Η αμηχανία της μνήμης

Πώς λαμβάνει υπόσταση στον δημόσιο χώρο η ιστορία της Αντίστασης; Και πώς οι πολιτικές έριδες του παρόντος αναπλάθουν τις απεικονίσεις του παρελθόντος;

6' 24" χρόνος ανάγνωσης

Αέρινες αρχαιοελληνικές γυναικείες μορφές με φτερά, δάφνινα στεφάνια και σπαθιά, γενειοφόροι αντάρτες με γροθιά υψωμένη και όπλο στην πλάτη, πενθούσες αγωνίστριες μάνες και βαρύγδουπα συμπλέγματα ηρωικών μορφών με περιστέρια και δρεπάνια. Ανάγλυφες εικόνες αγώνα, νίκης, πένθους και ηρωισμού, διάσπαρτες σε πόλεις και χωριά. Πώς διαχέεται η μνήμη της Εθνικής Αντίστασης στον δημόσιο χώρο και ποιες μορφές παίρνει; Με ποιον τρόπο τα μνημεία γίνονται εργαλείο και μέσο αφήγησης του παρελθόντος;

Τα μνημεία Εθνικής Αντίστασης, είτε πρόκειται για γλυπτά και τόπους μαρτυρίου είτε για φωτογραφίες και έγγραφα, καλούνται να φωτίσουν και να μετασχηματίσουν την Ιστορία σε εμπειρία. Με αφορμή τις φωτογραφίες της εκτέλεσης των 200 κομμουνιστών την Πρωτομαγιά του 1944 στην Καισαριανή, συζητούμε για το πώς η Αντίσταση αποκτά υλικό ίχνος: γίνεται άγαλμα, επιγραφή, διαδρομή, χώρος.

«Η διάχυση της μνήμης στον δημόσιο χώρο επιτυγχάνεται μέσα από την ιστορική σήμανση σημείων που συνδέονται με ιστορικά γεγονότα. Είτε μέσα από υλικά μνημεία (πλάκες, τύμβοι, αγάλματα), είτε μέσα από πρακτικές ανάδειξης της μνήμης του χώρου: μετονομασίες δρόμων και πλατειών, ιστορικοί περίπατοι, εκδηλώσεις σε ιστορικούς τόπους», αναφέρει ο ιστορικός Ιάσονας Χανδρινός (επισκέπτης καθηγητής, Πανεπιστήμιο Ρέγκενσμπουργκ).

«Τα μνημεία παράγουν συμβολικό κεφάλαιο μέσα από τις τελετουργίες (επετειακές εκδηλώσεις, ξεναγήσεις, περίπατοι). Η αφήγηση του παρελθόντος γίνεται πιο συγκροτημένη όταν αρθρώνεται με βάση ένα τοπόσημο ή όταν επιχειρεί να εξοικειώσει τον επισκέπτη με τον χώρο όπου εκτυλίχθηκαν γεγονότα», επισημαίνει ο κ. Χανδρινός και προσθέτει: «Τα μνημεία της Εθνικής Αντίστασης άρχισαν να κατασκευάζονται τα τελευταία 60 χρόνια, τα περισσότερα μετά τη δεκαετία του ’80, συνδυάζουν διάφορα υλικά (μάρμαρο, χαλκός) και εκφράζουν ποικίλες αισθητικές επιλογές. Μια τυπική τάση είναι η “ηρωική”, μέσα από την αποτύπωση της κλασικής εικόνας του γενειοφόρου αντάρτη (Λαμία, Aμφισσα, Καρακόλιθος Λιβαδειάς, Εγκλουβή Λευκάδας). Μια άλλη είναι αυτή που χρησιμοποιεί γυναικείες μορφές, ως συμβολισμό του πένθους/ή της ελευθερίας (Θεσσαλονίκη, Νίκαια)».

Η μνήμη της Αντίστασης εγγράφεται κυρίως μέσα από τη γλυπτική. Ηρώα, προτομές, ανδριάντες και επιτύμβιες στήλες υπενθυμίζουν γεγονότα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Εμβληματικό παράδειγμα, το Μνημείο Πεσόντων της προσφυγικής και ΕΑΜικής Κοκκινιάς (1956), έργο του Γιώργου Ζογγολόπουλου. Τοποθετημένο στο σημείο του Μπλόκου της 17ης Αυγούστου 1944, μεταφέρει τη μνήμη in situ, αποκλίνοντας από την εικονογραφική παράδοση του «ηρωικού στρατιώτη». Στο εξπρεσιονιστικό σύμπλεγμα, η φτερωτή Νίκη ανασηκώνει τον γυμνό εκτελεσμένο νέο. Χαμηλό, δημοκρατικό βάθρο, λιτή επιγραφή, ορείχαλκος αντί μαρμάρου. Θρήνος και θρίαμβος μπλέκονται σε μια νεωτερική γλώσσα απαλλαγμένη από κλασικιστικές βεβαιότητες.

Η πληγή του Εμφυλίου – «Η μνήμη της Εθνικής Αντίστασης υπήρξε και παραμένει προβληματική, λόγω της ταραγμένης πολιτικής κατάστασης αμέσως μετά το τέλος της Κατοχής που οδήγησε στον Εμφύλιο», επισημαίνει ο ιστορικός Ιάσονας Χανδρινός

Καισαριανή

Σημαντικά τοπόσημα της Αντίστασης, όπως οι τόποι φυλάκισης, βασανισμού και εκτέλεσης, μετασχηματίζονται σε μνημονικούς τόπους. Aλλοτε ανοιχτοί υπαίθριοι χώροι, άλλοτε κτίρια-μαρτυρίες της ναζιστικής θηριωδίας. Στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, στο «Θυσιαστήριο της Λευτεριάς», δεσπόζει το Μνημείο Πεσόντων Αγωνιστών του Απόστολου Φανακίδη. Η μοντερνιστική, συμμετρική εγκατάσταση αποφεύγει κάθε ρεαλιστική αφήγηση. Οι μαύρες πλάκες με χαραγμένα τα ονόματα των εκτελεσθέντων, η μαρμάρινη σκάλα, το υδάτινο στοιχείο, οι δύο επιβλητικές στήλες από ορείχαλκο και γρανίτη που κατευθύνουν το βλέμμα προς τη «Μάντρα» της εκτέλεσης, συνθέτουν μια βιωματική εμπειρία. Ο επισκέπτης δεν «διαβάζει» απλώς την ιστορία, τη διασχίζει. Το πένθος δεν επιβάλλεται, αναδύεται.

Εξίσου φορτισμένο παραμένει το στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου με το παρακείμενο Πάρκο Ιστορικής Μνήμης. Στο διαβόητο Μπλοκ 15, από τα σκληρότερα της περιφέρειας του Γ΄ Ράιχ, βασανίστηκαν εκατοντάδες όμηροι, ανάμεσά τους οι 200 της Καισαριανής και πλήθος Εβραίων. Το κτίριο του 1937, στρατιωτικό κέντρο εκπαίδευσης επί Μεταξά, είναι επισκέψιμο αλλά βαθιά πληγωμένο από τη φθορά. Στο εξωτερικό, αντίστοιχοι χώροι μετατρέπονται σε εκθεσιακούς με σημειακές παρεμβάσεις και διακριτικές σημάνσεις αφήνοντας στο ίδιο το κέλυφος την αφήγηση.

Τελευταία αναδεικνύονται νέοι τρόποι επανανοηματοδότησης μνημονικών τόπων, δείχνοντας ότι η τεχνολογία μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά, ιδίως για τις νεότερες γενιές, χωρίς να υποκαθιστά την υλικότητα του τόπου. Μια διαδραστική εμπειρία μνήμης είναι η «αναζωογόνηση» του Μπλοκ 15 μέσω ψηφιακής εφαρμογής εικονικής αναπαράστασης (επιστημονικός υπεύθυνος: Πάνος Κωνσταντόπουλος, καθηγητής Τμήματος Πληροφορικής ΟΠΑ). Ο επισκέπτης περιηγείται από απόσταση στον χώρο παρακολουθώντας δραματοποιημένες ιστορικά τεκμηριωμένες μαρτυρίες.

Τα περισσότερα κτίρια που συνδέθηκαν με την Κατοχή δεν έχουν χαρακτηριστεί ιστορικά μνημεία, πολλά από αυτά κατεδαφίστηκαν ή άλλαξαν χρήση.

«Υπάρχει αμηχανία στη μνημειοποίηση των γεγονότων. Η μνήμη της Εθνικής Αντίστασης υπήρξε και παραμένει προβληματική, λόγω της ταραγμένης πολιτικής κατάστασης αμέσως μετά το τέλος της Κατοχής που οδήγησε στον Εμφύλιο. Εξαιτίας των πολιτικών παθών, η μνήμη καταπιέστηκε επί δεκαετίες και οι ιστορικοί τόποι παρέμεναν χωρίς καμία σήμανση. Eως σήμερα, η μνημειοποίηση εμποδίζεται από διαφωνίες και αντιπαραθέσεις που αφορούν την ερμηνεία των γεγονότων και τελικά το ίδιο το περιεχόμενο της μνήμης, άρα και των μνημείων», αναφέρει ο κ. Χανδρινός.

Η μελέτη

Στην Ελλάδα, παρά τα ισχυρά τοπικά παραδείγματα Μουσείων Εθνικής Αντίστασης (Καλάβρυτα, Νίκαια, Ηλιούπολη, Κρήτη, Καισαριανή) η μνήμη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου παραμένει αποσπασματική. Η προμελέτη για τη δημιουργία κεντρικού Μουσείου Εθνικής Αντίστασης που εκπονήθηκε το 2019 από διεπιστημονική ομάδα σε συντονισμό του ιστορικού Μενέλαου Χαραλαμπίδη και χωροθέτηση σε διατηρητέο κτίριο επί της οδού Βουλής, δεν προχώρησε. Το κεν ενός κεντρικού μουσείου που θα λειτουργεί ως χώρος έκθεσης, φύλαξης τεκμηρίων, ιστορικής έρευνας και εκπαίδευσης είναι αισθητό και είναι αναγκαία η πλήρωσή του για την καλλιέργεια μιας συλλογικής μνημονικής κουλτούρας.

Από τις ΗΠΑ στη Δανία: Πώς θυμούνται οι άλλοι;

«Στο κέντρο του Βερολίνου υπάρχει ένα μνημείο, εμβληματικό παράδειγμα διαχείρισης “δύσκολης μνήμης”. Η Neue Wache (Νέα Φρουρά), ένα νεοκλασικό κτίριο του 19ου αιώνα, που στο εσωτερικό του δεσπόζει η Πιετά της Κέτε Κόλβιτς, ένα σπαρακτικό γλυπτό που λειτουργεί ως υπεριστορικό σύμβολο πένθους.

Οικοδομήθηκε ως φυλάκιο της βασιλικής φρουράς και μνημείο για τους Πρώσους πεσόντες στους Ναπολεόντειους Πολέμους. Το 1931 αναδιαμορφώθηκε σε μνημείο για τους νεκρούς του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ κατά τη ναζιστική περίοδο εντάχθηκε στη συμβολική αρχιτεκτονική του καθεστώτος, με την προσθήκη χριστιανικού σταυρού που απέκλειε σιωπηρά τους Εβραίους στρατιώτες. Στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας μετατράπηκε σε μνημείο για τα “θύματα του φασισμού και του μιλιταρισμού”, ενώ μετά το 1993 επανεγκαινιάστηκε ως ομοσπονδιακό μνημείο “για τα θύματα του πολέμου και της τυραννίας”.

Πεδία διαλόγου – «Τα μνημεία αντανακλούν τις εκάστοτε πολιτικές αναγνώσεις του παρελθόντος, αποτελώντας πεδία δημόσιου διαλόγου για το πώς μια κοινωνία επιλέγει να αφηγηθεί τα τραύματά της», λέει η Πηνελόπη Πετσίνη, επίκουρη καθηγήτρια ΠΑΔΑ.

Η ίδια η μεταβολή της ονομασίας, όπως εξηγεί και η πινακίδα στην είσοδο, αποκαλύπτει ότι η μνήμη δεν είναι στατική, αλλά αναπλαισιώνεται ανάλογα με το πολιτικό παρόν. Τα μνημεία αντανακλούν τις εκάστοτε πολιτικές αναγνώσεις του παρελθόντος, αποτελώντας πεδία δημόσιου διαλόγου για το πώς μια κοινωνία επιλέγει να αφηγηθεί τα τραύματά της», αναφέρει η Πηνελόπη Πετσίνη, επίκουρη καθηγήτρια ΠΑΔΑ (Παν. Δυτικής Αττικής).
 
Το υπόδειγμα

«Η Εθνική Αντίσταση δεν σημαίνει για όλους το ίδιο, αν μη τι άλλο επειδή αφορά μια μνήμη προσωπική, οικογενειακή και διαγενεακή. Η αποδοχή κάθε άλλης αφήγησης θα προϋπέθετε την άρνηση μιας ταυτότητας, δύσκολα πράγματα. Υποδειγματικό παράδειγμα διαχείρισης μιας αντίστοιχα δύσκολης μνήμης είναι το Μουσείο Αφροαμερικανικής Ιστορίας και Πολιτισμού, στην Ουάσιγκτον. Ενας πολυαισθητηριακός χώρος που συγκινεί χωρίς να φανατίζει και τιμά χωρίς να χειραγωγεί. Ενας εορταστικός τρόπος να θυμηθεί κανείς ανθρώπους που έζησαν μέσα στη σκληρότητα και στην αδικία, αλλά κατάφεραν να διατηρήσουν την ευαισθησία τους προσφέροντας απλόχερα ζωντάνια, χαρά και δημιουργία», επισημαίνει ο αρχιτέκτονας Κώστας Τσιαμπάος (αναπληρωτής καθηγητής ΕΜΠ).

Στο εξωτερικό, βλέπουμε συχνά τη μετατόπιση από το «μνημείο ως αντικείμενο» στο «μνημείο ως εμπειρία». Η μνήμη της Εθνικής Αντίστασης συνδιαλέγεται με τον κατεξοχήν μνημονικό τόπο, αυτόν του μουσείου. Στη Γαλλία, το μπρουταλιστικό Musée de la Résistance Nationale οργανώνει τη μνήμη ως δίκτυο συλλογών και έρευνας, ενώ στη Νορβηγία, το Μουσείο φιλοξενείται σε κτίριο του 17ου αιώνα, δίπλα σε τόπο εκτέλεσης αγωνιστών. «Ενα ιδιαίτερο μουσείο είναι αυτό της Δανικής Αντίστασης 1940-1945 (Frihedsmuseet) στην Κοπεγχάγη.

Η περιήγηση στον υπόγειο εκθεσιακό χώρο καθοδηγείται μέσα από παιχνίδια χαρακτήρων και αναπαραστάσεις αντιστασιακών δράσεων: ο επισκέπτης μπορεί να τυπώσει παράνομα περιοδικά, να υποκλέψει τηλεφωνικές κλήσεις και να σπάσει γερμανικούς κώδικες», περιγράφει ο κ. Χανδρινός.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT