και βρήκε ένα κομμάτι του που ξεγλίστρησε από τον κόσμο της ανυπαρξίας… Πριν φύγει, τη σταματάει άλλη μια γειτόνισσα, κάτοικος του διπλανού σπιτιού.
Γνώριζε τον πατέρα της. Εκείνη και ο σύζυγός της μιλούν καλά αγγλικά, οπότε πήγαινε συχνά στο σπίτι τους για καφέ, για φαγητό, τους μαγείρευε, όπως του άρεσε τόσο να κάνει. Θυμούνται πως πάντα χαμογελούσε. Και ύστερα φτάνουν στη 12η Μαρτίου του 1991. Τον είχε δει να παρκάρει το αυτοκίνητό του στο απέναντι πεζοδρόμιο. Κουβαλούσε, συμπληρώνει η γειτόνισσα, ένα καλάθι με άπλυτα ρούχα. Χαιρετήθηκαν κι εκείνη μπήκε στο σπίτι της. Δευτερόλεπτα αργότερα, άκουσε έναν εκκωφαντικό θόρυβο. Το αυτοκίνητο στο οποίο βρισκόταν η βόμβα είχε εκσφενδονιστεί στην αυλή της. Εσπασαν τα παράθυρα, η πόρτα. Βρήκε τον Ρόναλντ Στιούαρτ βαριά τραυματισμένο στον δρόμο. Πήγε κοντά του. «Λυπάμαι, λυπάμαι πολύ», του είπε και ύστερα έκλεισαν τα μάτια του.
Δεν ήταν μόνος
Πέθανε λίγες ώρες αργότερα από αιμορραγία, της λέει η Νικόλ Εντουαρντς και δάκρυα κυλούν κάτω από τα μαύρα της γυαλιά. Αλλά από αυτήν την αναπάντεχη συνάντηση, 35 χρόνια μετά τη στυγνή δολοφονία του, έμαθε ότι ο πατέρας της δεν ήταν μόνος πριν χάσει τις αισθήσεις του. Οτι το τελευταίο πρόσωπο που αντίκρισε ήταν μιας φίλης.
Είναι πάντα μαζί της ο πατέρας της, λέει, η Νικόλ, κάθε μέρα. Του μιλούσε και σήμερα το πρωί του έλεγε ότι θα πάει στο σπίτι του. Θέλει να έρθει άλλη μια φορά με τα παιδιά της. «Για να μάθουν τα εγγόνια του την ιστορία αυτού του ήρωα που δεν γνώρισαν και μετά θα έχω τελειώσει». Από την Ανω Γλυφάδα φεύγει πιο ήσυχη από όταν ήρθε. Πότε θα γευθεί ξανά παγωτό φιστίκι; «Ισως σήμερα, και μετά θα του μιλήσω πάλι».

