Η αξιοποίηση των 180 στρεμμάτων της ΔΕΘ, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, θα είναι –εκτός απροόπτου– το θέμα του πρώτου δημοψηφίσματος που θα πραγματοποιηθεί στην Ελλάδα σε επίπεδο δήμου. Τη Δευτέρα πρόκειται να παραδοθούν στο δημοτικό συμβούλιο της πόλης περισσότερες από 23.000 υπογραφές εκλογέων, που αντιστοιχούν στο απαιτούμενο από τη νομοθεσία 10% προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία. Η δημοτική αρχή δηλώνει ότι θα στηρίξει τη διαδικασία, υποστηρίζοντας ωστόσο την άποψη ότι οι προαναγγελθείσες τροποποιήσεις στον σχεδιασμό επαρκούν.
Τα νέα ανακοίνωσε προ ημερών η Οργανωτική Επιτροπή Δημοψηφίσματος, μέλη της οποίας είναι κινήσεις πολιτών, δημοτικές παρατάξεις της αντιπολίτευσης και πολίτες. Το ερώτημα με βάση το οποίο γίνεται η συλλογή των υπογραφών είναι εκτενές και ουσιαστικά περιγράφει μια πρόταση για την αξιοποίηση της έκτασης: «Συμφωνείτε το εκθεσιακό κέντρο της ΔΕΘ να μετατραπεί με αποκλειστικά δημόσια χρηματοδότηση σε μητροπολιτικό πάρκο υψηλού πρασίνου, πολιτισμού και άθλησης, χωρίς νέες κατασκευές και ταυτόχρονα (α) να διατηρηθούν μόνο τα περίπτερα με θεσμικά αποδεδειγμένη ιστορική αξία και μνήμη, ώστε να αποκατασταθούν και να φιλοξενούν ήπιες εκθεσιακές και πολιτιστικές δραστηριότητες και (β) οι μεγάλες εκθέσεις να μεταφερθούν σε νέες εγκαταστάσεις σε δημόσια έκταση στη Σίνδο;».
Το Υπερταμείο θα δρομολογήσει την τροποποίηση του πολεοδομικού σχεδίου, ώστε να προκηρύξει τον διαγωνισμό για την κατασκευή του έργου το καλοκαίρι.
Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται το Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο (ΕΠΣ), με το οποίο τροποποιήθηκε το 2021 σημειακά ο πολεοδομικός σχεδιασμός μόνο στην έκταση της ΔΕΘ ώστε να αναδιοργανωθεί και να επιτραπούν νέες χρήσεις (ενδεικτικά: ξενοδοχείο, τουριστικά καταλύματα, εμπόριο και παροχή υπηρεσιών, τράπεζες, γραφεία, χώροι στάθμευσης 2.100 θέσεων, εστιατόρια και αναψυκτήρια). Η ανάπλαση είχε ενταχθεί στις συμβάσεις στρατηγικής σημασίας, ενώ η υλοποίηση θα πραγματοποιόταν με σύμβαση παραχώρησης. Την ωρίμανση του έργου ανέλαβε το Υπερταμείο, στο οποίο ανήκει η ΔΕΘ-Hellexpo A.E.
Το σχέδιο προκάλεσε εξαρχής πολλές αντιδράσεις και μάλιστα 50 καθηγητές του Αριστοτελείου προσέφυγαν στο ΣτΕ ζητώντας την ακύρωσή του (η υπόθεση εκδικάστηκε πριν από ένα έτος, αλλά η απόφαση δεν έχει εκδοθεί ακόμα). Τον περασμένο Σεπτέμβριο, από το βήμα της ΔΕΘ, ο πρωθυπουργός εξήγγειλε μια ηπιότερη προσέγγιση στην αξιοποίηση του χώρου από αυτή που έχει θεσμοθετηθεί. Εξι μήνες αργότερα, ο νέος πρόεδρος της εταιρείας ΔΕΘ-Hellexpo Α.Ε., Χρήστος Τσεντεμεΐδης, με επιστολή του προς τον δήμαρχο Θεσσαλονίκης Στέλιο Αγγελούδη ενημέρωνε ότι δρομολογούνται σοβαρές αλλαγές στον σχεδιασμό. Οπως ανέφερε, «κατά τη διαδικασία ωρίμανσης του έργου από το Υπερταμείο αναδείχθηκε η ανάγκη για αναθεώρηση του αρχικού σχεδιασμού του έργου, ώστε η ανάπλαση να φέρει χαρακτηριστικά μητροπολιτικού πάρκου που θα καθίσταται λειτουργικό και φιλικό προς τους πολίτες της Θεσσαλονίκης». Ετσι, θα «κοπούν» το ξενοδοχείο, τα γραφεία κ.λπ. και η ανάπλαση θα περιλαμβάνει την κατασκευή νέων εκθεσιακών εγκαταστάσεων, την ανακαίνιση του Βελλιδείου, τη δημιουργία υπόγειου πάρκινγκ και τη «διαμόρφωση περί των 120 στρεμμάτων ανοιχτών χώρων με έμφαση στη διαμόρφωση χώρων πρασίνου καθώς και χώρων για εκδηλώσεις και συνάθροιση κοινού». Το έργο θα κατασκευαστεί ως δημόσιο έργο με προϋπολογισμό περί τα 120 εκατ. ευρώ.
Υπό το πρίσμα του νέου σχεδιασμού, ο δήμαρχος Στέλιος Αγγελούδης θεωρεί ότι οι προϋποθέσεις που έθεσε ικανοποιούνται. «Διεκδικήσαμε εδώ και δύο χρόνια μια ήπια ανάπλαση και 120 στρέμματα πρασίνου και το πετύχαμε. Πιστεύουμε στη μετατροπή της ΔΕΘ σε ένα μεγάλο μητροπολιτικό πάρκο με μια ήπια εκθεσιακή δραστηριότητα». Ωστόσο, ο κ. Αγγελούδης δεσμεύεται να δρομολογήσει τη διαδικασία του δημοψηφίσματος. «Οταν κατατεθούν οι υπογραφές, θα ακολουθήσει έλεγχος εγκυρότητας από τη διοίκηση. Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας, το ερώτημα διεξαγωγής του δημοψηφίσματος θα έρθει στο δημοτικό συμβούλιο προς έγκριση. Δεν έχω λόγο να μην είμαι εγγυητής μιας δημοκρατικής διαδικασίας».
«H Εκθεση δεν είναι το Σέντραλ Παρκ της Νέας Υόρκης»
Η πλευρά της Οργανωτικής Επιτροπής του Δημοψηφίσματος εκτιμά ότι το αίτημα να αποδοθεί ο χώρος της ΔΕΘ στην πόλη και να μην αντιμετωπίζεται κάθε τόσο ως πεδίο οικονομικής αξιοποίησης παραμένει ισχυρό.
Η Ιφιγένεια Καμτσίδου, ομότιμη καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου στο ΑΠΘ, είναι μία εκ των τριών ειδικών που υποστηρίζουν νομικά την Οργανωτική Επιτροπή. «Το Υπερταμείο δεν μιλάει για 120 στρέμματα κοινόχρηστου πρασίνου, μιλάει για 120 στρέμματα ελεύθερων χώρων. Υπάρχει μεγάλη διαφορά. Ελεύθερος χώρος είναι και το πεζοδρόμιο. Η Θεσσαλονίκη έχει ανάγκη από ένα πάρκο», επισημαίνει. «Η πρόταση η οποία θα έρθει σε δημοψήφισμα δεν μιλάει για κατάργηση της ΔΕΘ, αλλά για διατήρηση όσων εκθεσιακών δραστηριοτήτων δεν οχλούν με τη λειτουργία τους».
Τέλος, όσον αφορά τη διαδικασία συλλογής υπογραφών, τονίζει ότι έχει πραγματοποιηθεί με μεγάλη σοβαρότητα. «Οι προϋποθέσεις του νόμου, οι οποίες είναι αυστηρές, έχουν τηρηθεί στο έπακρο. Οι 23.000 υπογραφές που έχουν ήδη συλλεγεί δεν είναι μικρός αριθμός – η παράταξη του σημερινού δημάρχου εξελέγη με τόσες ψήφους».
Το αίτημα για την απομάκρυνση της ΔΕΘ από τον συγκεκριμένο χώρο και την απόδοσή του ως κοινόχρηστου στην πόλη έχει διατυπωθεί ήδη από τη δεκαετία του ’80, χωρίς να έχει ιδιαίτερη τύχη. Σε αυτό έχει συντελέσει όχι μόνο το «ταμπού» που υπάρχει στη Θεσσαλονίκη γύρω από τη συμβολική παρουσία της ΔΕΘ, αλλά και το γεγονός ότι τον χώρο διαχειρίζεται μια ανώνυμη εταιρεία του κράτους, με αποτέλεσμα η εκάστοτε ηγεσία της να εκφράζει μέσω σχεδίων ανάπλασης και masterplan τη φιλοδοξία της.
«Η μεταφορά της έκθεσης στη Σίνδο ή στο αεροδρόμιο είχε συζητηθεί εδώ και 20 χρόνια, στο πλαίσιο διεκδίκησης της EXPO ή στο πλαίσιο αναδιοργάνωσης των εκθεσιακών υποδομών της πόλης. Δεν υπάρχει εκδοχή την οποία να μην έχει μελετήσει εκτενώς το ΑΠΘ», λέει ο Τάσος Τέλλιος, πρόεδρος της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ.
«Τμήμα του χώρου της ΔΕΘ συγκροτούσε τον μεγάλο ανατολικό άξονα πρασίνου του σχεδίου Εμπράρ, που ξεκινάει σήμερα από το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου και φθάνει στις Σαράντα Εκκλησιές. Με την έννοια αυτή, δεν αδικώ όποιον θέλει να γίνει πάρκο: σήμερα η ΔΕΘ είναι μια τεράστια κτισμένη μάζα από λαμαρίνες, μέσα στην οποία έχει χαθεί τόσο το πράσινο όσο και υφιστάμενα δείγματα καλής αρχιτεκτονικής. Από την άλλη πλευρά, το να μιλούμε για “μητροπολιτικό” πάρκο σε έναν τόσο μικρό χώρο είναι ευφημισμός, δεν είναι η ΔΕΘ το Σέντραλ Παρκ της Νέας Υόρκης. Για εμένα αυτή την περίοδο ένα βασικό πρόβλημα είναι το έλλειμμα ενημέρωσης. Δεν γνωρίζουμε επακριβώς ούτε καν εμείς, που παρακολουθούμε τα θέματα του πολεοδομικού σχεδιασμού, ποια εκδοχή υποστηρίζει η κάθε πλευρά. Δυστυχώς η σχετική συζήτηση έχει πολιτικοποιηθεί και αυτό δεν βοηθάει».
Το αίτημα για την απομάκρυνση της ΔΕΘ από τον συγκεκριμένο χώρο και την απόδοσή του ως κοινόχρηστου στην πόλη έχει διατυπωθεί ήδη από τη δεκαετία του ’80, χωρίς να έχει ιδιαίτερη τύχη.
Ο Νίκος Καλογήρου, ομότιμος καθηγητής Αρχιτεκτονικού και Αστικού Σχεδιασμού στο ΑΠΘ, έχει συμμετάσχει τα προηγούμενα χρόνια σε διάφορες μελέτες για την τύχη του χώρου.
«Το να δημιουργηθεί ένας μεγάλος κοινόχρηστος χώρος στο κέντρο της πόλης θα είναι πολύ χρήσιμο. Σήμερα η ΔΕΘ και το ΑΠΘ έχουν περίκλειστους χώρους, που δεν συμμετέχουν στην αστική ζωή. Πρέπει να είναι ανοιχτοί και πρέπει να φιλοξενούν και άλλες χρήσεις, που να εξασφαλίζουν τη ζωντάνια τους», εκτιμά.
Διαφωνίες
Ο κ. Καλογήρου εκτιμά ότι η πραγματοποίηση του δημοψηφίσματος δεν έχει νόημα. «Κατά τη γνώμη μου, ο χώρος της ΔΕΘ πρέπει να ενσωματωθεί στην πόλη αλλά να διατηρήσει και τη χρήση του ως εκθεσιακός, διατηρώντας κάποια σημαντικά κτίρια εκτός του πύργου του ΟΤΕ, όπως το περίπτερο της ESSO, την κεντρική πύλη, τον κεντρικό άξονα του σχεδίου Εμπράρ (και τη λογική προσθήκη νέων περιπτέρων).
»Το κέντρο της Θεσσαλονίκης σταδιακά εγκαταλείπεται από τους κατοίκους του και τους επαγγελματίες υπό την πίεση των αποκλειστικών τουριστικών χρήσεων. Αυτό πρέπει να ανακοπεί. Δεν μπορώ να φανταστώ τον χώρο μόνο ως πάρκο, αλλά ως μια μικρότερη έκθεση με αξιόλογη αρχιτεκτονική, η οποία θα ενισχύει τις συνεδριακές δυνατότητες της πόλης, μια και πολλές εμπορικές εκθέσεις έχουν εκ των πραγμάτων μετακινηθεί στην Αθήνα».

