Η απόφαση για το κλείσιμο της ελληνικής υπηρεσίας της Deutsche Welle το 2027 δεν αποτελεί μια ακόμη διοικητική αναδιάρθρωση ενός διεθνούς μέσου. Είναι μια εξέλιξη που αποκαλύπτει, με τρόπο ανησυχητικό, τη σταδιακή απουσία της ελληνικής φωνής από τα μεγάλα διεθνή ειδησεογραφικά δίκτυα. Μετά το κλείσιμο της ελληνικής υπηρεσίας του BBC και τη σημαντική υποχώρηση της παρουσίας της ελληνικής γλώσσας σε οργανισμούς όπως το Euronews, η Ελλάδα κινδυνεύει να μετατραπεί από ενεργό υποκείμενο του διεθνούς διαλόγου σε παθητικό αποδέκτη αφηγήσεων που διαμορφώνονται αλλού.Το ζήτημα δεν είναι συμβολικό, είναι βαθιά πολιτικό, γεωπολιτικό και στρατηγικό.
Σε μια εποχή όπου η πληροφορία λειτουργεί ως εργαλείο ισχύος, η παρουσία μιας χώρας στα διεθνή μέσα δεν αφορά μόνο την ενημέρωση των πολιτών της. Αφορά τη δυνατότητά της να επηρεάζει το πώς παρουσιάζεται διεθνώς, να συμμετέχει στη διαμόρφωση της διεθνούς ατζέντας και να υπερασπίζεται τα συμφέροντα και τις θέσεις της. Τα διεθνή δίκτυα, όπως η Deutsche Welle, αποτελούν βασικούς πυλώνες της λεγόμενης «ήπιας ισχύος» των κρατών και των κοινωνιών.Η απουσία της ελληνικής γλώσσας από αυτά τα δίκτυα δημιουργεί ένα επικίνδυνο κενό. Ένα κενό που δεν είναι ουδέτερο, θα καλυφθεί από άλλες αφηγήσεις, άλλες προτεραιότητες, άλλες γεωπολιτικές οπτικές. Σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξανόμενου ανταγωνισμού, υβριδικών συγκρούσεων και πληροφοριακής επιρροής, η απουσία ισοδυναμεί με αποδυνάμωση. Η ελληνική υπηρεσία της Deutsche Welle είχε και μια ιδιαίτερη ιστορική σημασία, καθώς κατά τη διάρκεια της δικτατορίας αποτέλεσε μία από τις λίγες αξιόπιστες πηγές ενημέρωσης για τους Έλληνες πολίτες, συμβάλλοντας στη διατήρηση της δημοκρατικής συνείδησης. Σήμερα, όμως, το ζήτημα δεν αφορά το παρελθόν αφορά το μέλλον.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να αντιμετωπίζει παθητικά την απώλεια της διεθνούς επικοινωνιακής της παρουσίας. Δεν πρόκειται για ένα θέμα που αφορά μόνο τους δημοσιογράφους ή ένα συγκεκριμένο μέσο. Είναι θέμα εθνικής στρατηγικής, είναι θέμα παρουσίας της χώρας στο διεθνές επικοινωνιακό σύστημα. Η πολιτεία οφείλει να κινητοποιηθεί άμεσα επιδιώκοντας τη διατήρηση της ελληνικής υπηρεσίας, έστω σε νέα, ψηφιακή μορφή ή μέσα από ένα μοντέλο συνεργασίας.Η εμπειρία άλλων χωρών δείχνει ότι τέτοιες αποφάσεις μπορούν να αναθεωρηθούν όταν υπάρχει σαφής πολιτική βούληση και τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία. Παράλληλα, πρέπει να διερευνηθούν δυνατότητες συν-χρηματοδότησης μέσω ευρωπαϊκών προγραμμάτων, πολιτιστικών συνεργασιών και θεσμικών συμπράξεων. Η ενίσχυση της ελληνικής παρουσίας στα διεθνή μέσα δεν αποτελεί κόστος, αλλά επένδυση. Επένδυση στην εικόνα της χώρας, στην επιρροή της και στη θέση της στο διεθνές σύστημα. Ταυτόχρονα, η ΕΡΤ και οι ελληνικοί δημόσιοι και ιδιωτικοί φορείς ενημέρωσης σε αυτό το νέο διεθνές σκηνικό πρέπει να αναπτύξουν μια ολοκληρωμένη στρατηγική διεθνούς παρουσίας. Η Ελλάδα χρειάζεται μια συνεκτική πολιτική διεθνούς επικοινωνίας, που θα αξιοποιεί τις δυνατότητες της ψηφιακής εποχής και θα ενισχύει τη φωνή της πέρα από τα εθνικά σύνορα.
Ιδιαίτερο ρόλο μπορεί και πρέπει να διαδραματίσει η ακαδημαϊκή κοινότητα, τα πανεπιστήμια, οι δημοσιογραφικές ενώσεις και οι θεσμοί της κοινωνίας των πολιτών. Η διατήρηση της ελληνικής φωνής στο διεθνές περιβάλλον δεν είναι υπόθεση ενός φορέα. Είναι συλλογική ευθύνη. Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια περιοχή υψηλής γεωπολιτικής σημασίας, με ενεργό ρόλο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μεσόγειο. Δεν μπορεί να είναι απούσα από το διεθνές πεδίο της ενημέρωσης. Δεν μπορεί να επιτρέπει τη συρρίκνωση της παρουσίας της χωρίς αντίδραση. Η απώλεια της ελληνικής υπηρεσίας της Deutsche Welle δεν είναι ένα τεχνικό ζήτημα. Είναι μια προειδοποίηση. Μια υπενθύμιση ότι η διεθνής παρουσία μιας χώρας δεν είναι δεδομένη, πρέπει να διεκδικείται, να υποστηρίζεται και να προστατεύεται.
Η ελληνική φωνή δεν πρέπει να σιγήσει. Και η ευθύνη για αυτό ανήκει σε όλους.
* Ο Νίκος Σ. Παναγιώτου είναι Καθηγητής, Διευθυντής Εργαστηρίου Ειρηνευτικής Δημοσιογραφίας, ΑΠΘ

