Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ: Είχε ταυτιστεί με την έννοια της υπέρβασης

Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ: Είχε ταυτιστεί με την έννοια της υπέρβασης

Αποχαιρετισμός στη σπουδαία ακαδημαϊκό από τρεις ανθρώπους που γνώρισαν την ίδια και το έργο της: την Αναστασία Κουμούση, τη Σοφία Μεργιαλή-Σαχά και τον Δημήτρη Αθανασούλη

ελένη-γλύκατζη-αρβελέρ-είχε-ταυτιστε-564083824 Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ φωτογραφημένη έξω από το Κέντρο Τεχνών Πομπιντού, τον Φεβρουάριο του 1989, όταν ανέλαβε πρόεδρος στον ιστορικό πολιτιστικό φορέα της Γαλλίας. [AFP PHOTO]
Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ φωτογραφημένη έξω από το Κέντρο Τεχνών Πομπιντού, τον Φεβρουάριο του 1989, όταν ανέλαβε πρόεδρος στον ιστορικό πολιτιστικό φορέα της Γαλλίας. [AFP PHOTO]

Από τα έδρανα του Πανεπιστημίου της Σορβόννης όπου δίδαξε η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ πέρασαν εκατοντάδες φοιτητές και μετέπειτα επιστήμονες, οι οποίοι διέγραψαν τη δική τους πορεία στον ακαδημαϊκό και όχι μόνο στίβο. Αντί άλλων μηνυμάτων, η «Κ» δημοσιεύει τον αποχαιρετισμό δύο παλαιών μαθητριών της και διαπρεπών βυζαντινολόγων, της Σοφίας Μεργιαλή-Σαχά και της Αναστασίας Κουμούση και μια σύντομη αποτίμηση του έργου της από τον δρ Βυζαντινής Αρχαιολογίας Δημήτρη Αθανασούλη.

Η σορός της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ θα εκτεθεί σε λαϊκό προσκύνημα στη Μητρόπολη Αθηνών από τις 6 π.μ. την Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου. Θα ακολουθήσει η εξόδιος ακολουθία στη 1 μ.μ. και στη συνέχεια η ταφή της στον Βύρωνα, όπως επιθυμούσε.

Σοφία Μεργιαλή-Σαχά
Το έργο της παραμένει στέρεο και επίκαιρο

Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ: Είχε ταυτιστεί με την έννοια της υπέρβασης-1

Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, το όνομα της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ έφερε το βάρος ενός θρύλου. Είχε υπερβεί μάλιστα τα στενά όρια της ακαδημαϊκής φήμης και είχε ταυτιστεί με την ίδια την έννοια της υπέρβασης. Ηταν τότε που πήρα την απόφαση να αφήσω πίσω μου το γνώριμο περιβάλλον του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και τη σχετική σταθερότητα μιας οικείας καθημερινότητας, για να συνεχίσω μεταπτυχιακές σπουδές και διδακτορική έρευνα στο Παρίσι, υπό την καθοδήγησή της.

Για τη γενιά μου, το όνομά της δεν παρέπεμπε απλώς σε μια κορυφαία βυζαντινολόγο. Λειτουργούσε ως σύμβολο και ως σημείο αναφοράς μιας εντελώς διαφορετικής θέασης του Βυζαντίου – ενός Βυζαντίου που η ίδια είχε μετατρέψει από επιστημονικό πεδίο εξειδικευμένης έρευνας σε ανεξάντλητο ιστορικό βίωμα και σε ένα διαρκώς επίκαιρο «μάθημα» ανθρώπινης δημιουργίας, σκέψης, τρόπου ζωής και τρόπου του είναι. Βρισκόταν σε μια περίοδο απόλυτης πνευματικής ακμής. Οσα είχε ήδη κατακτήσει μαρτυρούσαν την ανεπανάληπτη δύναμη της θέλησής της. Μια Eλληνίδα που, με τη δύναμη του νου, τη σκληρή πειθαρχία και την ανεξάντλητη αφοσίωση στην έρευνα, αλλά και με μοναδικά αποθέματα πίστης στον εαυτό της, είχε πετύχει το φαινομενικά αδύνατο: να εκλεγεί καθηγήτρια της Βυζαντινής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης, να γίνει η πρώτη γυναίκα πρύτανης στην Ιστορία του εμβληματικού αυτού ιδρύματος και να έχει καθοριστικό ρόλο στην εκπαιδευτική πολιτική της Γαλλίας, ως πρύτανης της Ακαδημίας και καγκελάριος των πανεπιστημίων των Παρισίων.

Οταν όμως ο μύθος συναντά την καθημερινότητα, τότε δοκιμάζεται η αλήθεια του. Πίσω από το διεθνές κύρος και τους θεσμικούς τίτλους, η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ φανέρωνε μια προσωπικότητα όπου η σοβαρότητα και η αυστηρότητα συνδυάζονταν με υψηλά, ανελαστικά πρότυπα και απαιτήσεις. Ταυτόχρονα, όμως, ήταν βαθιά γενναιόδωρη απέναντι σε όσους ήταν έτοιμοι να αντέξουν τον ρυθμό και το μέτρο της. Στη δική μου περίπτωση, η μαθητεία κοντά της δεν υπήρξε απλώς μια κάποια ακαδημαϊκή εκπαίδευση. Ηταν μια σκληρή, καθημερινή άσκηση πνευματικής ευθύνης και συνεχούς αναμέτρησης με τα όριά μου. Τα διλήμματα που μου έθετε είχαν τον χαρακτήρα τελεσιγράφου: να ανταποκριθώ σε κάτι που με ξεπερνούσε, να σταθώ στο ύψος των απαιτήσεών της και να αποδείξω, χωρίς εκπτώσεις, την ικανότητά μου στην έρευνα. Η επιτυχία επιβραβεύτηκε με μια σημαντική υποτροφία από μέρους της. Η αποτυχία, αντίθετα, θα σήμαινε την απώλεια της δυνατότητας να την έχω επόπτριά μου – ένα ενδεχόμενο που λειτουργούσε ως διαρκής υπενθύμιση του διακυβεύματος.

Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ δεν απαιτούσε από τους φοιτητές της τίποτε περισσότερο –αλλά ούτε και λιγότερο– από όσα η ίδια είχε καταφέρει ως φοιτήτρια στο Παρίσι: πρωτογενή, εξαντλητική έρευνα, πρώτα και κύρια στις πηγές και μόνο στη συνέχεια στη σύγχρονη βιβλιογραφία. Τόνιζε πάντα ότι η ματιά μας δεν πρέπει να θολώνει από τη ματιά των άλλων. Οι πηγές έπρεπε να μας μιλούν άμεσα, χωρίς ενδιάμεσους και χωρίς εύκολες βεβαιότητες. Το έργο της υπήρξε –και παραμένει– στέρεο και επίκαιρο σημείο αναφοράς για την πολιτική ιδεολογία και τη συγκρότηση της αυτοκρατορικής εξουσίας, τους διοικητικούς θεσμούς και τη λειτουργία του κράτους, τη γεωπολιτική σημασία του χώρου και, κυρίως, τη σχέση του Βυζαντίου με τη θάλασσα. Παράλληλα, ανέδειξε την πολιτισμική ταυτότητα του Βυζαντίου, το ορθόδοξο ήθος του, τη ρωμαϊκή του συνείδηση και τη διαχρονική συμβολή του στη διαμόρφωση της Ευρώπης.

Μια προσωπική συνάντηση μαζί της δεν ήταν μια αυτονόητη διαδικασία. Λάμβανε χώρα με το αυστηρό πρωτόκολλο και την επισημότητα της πρυτανείας, αφού η θέση της δεν ήταν μόνο αυτή της καθηγήτριας, αλλά και της πρυτάνεως. Κι όμως, μέσα στην επισημότητα, μπορούσε ξαφνικά να φανερώσει άμεση προσωπική φροντίδα και έγνοια: «Εχετε βρει σπίτι; Μπορείτε να ετοιμάζετε το φαγητό σας;». Παράλληλα, υπήρχαν οι εβδομαδιαίες συναντήσεις για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές, τους υποψήφιους διδάκτορες και τους ερευνητές του CNRS (Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών της Γαλλίας). Εκεί μας παρουσίαζε βιβλία που μόλις είχαν κυκλοφορήσει, και, με αφορμή μια θεματική, καθόριζε τον τόνο της συζήτησης. Πρόσφερε ερεθίσματα για περαιτέρω αναζήτηση, προβληματισμό και έρευνα. Κάθε συνάντηση γινόταν έτσι μια μικρή, αλλά όντως ακαδημαϊκή εμπειρία και ανάμνηση, όπου η αυστηρότητα συνυπήρχε με το προσωπικό ενδιαφέρον.

Τόνιζε πάντα ότι η ματιά μας δεν πρέπει να θολώνει από τη ματιά των άλλων. Οι πηγές έπρεπε να μας μιλούν άμεσα, χωρίς ενδιάμεσους και χωρίς εύκολες βεβαιότητες.

Σήμερα, κοιτάζοντας πίσω, κατανοώ ότι αυτή η αυστηρότητα δεν περιοριζόταν στην επιστημονική μέθοδο. Ηταν μια βαθιά παιδευτική στάση ζωής, που μας έμαθε να στεκόμαστε μόνοι απέναντι στην Ιστορία και, τελικά, απέναντι στον ίδιο τον εαυτό μας. Και, ίσως το πιο σημαντικό, να μη φοβόμαστε την ευθύνη της υπέρβασης, αλλά να την αναλαμβάνουμε. Οπως συνήθιζε να λέει, «είμαστε η δουλειά μας, αυτό που κάνουμε, όχι ό,τι κάνουν οι άλλοι για μας, ούτε ό,τι κάνει ο διπλανός μας».

H κ. Σοφία Μεργιαλή-Σαχά είναι καθηγήτρια Βυζαντινής Ιστορίας (11ος-15ος αι.), Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Δημήτρης Αθανασούλης
Εθεσε το Βυζάντιο στο επίκεντρο των ιστορικών σπουδών

Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ: Είχε ταυτιστεί με την έννοια της υπέρβασης-2Το μακρινό 1966, σε μια Σορβόννη που έβραζε, λίγο πριν από τον παρισινό Μάη του 1968, η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ δημοσίευε εκεί το διδακτορικό της με τίτλο «Byzance et la Mer» (Το Βυζάντιο και η θάλασσα). Η μελέτη της έφερνε νέα πνοή στις βυζαντινές σπουδές, προβάλλοντας παραγνωρισμένες πτυχές της μεγάλης αυτοκρατορίας του ελληνικού μεσαίωνα, όπως τον ναυτικό χαρακτήρα του Βυζαντίου. Παράλληλα, κόμιζε στο προσκήνιο νέα πεδία έρευνας, όπως η Ιστορική Γεωγραφία. Αργότερα, οι έρευνές της για το διοικητικό σύστημα και την πολιτική ιδεολογία της Κωνσταντινούπολης άνοιγαν νέους δρόμους για την ερμηνεία και κατανόηση του ελληνόφωνου μεσαιωνικού κράτους. Σε μια θρυλική εποχή, που το Παρίσι ήταν ένα ζωντανό εργαστήριο φιλοσοφικών και πολιτικών αναζητήσεων, η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, όχι απλώς ανανέωσε τις βυζαντινές σπουδές, αλλά τις έβαλε ξανά στο κάδρο, καθιστώντας τες επίκαιρες και ελκυστικές.

Πέρα όμως από την επιστημονική προσφορά της, η ίδια συνέβαλε καθοριστικά και στην προβολή του βυζαντινού κόσμου στην κοινότητα του 20ού αιώνα με την επιλογή της να μην αρκεστεί στην ασφάλεια του ερευνητικού εργαστηρίου, αλλά να ανοιχτεί στην κοινωνία, καταλαμβάνοντας κορυφαίες θέσεις σε μείζονες γαλλικούς ακαδημαϊκούς και πολιτιστικούς θεσμούς, όπως αυτή του προέδρου του Πανεπιστημίου της Σορβόννης, στου οποίου την αναδιοργάνωση είχε συμβάλει καθοριστικά, του πρύτανη της Γαλλικής Ακαδημίας, του προέδρου του Πολιτιστικού Κέντρου Georges Pompidou.

Η χαρισματική Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ παρέλαβε ένα υποφωτισμένο και παρεξηγημένο ιστορικό αντικείμενο, όπως θεωρείτο το Βυζάντιο, και το έθεσε στο επίκεντρο των ιστορικών σπουδών.

Ακόμη και όσοι δεν υπήρξαμε μαθητές της, η επιρροή της για να αγαπήσουμε τον γοητευτικό κόσμο του ελληνικού μεσαίωνα υπήρξε αναμφισβήτητα κομβική.

Ο κ. Δημήτρης Αθανασούλης είναι δρ Βυζαντινής Αρχαιολογίας (Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Université Paris I- Panthéon-Sorbonne), διευθυντής στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Κυκλάδων.

Αναστασία Κουμούση
Ανοιξε νέους ορίζοντες στην έρευνα του βυζαντινού κόσμου

Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ: Είχε ταυτιστεί με την έννοια της υπέρβασης-3Γνώρισα την Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ το φθινόπωρο του 1981, όταν υπό τη διεύθυνσή της ξεκίνησα την εκπόνηση μεταπτυχιακού και στη συνέχεια διδακτορικού διπλώματος στο Πανεπιστήμιο Paris I, Pantheon-Sorbonne. Τις Δευτέρες, στις 4 μ.μ. ανέβαινα από την κλίμακα β΄ στον τέταρτο όροφο του κεντρικού κτιρίου του πανεπιστημίου, ουσιαστικά μέσα στη στέγη του, όπου βρισκόταν το Κέντρο Βυζαντινών Σπουδών Ιστορίας και Πολιτισμού που διηύθυνε. Εκεί, γύρω από ένα μακρόστενο ξύλινο τραπέζι, συγκεντρωμένοι οι μεταπτυχιακοί φοιτητές και φοιτήτριες, καθώς και οι υποψήφιοι διδάκτορες, παρακολουθούσαμε τα σεμινάρια που έδινε η καθηγήτρια. Σε εκείνη την ομάδα, εκτός από δύο Γάλλους και έναν Ρώσο, οι υπόλοιποι προερχόμασταν από τα Βαλκάνια (Ελλάδα, Γιουγκοσλαβία, Ρουμανία). Ημασταν σχετικά λίγα άτομα, λόγω επιπέδου σπουδών, μαζί ιστορικοί και αρχαιολόγοι, ενώ πολύ συχνά τα μαθήματα παρακολουθούσαν και ερευνητές από το Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών (CNRS) της Γαλλίας.

To πάθος, ο ενθουσιασμός και η ένταση με την οποία μιλούσε η σπουδαία ιστορικός για την «πρώτη ευρωπαϊκή αυτοκρατορία», όπως χαρακτηριστικά αποκαλούσε το Βυζάντιο, την οικουμενική αυτοκρατορία, την αγαπημένη της Μικρά Ασία, εκεί όπου χτυπούσε η καρδιά του Βυζαντίου, για το σμίξιμο Ελληνισμού και Χριστιανισμού, ήταν αδύνατο να αφήσουν ανεπηρέαστους τους φοιτητές και τις φοιτήτριές της. Φεύγαμε από το μάθημά της και συνεχίζαμε στη βιβλιοθήκη για να βρούμε και να διαβάσουμε τη βιβλιογραφία που μας είχε δώσει – όχι γιατί έπρεπε, αλλά γιατί θέλαμε.

Καθοριστικές μελέτες

Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ άνοιξε νέους ορίζοντες στην έρευνα θέτοντας τις βάσεις ενός νέου επιστημονικού κλάδου, της Ιστορικής Γεωγραφίας του βυζαντινού κόσμου, και μέσω του Κέντρου Βυζαντινών Σπουδών Ιστορίας και Πολιτισμού του γαλλικού πανεπιστημίου, μια πληθώρα επιστημόνων απ’ όλο τον κόσμο συνεργάστηκε και παρουσίασε τις μελέτες του σε συνέδρια και εκδόσεις. Ηταν υπέρμαχος της συνεργατικής επιστημονικής έρευνας και της προώθησης των αποτελεσμάτων με κάθε δυνατό τρόπο. Οι μελέτες της για την πολιτική ιδεολογία του Βυζαντίου, τη ναυτική ιστορία, τους θεσμούς και τη διοίκηση της αυτοκρατορίας, έπειτα από τόσες δεκαετίες παραμένουν αξεπέραστες και καθοριστικές για την ιστορία του Βυζαντίου.

Το μεγάλο μάθημα που πήρα από την Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ ήταν αυτό που συχνά επεσήμαινε σ’ εμας τους αρχαιολόγους: να μη μελετάμε ένα βυζαντινό μνημείο «απομονωμένο» και αυτόνομο, ως αρχιτεκτονική ή ζωγραφική (εάν επρόκειτο για ναό). Να μην το αποκόβουμε από τον χώρο, το περιβάλλον του, αλλά να το εντάσσουμε σε αυτό, να το αντιμετωπίζουμε ως σύνολο και ως τέτοιο να το μελετάμε. Επέμενε στην αλληλεπίδραση ανθρώπου και τόπου. Θα έπρεπε να ερευνήσουμε, έλεγε, για ποιον λόγο τα μνημεία βρίσκονται στον συγκεκριμένο χώρο, ποιος και πώς σχετίζεται με αυτά. Θεωρούσε αυτονόητο βέβαια να έχει προηγηθεί ανάγνωση των σχετιζόμενων πηγών, των ιστορικών κειμένων.

Η πεποίθησή της ότι κάθε διατριβή αρχαιολογικού αντικειμένου θα έπρεπε να συνεισφέρει «κάτι καινούργιο» και στην ιστορική γεωγραφία του βυζαντινού κόσμου και ο τρόπος με τον οποίο αυτή η πεποίθηση επαναλαμβανόταν σταθερά και επίμονα μέσα από τη διδασκαλία της, αλλά και σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις, υπήρξε καταλυτική, καθώς μας καθοδήγησε σε νέα και μη αναμενόμενα πεδία έρευνας, πέρα από τα καθιερωμένα εδάφη της αρχαιολογίας. Αυτή η αναγκαιότητα της ολιστικής προσέγγισης της έρευνας στο επιστημονικό μου πεδίο αποκτήθηκε τότε στη μακρινή δεκαετία του ’80 και το οφείλω στην Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ.

Η δρ Αναστασία Κουμούση είναι αρχαιολόγος – βυζαντινολόγος, επ. διευθύντρια Εφορείας Αρχαιοτήτων Αχαΐας.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT