Η πνευματική πορεία του Αντώνη Μανιτάκη ως νομικού και ως πολιτικού στοχαστή, συνυφαίνεται τόσο αξεδιάλυτα με το συνταγματικό δίκαιο της Μεταπολίτευσης, ώστε αυτό δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς καλή γνώση του έργου του.
Αγαπημένος μαθητής, διάδοχος και προπάντων συμμαχητής του Αριστόβουλου Μάνεση σε δύσκολους καιρούς, ήταν ο πρώτος συνταγματολόγος που τόλμησε να υποστηρίξει ότι η διαμάχη για τις λεγόμενες «υπερεξουσίες» του Προέδρου της Δημοκρατίας ήταν ιστορικά ξεπερασμένη. Γιατί απλούστατα, μετά την πτώση της χούντας, οι συνθήκες είχαν αλλάξει και ήταν τουλάχιστον ανιστόρητο να πιστεύει κανείς ότι πίσω από τον Πρόεδρο κρύβεται ένας εκκολαπτόμενος Γλυξβούργος.
Ηταν η πρώτη διαφοροποίηση του Μανιτάκη από τη γενιά του δασκάλου του. Η δεύτερη ήταν η αντίληψη του Συντάγματος ως «ζωντανού κειμένου». Γι’ αυτόν, περισσότερο από το γράμμα, μετρούν οι θεμελιώδεις αρχές στις οποίες το σύγχρονο Σύνταγμα στηρίζεται. Εξ ου και η απόρριψη του νομικού θετικισμού, πίσω από τον οποίο κρύβονται οι άτολμοι και ανασφαλείς συνάδελφοί μας.
Τέλος, η επίμονη αναζήτηση της ηθικοπολιτικής διάστασης των ως άνω αρχών, με καλή γνώση των μεγάλων φιλοσοφικών ρευμάτων της εποχής μας, των κρίσιμων διακυβευμάτων και των αμείλικτων συσχετισμών, ήταν το στοιχείο που τον καθιέρωσε όχι μόνον ως νομικό αλλά και ως πολιτικό στοχαστή πρώτου μεγέθους.
Προσωπικά, έχασα όχι μόνον έναν φίλο, αλλά και έναν συνοδοιπόρο μισού σχεδόν αιώνα. Ως εκ τούτου, η απώλειά του είναι για μένα εξαιρετικά επώδυνη.
* Ο κ. Ν.Κ. Αλιβιζάτος είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

