Σε ποινή 126 ετών και 8 μηνών (εκτιτέα τα 8 έτη), χωρίς να τους χορηγηθούν ελαφρυντικά, καταδικάστηκαν οι τέσσερις ιδιώτες επιχειρηματίες στη δίκη των παράνομων παρακολουθήσεων. Παράλληλα αποφασίστηκε να διαβιβαστούν τα πρακτικά της δίκης και της απόφασης στην Εισαγγελία Πρωτοδικών, με σκοπό το άνοιγμα πέντε νέων ερευνών. Η δικαστική απόφαση προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων από την πλευρά της αντιπολίτευσης.
«Ανοίγουν» πέντε νέες έρευνες
Της Σοφίας Σπίγγου
Με μια θαρραλέα απόφαση, προερχόμενη από ένα Μονομελές Δικαστήριο, έκλεισε έπειτα από 39 συνεδριάσεις η αυλαία στη δίκη των παράνομων παρακολουθήσεων. Ο πέλεκυς της Δικαιοσύνης έπεσε βαρύς –δεδομένων των αδικημάτων– στους τέσσερις ιδιώτες επιχειρηματίες που καταδικάστηκαν σε ποινή 126 ετών και 8 μηνών (εκτιτέα τα 8 έτη), χωρίς να τους χορηγηθούν ελαφρυντικά, με ολική έκτιση της ποινής και αναστολή μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό. Με την ίδια απόφαση ο πρόεδρος του Β΄ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου της Αθήνας, Νίκος Ασκιανάκης, που σήκωσε και το βάρος της απόφασης, διαβιβάζει τα πρακτικά της δίκης στην Εισαγγελία Πρωτοδικών ανοίγοντας τον δρόμο σε πέντε νέες έρευνες.
Οι επιχειρηματίες Ταλ Ντίλιαν, Φέλιξ Μπίτζιος, Γιάννης Λαβράνος και Σάρα Αλεξάνδρα Χάμου κρίθηκαν ένοχοι για τις πλημμεληματικές πράξεις της επέμβασης σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, της παραβίασης του απορρήτου τηλεφωνικής επικοινωνίας και προφορικής συνομιλίας, αλλά και της παράνομης πρόσβασης σε σύστημα πληροφοριών ή δεδομένων.
Το κομβικό σημείο που οδήγησε στην «εκτόξευση» του ύψους των ποινών που επιβλήθηκαν ήταν η απόφαση του δικαστηρίου να υιοθετήσει την εισαγγελική πρόταση του Δημήτρη Παυλίδη και να μετατρέψει την κατηγορία για κάποιες πράξεις από κατ’ εξακολούθησιν σε κατά συρροήν. «Πρόκειται για προσωποπαγή έννομα αγαθά που όταν αφορούν διαφορετικά πρόσωπα επισύρουν ξεχωριστή ποινή», σημείωσε ο κ. Ασκιανάκης.
Το δικαστήριο δεν αναγνώρισε κανένα ελαφρυντικό στους τέσσερις κατηγορουμένους, συντασσόμενο ξανά με τον εισαγγελέα που στην πρότασή του ανέλυσε τους λόγους της απόρριψης. «Το μέγεθος της εγκατάστασης, η στράτευση αγνώστων ατόμων, η εμπλοκή μυστικών υπηρεσιών με σαφή γνώση του παράνομου υλικού και η δυνατότητα αποθήκευσης δεδομένων που ακόμα και τώρα δεν ξέρουμε πού και πότε θα χρησιμοποιηθούν σε συνδυασμό με το ότι η εταιρεία συνέχισε τη δραστηριότητά της μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου και με το δεδομένο ότι ο προφανής σκοπός ήταν το κέρδος τους, αποκλείουν τη δυνατότητα αναγνώρισης ελαφρυντικών», είπε ο εισαγγελέας, τονίζοντας ότι η εγκατάσταση του Predator παραμένει αποθηκευμένη στην Ελλάδα.
Διαβίβαση των πρακτικών
Το ενδιαφέρον της δικαστικής ετυμηγορίας όμως έγκειται στην απόφαση διαβίβασης των πρακτικών της δίκης και της απόφασης στην Εισαγγελία Πρωτοδικών με σκοπό το «άνοιγμα» πέντε νέων ερευνών εις βάρος των τεσσάρων κατηγορουμένων, οκτώ επιπλέον προσώπων που εμπλέκονται στην υπόθεση, αλλά και εις βάρος κάθε άλλου προσώπου για το οποίο μπορεί να προκύψουν ευθύνες κατά τη διάρκεια των ερευνών. Η απόφαση του δικαστηρίου ήταν απόρροια τριών καταθέσεων στο ακροατήριο, που «ξεκλείδωσαν» την υπόθεση των υποκλοπών, αποτέλεσμα που δεν είχε καταφέρει να πετύχει ο Αρειος Πάγος κατά τη διερεύνηση του σκανδάλου.
Σε ποινή 126 ετών και 8 μηνών (εκτιτέα τα 8 έτη), χωρίς να τους χορηγηθούν ελαφρυντικά, καταδικάστηκαν οι τέσσερις ιδιώτες επιχειρηματίες.
Η κατάθεση του αποκαλούμενου «κρεοπώλη», από την προπληρωμένη κάρτα του οποίου έφυγαν τα μολυσμένα sms προς τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, Νίκο Ανδρουλάκη, και άλλα πρόσωπα, οδήγησε το δικαστήριο να διαβιβάσει τα πρακτικά στην Εισαγγελία προκειμένου να ερευνηθεί ο Α.Κ. για συνεργία στις πράξεις του κατηγορητηρίου. «Δεν έδωσε πειστικές εξηγήσεις για τη χρήση της κάρτας και έπεσε σε αντιφάσεις», είπε ο εισαγγελέας στην πρότασή του που έγινε δεκτή από το δικαστήριο. Ωστόσο, τα συνεχόμενα «δεν ξέρω, δεν θυμάμαι, δεν ασχολήθηκα» του Α.Κ. κατά τη διάρκεια της εξέτασής του, οδήγησαν το δικαστήριο στην απόφαση να ζητήσει να ερευνηθεί και για το αδίκημα της ψευδούς κατάθεσης στο ακροατήριο, σε δεύτερη έρευνα που θα ανοίξει στην Εισαγγελία.
Ο «αχυράνθρωπος»
Κομμάτι αυτής της δεύτερης έρευνας για το αδίκημα της ψευδούς κατάθεσης στο ακροατήριο αποτελεί και ο Σωτήρης Ντάλλας, στενός συνεργάτης του κατηγορουμένου Γιάννη Λαβράνου. Η δική του εμπλοκή προέκυψε από δεύτερη κατάθεση «κλειδί», αυτή που άλλαξε και τον ρουν της δίκης. Πρόκειται για την κατάθεση – ομολογία του Σταμάτη Τρίμπαλη ότι ενεργούσε ως «αχυράνθρωπος» του κατηγορουμένου Γιάννη Λαβράνου στην εταιρεία Krikel και πως δεν υπήρξε ποτέ πραγματικός νομικός εκπρόσωπος της εταιρείας.
Μάλιστα ένα άλλο σημείο της κατάθεσής του προκάλεσε την τρίτη εισαγγελική έρευνα, που ζήτησε το δικαστήριο. Ο ίδιος μάρτυρας αποκάλυψε ότι πριν από την κατάθεσή του στην εξεταστική επιτροπή της Βουλής, του «είχαν δοθεί έτοιμες οι περισσότερες απαντήσεις από τον Λαβράνο και έναν στενό του συνεργάτη». Μάλιστα, όπως είπε, μετά την κατάθεση του είπαν «εντάξει, μάθαμε ότι τα είπες καλά». Εξαιτίας αυτών λοιπόν θα διερευνηθεί ο ίδιος ο Τρίμπαλης για ψευδή κατάθεση στην εξεταστική επιτροπή της Βουλής και για ηθική αυτουργία στο ίδιο αδίκημα οι Γιάννης Λαβράνος και Σωτήρης Ντάλλας.
Συνεχίζοντας τη δουλειά
Η τρίτη αποκαλυπτική κατάθεση που δόθηκε στο ακροατήριο ήταν αυτή του υπαλλήλου της Intellexa Παναγιώτη Κούτσιου, που ανέφερε πως ενώ η Intellexa έχει κλείσει από το 2023, εκείνος έκανε την ίδια δουλειά ξανά το 2024 σε μια εταιρεία το όνομα της οποίας δεν θυμάται, αλλά είχε κοινά πρόσωπα με την Intellexa και ο ίδιος κλήθηκε να πουλήσει το ίδιο λογισμικό, επιβεβαιώνοντας ότι και μετά το σκάνδαλο η εταιρεία βρισκόταν στην πραγματικότητα σε λειτουργία. Αυτή η κατάθεση θα «ανοίξει» την τέταρτη εισαγγελική έρευνα για το αδίκημα του ΠΚ 370 ΣΤ (απαγόρευση διακίνησης λογισμικών).
Η πέμπτη και ίσως κρισιμότερη έρευνα που αναμένεται να ανοίξει μετά την καθαρογραφή της απόφασης και τη διαβίβαση των πρακτικών στην Εισαγγελία είναι αυτή που αφορά στην αξιολόγηση ποινικών ευθυνών προσώπων, τα οποία είχαν πλήρη εικόνα όσων συνέβαιναν και θα ελεγχθούν για το αδίκημα της κατασκοπείας τουλάχιστον στην πλημμεληματική του μορφή.
Θύελλα αντιδράσεων στον απόηχο της απόφασης
Της Δώρας Αντωνίου
Η χθεσινή απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για την υπόθεση των υποκλοπών προκάλεσε πολιτικές αντιδράσεις από την πλευρά της αντιπολίτευσης. Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Νίκος Ανδρουλάκης, που έχει δρομολογήσει νομικές διαδικασίες για την υπόθεση, ως θύμα παρακολούθησης, προανήγγειλε κινήσεις μέσω των οποίων το θέμα των υποκλοπών επανακάμπτει στην κεντρική πολιτική σκηνή. Με ιδιαίτερα σκληρούς χαρακτηρισμούς, ο κ. Ανδρουλάκης μίλησε για «ήττα του παρακράτους που οργανώθηκε από το σύστημα του Μεγάρου Μαξίμου» και πρόσθεσε ότι ο ίδιος θα συνεχίσει μέχρι τέλους τον αγώνα, ενώ τόνισε ότι «μπροστά μας έχουμε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων», όπου επίσης έχει προσφύγει. «Θα λογοδοτήσουν όλοι, όσο ψηλά κι αν βρίσκονται, ακόμη και ο κ. Μητσοτάκης με τον κ. Δημητριάδη», υπογράμμισε. Το ΠΑΣΟΚ θα ζητήσει διεξαγωγή προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση στη Βουλή σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών, «προκειμένου να τοποθετηθεί ο πρωθυπουργός, αλλά και να απολογηθεί», είπε ο κ. Ανδρουλάκης και πρόσθεσε ότι αμέσως μετά την καθαρογραφή της απόφασης θα κατατεθεί αίτημα για σύσταση εξεταστικής επιτροπής με βάση τα νέα στοιχεία που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης προανήγγειλε ότι θα κατατεθεί αίτημα για σύσταση εξεταστικής επιτροπής με βάση τα στοιχεία που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία.
Ο κ. Ανδρουλάκης εμφανίστηκε αιχμηρός και απέναντι στον Αλέξη Τσίπρα, σε σχέση με την παρέμβαση που εκείνος έκανε με αφορμή τη δικαστική απόφαση. «Ο καθένας έχει δικαίωμα να μιλάει στη χώρα μας, αλλά με μεγαλύτερη ευκολία μπορούν να μιλήσουν όσοι, όταν είχαν την εξουσία στα χέρια τους, το σεβάστηκαν. Σε αυτή την κατηγορία δεν ανήκει ο ίδιος και έχουμε εμπειρία από το πώς προσπάθησε να ελέγξει τους αρμούς εξουσίας, κάτι που κατάφερε, από ό,τι φαίνεται, με μεγαλύτερη επιτυχία εις βάρος της κοινωνίας μας ο Κυριάκος Μητσοτάκης», ανέφερε.

Η απόφαση του ΕΔΑΔ
Ο Ευάγγελος Βενιζέλος επισήμανε ότι «υποθέσεις που αφορούν ανοικτές πληγές στο σώμα του κράτους δικαίου, όπως οι υποκλοπές, δεν κλείνουν επειδή το θέλει η εκάστοτε κυβέρνηση και η κοινοβουλευτική της πλειοψηφία», ενώ με τη φράση «ευτυχώς, δικαστές δεν υπάρχουν μόνο στην Αθήνα αλλά και στο Στρασβούργο» παρέπεμψε στην αναμενόμενη απόφαση του ΕΔΑΔ. Παράλληλα, απέδωσε εύσημα στο δικαστήριο για τη διαδικασία εκδίκασης της υπόθεσης. «Το δε ακροατήριο του ποινικού δικαστηρίου μπορεί να αναπτύξει δυναμική που υπερυψώνει το Μονομελές Πλημμελειοδικείο σε επίπεδο υποδείγματος για τα υψηλά κλιμάκια της Δικαιοσύνης. Οχι μόνο μέσω της απόφασης του δικαστηρίου, αλλά και των ενσωματωμένων στην απόφαση πρακτικών της δίκης, που αποτελούν την καταγραφή ενός θεσμικού εγκλήματος που διαπράχθηκε από συμπράττουσες εκδοχές παρακράτους», όπως τόνισε.
Ο Γιώργος Παπανδρέου χαρακτήρισε τη δικαστική απόφαση «νίκη για το κράτος δικαίου, την ερευνητική δημοσιογραφία, αλλά και την ίδια τη Δημοκρατία στη χώρα μας». Απέδωσε, δε, στην κυβέρνηση και προσωπικά στον πρωθυπουργό «την αποκλειστική ευθύνη για την καταρράκωση των θεσμών, τη διάχυση τοξικότητας και καχυποψίας στον δημόσιο βίο και την παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων που προστατεύονται από το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Αυτή η αντίληψη διαβρώνει την κοινωνική συνοχή, κλονίζει την εμπιστοσύνη των πολιτών και τραυματίζει τη διεθνή αξιοπιστία της χώρας». Ο Αλέξης Τσίπρας μίλησε για απουσία από το κατηγορητήριο του ηθικού και του εκτελεστικού αυτουργού. «Ο ένας λέγεται Κυριάκος Μητσοτάκης και ο άλλος Γρηγόρης Δημητριάδης», επισήμανε και πρόσθεσε ότι μετά τη χθεσινή εξέλιξη δύσκολα θα αποφύγουν να λογοδοτήσουν στον λαό και στη Δικαιοσύνη. Επανήλθε αργότερα χθες, με ανάρτηση στην οποία ανέφερε ότι πληροφορήθηκε πως ο κ. Δημητριάδης του απέστειλε εξώδικο και δηλώνοντας ότι δεν πρόκειται να σιωπήσει.
«Υπήρξε οργανωμένο σχέδιο υποκλοπών και παρακολουθήσεων με πρακτικές παρακράτους. Ο κ. Μητσοτάκης έχει προσωπική ευθύνη», δήλωσε ο Σωκράτης Φάμελλος. Ο Αλέξης Χαρίτσης σημείωσε ότι θα προχωρήσει σε επικοινωνία με τους πολιτικούς αρχηγούς της προοδευτικής και αριστερής αντιπολίτευσης ώστε να συντονίσουν τις ενέργειές τους, ενώ υπογράμμισε ότι η δικαστική απόφαση αφήνει έκθετη την κυβέρνηση, έκθετη την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, αλλά και τη Βουλή. Χαρακτήρισε την απόφαση «μια νίκη της δημοκρατίας, μια νίκη του κράτους δικαίου, μια νίκη της ανεξάρτητης ερευνητικής δημοσιογραφίας». Για απόφαση που «επιβεβαιώνει την απαίτηση για την αποκάλυψη όλης της αλήθειας σε όλες τις υποθέσεις παρακολουθήσεων πολιτικών, στρατιωτικών, δημοσιογράφων και άλλων» έκανε λόγο το ΚΚΕ.

