Σημάδια ανάκαμψης εμφανίζει η τεχνητή λίμνη του Μόρνου στα μέσα Φεβρουαρίου 2026, έπειτα από τις αυξημένες βροχοπτώσεις του φετινού χειμώνα.
Η παρακολούθηση της κατάστασης στην τεχνητή λίμνη του Μόρνου, αξιοποιώντας δορυφορικές μετρήσεις, μετρήσεις από μετεωρολογικούς σταθμούς και εκτιμήσεις της χιονοκάλυψης, αποτελεί προτεραιότητα της μονάδας ΜΕΤΕΟ του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών.
Σύμφωνα με δορυφορικά δεδομένα υψηλής ανάλυσης (Sentinel-2) που επεξεργάστηκε η μονάδα ΜΕΤΕΟ, η έκταση της λίμνης του Μόρνου στις 21 Φεβρουαρίου 2026 ανέρχεται σε 13 km², με τη μέση τιμή του Φεβρουαρίου για την περίοδο 2006–2024, να είναι 17,6 km², δηλαδή περίπου 26% χαμηλότερη από τη μέση τιμή.
Παρά ωστόσο την ανάκαμψη από τις άφθονες βροχοπτώσεις που σημειώνονται στην Ελλάδα και στην περιοχή του Μόρνου, η έκταση της λίμνης παραμένει σε χαμηλά επίπεδα.

«Δεν πρέπει να εφησυχάσουμε λόγω των βροχών»
Την ίδια ώρα, η υδρολόγος Ελισσάβετ Φελώνη υπογραμμίζει ότι η «υγρή» χρονιά δεν πρέπει να οδηγήσει τις αρμόδιες αρχές και την κοινωνία σε εφησυχασμό. Οπως επισημαίνει σε συνεντευξή της στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η κυρία Φελώνη, οι ιδιαίτερα αυξημένες βροχοπτώσεις στη Δυτική Στερεά Ελλάδα, ήδη από το φθινόπωρο, έδωσαν μια σημαντική «ανάσα», συμβάλλοντας στον ταχύτερο ρυθμό αναπλήρωσης των αποθεμάτων.
«Όμως, αυτό σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να μας οδηγεί σε εφησυχασμό. Να το εξηγήσω: Υδρολογικά, αυτό που αποκαλούμε “φαινόμενο της εμμονής” ή “φαινόμενο Hurst” περιγράφει το γεγονός ότι οι ακραίες τιμές – όπως οι ξηρασίες – έχουν την τάση να ομαδοποιούνται χρονικά. Στην παρατεταμένη ξηρασία του 1988-1994, είχαμε ενδιάμεσα μια καλή υδρολογική χρονιά (1990-91), η οποία όμως δεν απέτρεψε την επάνοδο του φαινομένου για άλλα δύο έτη» ανέφερε.

