Ο 54χρονος σμήναρχος της Πολεμικής Αεροπορίας, που προφυλακίστηκε έπειτα από μαραθώνια απολογία στο Αεροδικείο Αθηνών, υποστήριξε ότι εν αγνοία του ενεπλάκη αρχικά σε μια διαδικασία η οποία, όπως είπε, εξελίχθηκε «με τρόπο εφιαλτικά επικίνδυνο και παράνομο».
Σύμφωνα με πληροφορίες, ενώπιον των στρατιωτικών δικαστικών αρχών ανέφερε ότι αρχικώς θεώρησε ότι συνεργαζόταν με ιδιωτικούς φορείς και όχι με κρατικές υπηρεσίες της Κίνας, μέχρι τη στιγμή που –όπως ισχυρίζεται– άρχισαν οι πιέσεις, οι απειλές και οι εκβιασμοί.
Κατά την απολογία του, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, ο σμήναρχος περιέγραψε ότι η πρώτη προσέγγιση έγινε μέσω της πλατφόρμας LinkedIn, από εταιρεία που εμφανιζόταν να έχει έδρα τη Μαλαισία και να δραστηριοποιείται στον χώρο των συμβουλευτικών υπηρεσιών σε ασιατικές αγορές.
Οπως είπε, η εταιρεία παρουσιαζόταν ως ενδιάμεσος για συνεργασίες με ιδιωτικούς φορείς στην Κίνα και σε άλλες χώρες της Ασίας.
Σταδιακά, οι επαφές κλιμακώθηκαν και τα αιτήματα αφορούσαν όλο και πιο διαβαθμισμένες πληροφορίες.
Τον περασμένο Οκτώβριο, η ΕΥΠ και το ΓΕΕΘΑ έλαβαν πληροφορίες από τν CIA και ξεκίνησαν την παρακολούθηση του 54χρονου.
Ο «Στίβεν» και τα 2 σενάρια
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται πρόσωπο που του συστήθηκε με το αμερικανικό όνομα «Στίβεν», τον οποίο –σύμφωνα με πληροφορίες– οι αρχές θεωρούν επιχειρησιακό σύνδεσμο των κινεζικών μυστικών υπηρεσιών.
Σύμφωνα με την ΕΡΤ, οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες έχουν ταυτοποιήσει την πραγματική ταυτότητα του «Στίβεν» με κινεζικό όνομα και έχουν διαπιστώσει ότι πρόκειται για αξιωματικό των μυστικών υπηρεσιών της Κίνας.
Ο «Στίβεν» φέρεται να συναντήθηκε με τον σμήναρχο τόσο στην Κίνα όσο και στην Ελλάδα και φέρεται να του έδωσε τους κωδικούς για crypto wallet μέσω του οποίου καταβάλλονταν οι αμοιβές.
Κατά τη διάρκεια ταξιδιού του 54χρονου στο Πεκίνο και σε συνάντηση με τον «Στίβεν», φέρεται να εμφανίστηκε και μία Κινέζα με επίσης αμερικανικό όνομα. Η ίδια γυναίκα φέρεται να ήταν παρούσα, σύμφωνα με στρατιωτικές πηγές και στη συνάντηση που έγινε στην Ελλάδα, σε κατάστημα του Πειραιά.
Οι Αρχές εξετάζουν δύο σενάρια: Είτε να ήταν υψηλόβαθμο στέλεχος των μυστικών υπηρεσιών της Κίνας και να θέλησε να παραστεί στις πρώτες φυσικές επαφές με τον σμήναρχο ή λειτούργησε ως asset σε μία τακτική «honey trap», κατά την οποία χρησιμοποιείται η ερωτική αποπλάνηση για να αποσπαστούν πληροφορίες, να εκβιαστεί ή να χειραγωγηθεί ο στόχος.
Πληροφορίες αναφέρουν ότι οι Κινέζοι κατάλαβαν ότι τον σμήναρχο ενδιέφερε μόνο η αναγνώριση του επιπέδου των γνώσεών του, αλλά και το οικονομικό κίνητρο.
Τα ποσά και τα τρία στελέχη
Οι καταθέσεις προς τον σμήναρχο, σύμφωνα με πληροφορίες, έφταναν τις 5.000 ευρώ μηνιαίως ή 15.000 ευρώ ανά τρίμηνο, με τον κατηγορούμενο να προχωρά σε μικρές αναλήψεις από ΑΤΜ, ώστε να μην κινεί υποψίες.
Επίσης, ο σμήναρχος υποστήριξε ότι το ταξίδι του στην Κίνα ήταν νόμιμο και ότι είχε λάβει σχετική άδεια από την υπηρεσία του.
Κατά την απολογία φέρεται να κατονόμασε τρία στελέχη ιδιωτικής εταιρείας με την οποία συνεργαζόταν, ενώ δήλωσε ότι δεν είχε συνεργούς εντός Ελλάδας και ότι δεν υπάρχει καμία Ελληνίδα συνεργός, παρά τις σχετικές αναφορές που εξετάζουν οι αρχές.
Σύμφωνα με τα όσα ισχυρίστηκε, όταν αντιλήφθηκε ότι οι πληροφορίες κατέληγαν σε κρατικούς μηχανισμούς της Κίνας, ήταν ήδη αργά και έκτοτε ξεκίνησαν απειλές που αφορούσαν τον ίδιο και την οικογένειά του, γεγονός που –κατά τον ίδιο– τον οδήγησε να συνεχίσει τη διαρροή πληροφοριών, παρά τη θέλησή του.
Στην απολογία του παραδέχθηκε ότι έχει ήδη παραδώσει σχέδια και πληροφορίες στρατιωτικής σημασίας, υποστηρίζοντας πάντως ότι δεν αφορούσαν την άμυνα της Ελλάδας.

«Θέλω εύλογη τιμωρία»
Σε γραπτή δήλωσή του, την οποία διάβασε ο συνήγορός του Βασίλης Χειρδάρης, ο κατηγορούμενος ανέλαβε πλήρως την ευθύνη των πράξεών του, χωρίς -όπως σημείωσε- να επιχειρεί να δικαιολογηθεί.
«Ζητώ ειλικρινά συγγνώμη από την πατρίδα, τις Ενοπλες Δυνάμεις, τους συναδέλφους και την οικογένειά μου», ανέφερε, δηλώνοντας ότι έχει «απόλυτη εμπιστοσύνη στη στρατιωτική Δικαιοσύνη» και ζητώντας «δίκαιη και εύλογη τιμωρία».
Ο συνήγορός του –μετά τη μαραθώνια απολογία του σμηνάρχου– δήλωσε ότι ο εντολέας του ζήτησε ο ίδιος την προφυλάκισή του, δηλώνοντας ανακουφισμένος από τη σύλληψη και τη λήξη, όπως είπε, μιας εξαιρετικά επικίνδυνης για τον ίδιο κατάστασης.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ο σμήναρχος θεωρούσε ότι συναλλασσόταν με ιδιωτική εταιρεία, έως ότου, μετά το ταξίδι στην Κίνα, άρχισαν οι αφόρητες πιέσεις για τη χορήγηση νατοϊκών εγγράφων και ευαίσθητων πληροφοριών.
Ο 54χρονος αντιμετωπίζει βαριές κατηγορίες για συλλογή και μετάδοση μυστικών πληροφοριών στρατιωτικής σημασίας, οι οποίες επισύρουν ποινή κάθειρξης έως 20 έτη.
Παράλληλα, βάσει του νέου Ποινικού Κώδικα, σε περίπτωση τελεσίδικης καταδίκης προβλέπεται και το ενδεχόμενο αφαίρεσης της ελληνικής ιθαγένειας.

