Οι απόψεις των Ελλήνων στην έρευνα της «διαΝΕΟσις» φαίνονται, εκ πρώτης όψεως, αντιφατικές. Αφενός, η Τ.Ν. αντιμετωπίζεται με ενθουσιασμό και αισιοδοξία. Ενα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού τη γνωρίζει (περίπου 80%) και αλληλεπιδρά μαζί της (περίπου 65%) είτε στην εργασία του είτε στην καθημερινότητά του. Οι χρήστες της Τ.Ν. προσεγγίζουν με ρεαλισμό την τεχνολογία, αποδίδοντάς της χαρακτηριστικά «βοηθού» και προσβλέπουν σε αύξηση της παραγωγικότητάς τους, αλλά και στη βελτίωση των ικανοτήτων τους να λύνουν προβλήματα ή να εξερευνούν νέα πεδία γνώσης. Ταυτόχρονα, η συντριπτική πλειονότητα (περίπου 70%) εκφράζει πίστη στην ορθότητα των αποτελεσμάτων της Τ.Ν.
Ωστόσο, το ενδιαφέρον για την τεχνολογία διαδέχεται η ανησυχία για την εφαρμογή της σε διάφορες όψεις της καθημερινότητας. Τα αυτοκινούμενα οχήματα, οι εφαρμογές στον τομέα της υγείας και της δικαιοσύνης κ.ά., συγκεντρώνουν τη δυσπιστία της κοινής γνώμης. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση της εργασίας, όπου οι φόβοι για τον εκτοπισμό του ανθρώπου από την παραγωγή συντελούν σε μια ζοφερή εικόνα για το μέλλον.
Η αμφιθυμία της ελληνικής κοινωνίας δεν προκύπτει από την έλλειψη γνώσεων ή τον φόβο προς την τεχνολογία. Αντιθέτως, αποτελεί ένα κρίσιμο σύμπτωμα ενός ευρύτερου τεχνοκοινωνικού προβληματισμού. Οι θετικές προσδοκίες συγκεντρώνονται εκεί όπου η Τ.Ν. λειτουργεί ως εργαλείο υποστήριξης της ανθρώπινης δράσης. Ταυτόχρονα, οι Ελληνες προβάλλουν «κόκκινες γραμμές» σε τομείς όπου το κόστος του σφάλματος είναι υψηλό ή σε ευαίσθητες περιοχές της κοινωνικής ζωής, όπως η δημοκρατία και η δικαιοσύνη.
Τα δεδομένα της έρευνας αναδεικνύουν τη σημασία των κοινωνικών ανισοτήτων όταν μιλάμε για την τεχνολογία. Οι γυναίκες εμφανίζουν μεγαλύτερο φόβο και καχυποψία απέναντι στην Τ.Ν. και αυτό δεν οφείλεται στον φόβο για την ίδια την τεχνολογία, αλλά στο πώς μπορεί να ενισχύσει ήδη υπάρχουσες διακρίσεις. Ενας σημαντικός παράγοντας που συμβάλλει σε αυτό είναι ο ανθρωπομορφισμός της Τ.Ν., καθώς πολλά προϊόντα Τ.Ν. παρουσιάζονται με γυναικεία μορφή, έτοιμα να εξυπηρετήσουν πειθήνια τους χρήστες. Επιπλέον, οι δυνατότητες που δίνουν προϊόντα, όπως συνέβη πρόσφατα με το Grok της X, για τη δημιουργία deepfakes, γίνονται εργαλεία στοχοποίησης με θύματα κυρίως γυναίκες.
Αντιστοίχως διαπιστώνουμε σημαντικές αποκλίσεις στο ενδιαφέρον και στη χρήση της Τ.Ν. στις μεγαλύτερες ηλικίες, οι οποίες βιώνουν αποκλεισμούς όσον αφορά τη χρήση. Επίσης, οι αρνητικές απόψεις συγκεντρώνονται σε άτομα που βρίσκονται εκτός της παραγωγικής διαδικασίας (άνεργοι, συνταξιούχοι, άτομα που ασχολούνται με τα οικιακά), άρα και σε μια πιο ευάλωτη κοινωνική θέση. Ενώ η χρήση αυξάνεται όσο ανεβαίνουν το εισόδημα και το μορφωτικό επίπεδο.
Ωστόσο, ανάμεσα σε αυτές τις αντιθέσεις διακρίνουμε μια προσπάθεια γεφύρωσης μεταξύ αισιοδοξίας και καχυποψίας. Το σχεδόν καθολικό (90%) αίτημα για τη ρύθμιση της Τ.Ν. προσφέρει μια διέξοδο από τις απειλητικές εκδοχές του μέλλοντος. Οι φόβοι για την παραβίαση της ιδιωτικότητας και για τις πρακτικές που ακολουθούν οι ολιγοπωλιακοί κολοσσοί των τεχνολογιών φέρνουν στο προσκήνιο την ανάγκη περιστολής αυτών των πρακτικών. Το ζήτημα είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο συνεργαζόμαστε με τις μηχανές: αν αυτές λογοδοτούν, εξηγούν τις επιλογές τους και είναι ανοικτές στη διαμόρφωσή τους από τους χρήστες, τότε η ρεαλιστική αισιοδοξία της κοινής γνώμης και το υψηλό ενδιαφέρον φαίνεται να δημιουργούν εύφορο έδαφος για το μέλλον της Τ.Ν.
Αυτό που τελικά προκαλεί η Τ.Ν. δεν είναι ο φόβος μας για αλλαγή. Ηδη το τμήμα της κοινωνίας που αλληλεπιδρά με τις νέες μηχανές αυξάνεται εκθετικά. Αυτό που πραγματικά καλούμαστε να αναστοχαστούμε είναι η ίδια η κοινωνία. Καλούμαστε να δημιουργήσουμε ένα διαφορετικό πλαίσιο σχέσεων μεταξύ ανθρώπου και μηχανής, στο οποίο οι μηχανές θα είναι «ορατές», όχι μόνο στο επίπεδο της νομοθεσίας αλλά και στην καθημερινή πρακτική. Οι κοινωνικοί μετασχηματισμοί που επιφέρει η Τ.Ν. απαιτούν έναν οραματισμό, τόσο τεχνολογικό όσο και κοινωνικό.
* Ο κ. Ηρακλής Βογιατζής είναι μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και συνιδρυτής της Visible Machines.

