Υπάρχουν γυναίκες που κάποτε ήταν κορίτσια ανέμελα, που έπαιζαν με βότσαλα στην αμμουδιά· όμορφες έφηβες που ονειρεύονταν αθώα φιλιά. Υπάρχουν γυναίκες που δεν έχουν παιδιά, μα κι άλλες που απέκτησαν παιδιά, που τα πόθησαν πολύ, είτε ήρθαν στη ζωή τους απρόσμενα, μα γλυκά. Που τα έβγαλαν μέσα απ’ τα σπλάχνα τους, που τα ονειρεύονταν πριν ακόμη γεννηθούν, που τα ανέστησαν με φροντίδα και αγάπη, όπως ο ήλιος με τα χάδια του, τα σύννεφα, η ομορφιά του ανέμου, η βροχή και το νερό ανασταίνουν ένα λουλούδι. Γνωρίζοντας πως στον χειμώνα τ’ άνθος θα πέσει κάτω στη γη, μα και πως την άνοιξη ένα νέο θα γεννηθεί, έχοντας ολοκληρώσει έτσι τον κύκλο της ζωής του.
Ανάμεσα σε αυτές τις γυναίκες, που κρατούν μέσα τους όλη τη σοφία και τη φύση των πραγμάτων, υπάρχουν και κάποιες γυναίκες-μάνες, όπου η πιο μεγάλη τραγωδία που μπορεί να βρει έναν γονιό χτύπησε την πόρτα τους.
Σε μια τέτοια γυναίκα-μάνα, σε μια αίθουσα νοσοκομείου, με ευαισθησία και λεπτότητα ζητήθηκε από τους ιατρούς μια δωρεά, για να σωθεί κάποια άλλη γυναίκα που περίμενε ένα μόσχευμα με τη ζωή της να αιωρείται στον αέρα: εκείνη η γυναίκα ήμουν εγώ.
Η δωρεά ήταν να προσφέρει ό,τι πολυτιμότερο είχε, τα όργανα του παιδιού της, που ήταν και δικά της όργανα, και να έρθει αντιμέτωπη με την επιθυμία της πως μια μέρα το χώμα που θα περιέβαλλε το σώμα του παιδιού της θα ήταν το δικό της μητρικό χώμα, που θα είχε πρώτα περιβάλει την ίδια. Κι όμως, αυτή η γυναίκα, μέσα στην ανείπωτη θλίψη της και στον εσωτερικό της σπαραγμό, δίχως δεύτερη σκέψη και με μεγάλη ετοιμότητα είπε το «ναι».
Τα όργανα του παιδιού της δεν ήταν έτοιμα να συναντήσουν το χώμα. Είπε ναι στο να συνεχίσουν να ζουν μέσα από το σώμα κάποιου άλλου, μέχρι να κάνουν τον κύκλο της ζωής που ανήκει σε κάθε άνθρωπο.
Ως γυναίκα-λήπτρια, μητέρα και η ίδια, δέχτηκα αυτό το θείο δώρο με απέραντη ευγνωμοσύνη και υποδέχτηκα με ευλάβεια στο σώμα μου το ζωντανό παλλόμενο όργανο, με την υπόσχεση να το φροντίζω, με ιερότητα, μέχρι την τελευταία μου πνοή. Μόνον η γυναικεία φύση γνωρίζει καλύτερα από κάθε άλλον άνθρωπο ότι κάθε πράγμα, για να πεθάνει, πρέπει πρώτα να έχει εξαντλήσει κάθε κόκκο ζωής που φέρει μέσα του.
Ετσι, η ευγνωμοσύνη που νιώθω ως λήπτρια και οι δεσμοί που με δένουν με τη μάνα-δωρήτρια, αλλά και αντίστροφα, είναι κάτι που υπερβαίνει τον ίδιο τον θάνατο και με κάνει να πορεύομαι με πληρότητα προς αυτόν, έχοντας πάντα μέσα μου το φως μιας ανυπέρβλητης, σπλαχνικής αγάπης!
* Η κ. Λυγερή Οικονομοπούλου είναι ψυχαναλύτρια – ψυχοθεραπεύτρια. Το 2020 υπεβλήθη σε μεταμόσχευση ήπατος.

