Είναι γνωστό πως όταν εμείς χτίζαμε τα «μπλε και πράσινα καφενεία», οι Αμερικανοί έτρωγαν βελανίδια. Ομως, «καιρός φέρνει τα λάχανα, καιρός τις γαλοπούλες». Στην φετινή Γιορτή των Ευχαριστιών, οι αμερικανικές οικογένειες έζησαν τον δικό τους διχασμό, αυτό που ονόμασαν «affective polarization» και «partisan sorting».
H «Συναισθηματική Πόλωση» (affective polarization) περιγράφει την αύξουσα αρνητικότητα ή δυσπιστία μεταξύ ατόμων που ανήκουν σε αντίπαλα πολιτικά κόμματα, κάτι που οδηγεί σε αποξένωση ή συγκρούσεις. Η «Παραταξιακή Ταξινόμηση» (partisan sorting) έπεται. Είναι η διαδικασία κατά την οποία τα άτομα εναρμονίζουν ολοένα και περισσότερο την κοινωνική τους ταυτότητα και τα κοινωνικά τους δίκτυα -παρέες συνομιλητές κ.λπ.- αναλόγως με το πολιτικό τους
κόμμα ή την ιδεολογία τους. Έτσι σε πολλές αμερικανικές οικογένειες οι οπαδοί του κινήματος MAGA, μοιράστηκαν την γαλοπούλα τους μόνο με ομοϊδεάτες τους, και το αντίστροφο έγινε με τους αντιτράμπ, είτε είναι (οι πολλοί) Δημοκρατικοί, είτε (οι λίγοι) Ρεπουμπλικανοί.
Αυτό δεν περιορίζεται μόνο στις οικογένειες, ούτε μόνο μεταξύ ατόμων που ανήκουν σε διαφορετικά κόμματα. Στον κόσμο του σόουμπιζ, δημιουργήθηκε αναταραχή, όταν τον περασμένο Ιούλιο ο γνωστός τηλεπαρουσιαστής Μπιλ Μάερ εκλήθη στον Λευκό Οίκο και συνέφαγε με τον Ντόναλντ Τραμπ. Τις επόμενες μέρες ο επίσης Δημοκρατικός και μεγάλος κωμικός Λάρι Ντέιβιντ, δημοσίευσε ένα ευθυμογράφημα με τίτλο «Το Δείπνο μου με τον Αδόλφο». (ΝΥΤ 21.7.2025). Ήταν ένα έξυπνο σατιρικό διήγημα για έναν αντιναζί δημοσιογράφο που εκλήθη στην καγκελαρία να συμφάγει με τον Χίτλερ, το οποίο τελείωνε ως εξής: «Δύο ώρες αργότερα, το δείπνο είχε τελειώσει, και ο Φύρερ με συνόδευσε στην πόρτα. “Είμαι τόσο χαρούμενος που σε γνώρισα. Ελπίζω να μην είμαι πια το τέρας που νόμιζες ότι ήμουν.” Απάντησα: “Πρέπει να πω, Φύρερ μου, είμαι τόσο ευγνώμων που ήρθα. Αν και διαφωνούμε σε πολλά θέματα, δεν σημαίνει ότι πρέπει να μισούμε ο ένας τον άλλον”. Κατόπιν αυτού, έκανα έναν ναζιστικό χαιρετισμό και βγήκα μέσα στη νύχτα». Ο Μάερ ενέταξε το ευθυμογράφημα του φίλου και συναδέλφου του «στον διαγωνισμό “ποιος μισεί περισσότερο τον Ντόναλντ Τραμπ”, που τρέχει τώρα στις τάξεις των λίμπεραλς».
Να σημειώσουμε ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος με το απύλωτο στόμα είχε αποκαλέσει τον Μάερ «fake», «υπερτιμημένο με χαμηλή θεαματικότητα», «φωνακλά», «αποκρουστικό» κ.ά.
Επιστρέφοντας στα δικά μας (και σε κάτι σχεδόν προσωπικό), είχα δυο λογιών αντιδράσεις για την συμμετοχή μου στο συνέδριο «Athens Alitheia Forum» που διοργάνωσε η Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης, δηλαδή η κυβέρνηση. Από τα δεξιά (τρολ) υπήρχε ένας τόνος αγριάδας: «τι δουλειά έχεις εσύ εδώ;». Από τα αριστερά υπήρξε ένας τόνος οικτιρμού: «τι δουλειά έχεις εσύ εκεί;»
Αυτές οι αντιδράσεις αναδεικνύουν μια περίεργη πόλωση που υπάρχει κι εκτός της κύριας πολιτικής σκηνής. Η συμμετοχή στο συνέδριο ήταν σχεδόν μονόπαντη. Είναι που είναι λίγοι δημοσιογράφοι που ασκούν κριτική στην κυβέρνηση, στο συνέδριο ήταν ακόμη λιγότεροι. Κάποιοι προφανώς δεν εκλήθησαν και κάποιοι άλλοι αρνήθηκαν την πρόσκληση. «Στο πρόγραμμα αναφέρεται και ο Γιώργος Πετρόπουλος, αρχισυντάκτης του πολιτικού τμήματος στην “Εφημερίδα των Συντακτών”. Δεν είχε ενημερωθεί όμως ούτε αυτός, ούτε και η εφημερίδα μας, για το πλαίσιο του συνεδρίου και τη σύνθεσή του. Οπότε αποφασίστηκε η “Εφ.Συν.” να μην συμμετάσχει σε αυτή την παρωδία», (Εφ.Συν. 3.3.2026)
Είναι λεπτό το ζήτημα των σχέσεων που έχουν οι πολιτικοί με τους δημοσιογράφους. Οι πρώτοι -ειδικώς αν είναι στην κυβέρνηση- έχουν εξουσία και οι δεύτεροι πρέπει να την ελέγχουν. Δεν γεννάται ζήτημα φιλικών σχέσεων -«ένας φίλος με εξουσία, είναι ένας φίλος χαμένος», έλεγε ο συγγραφέας Χένρι Μπρουκ Άνταμς- αλλά γεννιόνται πολλές λυκοφιλίες. Η μελωδία της εξουσίας είναι σαγηνευτική. Το κράτος έχει λεφτά, μοιράζει συμβάσεις, δίνει καλοπληρωμένες δουλειές, αλλά υπάρχουν και τα πιο απλά. «Πρόσβαση στον Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών; Πλάκα μου κάνετε; Είναι ανεκτίμητο», είπε ο Μπιλ Μάερ απαντώντας στην κριτική για το δείπνο του στον Λευκό Οίκο. Συμπλήρωσε όμως: «Βεβαίως ο Τραμπ κατάφερε να το τιμολογήσει κι αυτό» (HBO 7.3.2026).
Επιστρέφοντας στα δικά μας, στο πάνελ για τα «όρια του δημόσιου διαλόγου» διαφώνησα πλήρως με τον επίσης συμμετέχοντα υπουργό Επικρατείας κ. Άκη Σκέρτσο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα κόψουμε την «καλημέρα». Οι δημοσιογράφοι πρέπει να μιλάμε με τους πολιτικούς, ασχέτως των όποιων διαφωνιών που εκ του ρόλου μας οφείλουμε να έχουμε. Εκαστος εφ’ω ετάχθη. Αρκεί οι πολιτικοί να μην πιστέψουν ότι η «καλημέρα» που ανταλλάσσουμε, δημιουργεί κάποια υποχρέωσή μας να τους κάνουμε την μέρα καλή.
Αυτό νόμιζε ο Τραμπ, που άντεξε μόνο λίγους μήνες την ανηλεή κριτική του Μάερ και τελικώς ξέσπασε, εξαπολύοντας τον συνήθη οχετό. Αποκάλεσε τον δημοσιογράφο «άρρωστο», «υπερτιμημένο ελαφρών βαρών», υπονόησε ότι είναι αλκοολικός. Ζήτησε από τους Ρεπουμπλικανούς να σταματήσουν να βλέπουν την εκπομπή του και κατέληξε ότι «ήταν πλήρες χάσιμο χρόνου, που είχα αυτόν τον κόπανο (jerk) στον Λευκό Οίκο» (Truth Social 14.2.2026).

