Πριν από λίγες μέρες, απαντώντας σε επίκαιρη ερώτηση βουλευτή της Ελληνικής Λύσης που αφορά τη «νομοθετική ρύθμιση για την απαγόρευση της πλήρους κάλυψης του προσώπου υπό το πρίσμα της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης και της δημοκρατικής τάξης», ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου Θάνος Πλεύρης άνοιξε τη συζήτηση για την απαγόρευση της πλήρους κάλυψης των χαρακτηριστικών του προσώπου και του σώματος γυναικών λόγω θρησκείας. Οπως ανέφερε, εξετάζεται το ενδεχόμενο ρύθμισης, χωρίς να έχει ξεκαθαριστεί ακόμη το ακριβές πλαίσιο. Και διευκρίνισε ότι «είμαστε ακόμη στο σκέλος της εξέτασης γιατί ακριβώς πρέπει να δούμε με πολύ μεγάλη προσοχή το ρυθμιστικό πλαίσιο που υπάρχει σε άλλες χώρες, καθώς και τη διαμορφωμένη νομολογία η οποία υπάρχει».
«Δεν μπορούμε να αποφασίσουμε εμείς για το πώς θα εκφράσει κάποιος τον εαυτό του, την ατομικότητά του», υποστηρίζει η Αντιγόνη Λυμπεράκη, καθηγήτρια στο Πάντειο.
Η Αντιγόνη Λυμπεράκη, καθηγήτρια Οικονομικών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, έχει μεγάλη εμπειρία στην υλοποίηση δράσεων και προγραμμάτων κοινωνικής ένταξης, εκπαίδευσης και στήριξης ευάλωτων πληθυσμών. Εκτιμά ότι η συζήτηση που άνοιξε σε σχέση με την πιθανότητα απαγόρευσης της μπούργκας ή και του χιτζάμπ, δεν εκπορεύεται από την προσπάθεια αντιμετώπισης ενός προβλήματος, εφόσον στην Ελλάδα δεν υπάρχει τέτοιος πληθυσμός, τουλάχιστον σε σημαντικούς αριθμούς. Το ίδιο άλλωστε σημείωσε και ο κ. Πλεύρης στην ομιλία του στη Βουλή, εξηγώντας ότι στην Ελλάδα συνήθως έρχονται αιτούντες άσυλο άνδρες από μουσουλμανικές χώρες και όχι γυναίκες.
Τι ισχύει στη Γαλλία
«Εδώ και 20 χρόνια υπάρχει αυτή η συζήτηση στην Ευρώπη», λέει στην «Κ» η κ. Λυμπεράκη. «Στη Γαλλία απαγορεύεται στα σχολεία, με τη λογική ότι δεν θέλουν κανένα θρησκευτικό σύμβολο. Στην Αγγλία, όπου μεγάλα τμήματα του πληθυσμού είναι μουσουλμανικά, δεν τέθηκε έτσι το θέμα γιατί εκτίμησαν ότι κάτι τέτοιο θα έφερνε μεγαλύτερο αποκλεισμό στις γυναίκες που θα προέρχονταν από αυστηρές μουσουλμανικές οικογένειες· θα τους απαγόρευε η οικογένειά τους να πάνε σχολείο. Οι απαγορεύσεις συνήθως έχουν τέτοιου είδους συνέπειες», τονίζει. Και προσθέτει: «Η ενδυμασία αυτή δεν υπάρχει στην Ελλάδα. Εχω βρεθεί σε πάρα πολλά camp υποδοχής και φιλοξενίας προσφύγων και δεν έχω συναντήσει ποτέ γυναίκες με καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου. Πραγματικά νομίζω ότι μπαίνουμε στη διαδικασία να επινοήσουμε έναν αντίπαλο. Δεν μπορώ να καταλάβω ποιο είναι το σκεπτικό. Να συσπειρώσουμε όσους θέλουν να υπερασπιστούν το ευρωπαϊκό κεκτημένο για τον ρόλο των φύλων;», αναρωτιέται η κ. Λυμπεράκη.
Εκτιμά μάλιστα ότι η συζήτηση για την απαγόρευση της κάλυψης του προσώπου «υποκρύπτει στην πραγματικότητα μια ισλαμοφοβία. Ομως, η ισλαμοφοβία είναι πολύ κακό συστατικό για τη συζήτηση που γίνεται και όσα θέλουμε να πετύχουμε για τις κοινωνίες μας, πολύ περισσότερο τώρα με τον πόλεμο».
Η κ. Λυμπεράκη βάζει στη συζήτηση και μια άλλη ενδιαφέρουσα πτυχή του θέματος. «Σε πολλές μελέτες για κορίτσια που προέρχονται από τη μουσουλμανική μειονότητα στη Θράκη, αναφέρεται ότι όταν σπουδάζουν και γίνονται π.χ. γιατροί, αποκτούν πτυχία και θέσεις που φέρνουν κοινωνική καταξίωση, αρχίζουν να φοράνε μαντίλα. Και αυτό είναι περισσότερο μια ένδειξη περηφάνιας για τη διαδρομή τους. Δεν μπορούμε να αποφασίσουμε εμείς για το πώς θα εκφράσει κάποιος τον εαυτό του, την ατομικότητά του. Αν το κάνουμε, ακόμη και με καλές προθέσεις, συνηθέστερα καταλήγουμε σε μια πολύ περιοριστική και αυταρχική κοινωνία, που αντί να μας κάνει να σκεφτόμαστε, μας κάνει να φοβόμαστε».
Υπάρχει πάντως και η άποψη ότι δεν πρέπει να έχει κανένας καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του όταν κινείται σε δημόσιο χώρο. «Δεν χρειάζεται να επέμβεις στην εικόνα του ανθρώπου γιατί αυτός ο δρόμος είναι ολισθηρός».
Τι γίνεται όμως με τις ακραίες περιπτώσεις; Δεν είναι λογικό να πεις ότι εμείς εδώ δεν αποδεχόμαστε οι γυναίκες να κρύβονται με αυτόν τον τρόπο κάτω από τα ρούχα; «Μάλλον δημιουργείς ήρωες με τις απαγορεύσεις. Αν τους αφήσεις να φοράνε ό,τι θέλουν, ίσως μπορέσεις να τους προσεγγίσεις. Δεν μπορούμε να συζητάμε στην εποχή μας ότι με απαγορεύσεις διαχέουμε τις ιδέες μας. Πιστεύω ότι η γλύκα της ελευθερίας που απολαμβάνουν οι άνθρωποι στην κοινωνία που προσπαθούμε να έχουμε, είναι ένα ισχυρό κίνητρο. Εγώ δεν θα απέκλεια κανένα κομμάτι του κόσμου από την πιθανότητα να μπορέσουμε να σχετιστούμε».

