Τις προϋποθέσεις και τα όρια μιας ενδεχόμενης νέας συνταγματικής αναθεώρησης ανέδειξε η εκδήλωση του Κύκλος Ιδεών με θέμα «Προϋποθέσεις της συνταγματικής αναθεώρησης», στο πλαίσιο του ευρύτερου δημόσιου διαλόγου για τη λειτουργία των θεσμών και την ποιότητα της δημοκρατίας.
Κοινός παρονομαστής των παρεμβάσεων αποτέλεσε η ανάγκη ενίσχυσης της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς, καθώς και η επισήμανση ότι κάθε συνταγματική αναθεώρηση οφείλει να στηρίζεται σε ευρεία πολιτική συναίνεση και σε μακροπρόθεσμο θεσμικό σχεδιασμό.
Ανοίγοντας τη συζήτηση, ο κ. Βενιζέλος αναφέρθηκε στην πορεία του ελληνικού συνταγματισμού μετά τη Μεταπολίτευση, τονίζοντας ότι το Σύνταγμα λειτούργησε ως βασικός εγγυητής της δημοκρατικής ομαλότητας. Υπογράμμισε ότι η αναθεώρηση πρέπει να προσεγγίζεται με θεσμική αυτοσυγκράτηση και με σεβασμό στη συνταγματική συνέχεια, επισημαίνοντας πως οι αλλαγές απαιτούν ευρεία πολιτική συναίνεση και στρατηγικό σχεδιασμό με ορίζοντα το μέλλον της δημοκρατίας.
Ο κ. Στυλιανίδης, εισηγητής της πλειοψηφίας για την αναθεώρηση του Συντάγματος, στάθηκε στην ανθεκτικότητα της ελληνικής συνταγματικής τάξης, η οποία –όπως ανέφερε– δοκιμάστηκε τόσο κατά την οικονομική κρίση όσο και στη διάρκεια της πανδημίας, χωρίς να διαταραχθεί ο βασικός θεσμικός πυρήνας. Τόνισε την ανάγκη μιας αναθεωρητικής πρωτοβουλίας που θα προσαρμόζει το Σύνταγμα στις διεθνείς και ευρωπαϊκές εξελίξεις, διατηρώντας τον αξιακό του χαρακτήρα.
Στο ζήτημα της κοινωνικής δυσπιστίας προς τους θεσμούς αναφέρθηκε ο κ. Αλιβιζάτος, επισημαίνοντας ότι τα πρόσφατα δημοσκοπικά δεδομένα δείχνουν αυξημένη αποχή και ενίσχυση πολιτικών σχηματισμών που αυτοπροσδιορίζονται ως αντισυστημικοί. Κατά την εκτίμησή του, η δυσπιστία συνδέεται με την αίσθηση ανεπαρκούς λογοδοσίας και με τον υπέρμετρο έλεγχο των θεσμών από την εκάστοτε κυβερνώσα πλειοψηφία.
Ανάλογη προβληματική ανέπτυξε ο κ. Σπυρόπουλος, ο οποίος υποστήριξε ότι το ισχύον πλαίσιο για την ευθύνη υπουργών συμβάλλει στη διάβρωση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς και έθεσε ζήτημα αλλαγών στον τρόπο επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων.
Ο κ. Βλαχόπουλος αναφέρθηκε ειδικά στο άρθρο 16, τάχθηκε υπέρ της αναθεώρησής του και υποστήριξε ότι, παρά τις νομοθετικές παρεμβάσεις, το βασικό συνταγματικό ερώτημα παραμένει: αν και υπό ποιες εγγυήσεις μπορεί να ιδρυθεί μη κρατικό πανεπιστήμιο στην Ελλάδα, με όρους ισότιμης λειτουργίας σε σχέση με τα δημόσια ιδρύματα.
Η κ. Παπαδοπούλου στάθηκε στη σημασία του εθνικού Συντάγματος σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης επιρροής του ενωσιακού δικαίου, υπογραμμίζοντας ότι εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό θεσμικό μηχανισμό ρύθμισης της κρατικής οργάνωσης και προστασίας των δικαιωμάτων. Παράλληλα, επισήμανε τη δυσκαμψία της αναθεωρητικής διαδικασίας και την ανάγκη αναζήτησης αποτελεσματικότερων μηχανισμών προσαρμογής.
Ο κ. Κοντιάδης εστίασε στην πολιτική διάσταση της αναθεώρησης, ασκώντας κριτική στον τρόπο διεξαγωγής προηγούμενων αναθεωρητικών διαδικασιών και τονίζοντας ότι η επιτυχία τους εξαρτάται τόσο από τις ευρείες πλειοψηφίες όσο και από την εφαρμογή των συνταγματικών διατάξεων στην πράξη.
Ο κ. Παπασπύρου ανέλυσε τα όρια της αναθεωρητικής εξουσίας, επισημαίνοντας τη διάκριση ανάμεσα στην προτείνουσα και την αναθεωρητική Βουλή, ενώ ο κ. Χρυσόγονος τόνισε ότι η αναθεωρητική αρμοδιότητα δεν μπορεί να μεταβιβαστεί σε μεταγενέστερη Βουλή. Αναφερόμενος στη δημοσιονομική κρίση, υποστήριξε ότι εφαρμόστηκαν μέτρα που κινήθηκαν στα όρια ή και πέρα από τις συνταγματικές εγγυήσεις, περιορίζοντας δικαιώματα και αποδυναμώνοντας την κοινοβουλευτική λειτουργία.
Τέλος, η κ. Ηλιοπούλου-Στράγγα υπογράμμισε ότι η ανάγκη σταθερότητας πρέπει να συνδυάζεται με τη δυνατότητα προσαρμογής του Συντάγματος, σημειώνοντας ότι η ίδια η διαδικασία αναθεώρησης μπορεί να τροποποιηθεί, εφόσον δεν θίγεται ο θεμελιώδης χαρακτήρας του πολιτεύματος ως Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας.
Ο κ. Ανθόπουλος έθεσε στο επίκεντρο τη σχέση της αναθεώρησης με τη λειτουργία του κοινοβουλευτικού συστήματος, επισημαίνοντας ότι οι πολιτικές συνθήκες και η σταθερότητα της κοινοβουλευτικής περιόδου είναι κρίσιμοι παράγοντες για την επιτυχία της διαδικασίας.
- Στη συζήτηση συμμετείχαν οι Νίκος Αλιβιζάτος, Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Σπύρος Βλαχόπουλος, Ξενοφών Κοντιάδης, Λίνα Παπαδοπούλου, Νίκος Παπασπύρου, Τζούλια Ηλιοπούλου-Στράγγα, Φίλιππος Σπυρόπουλος, Ευριπίδης Στυλιανίδης, Κώστας Χρυσόγονος, ενώ τη συζήτηση συντόνισε ο Ευάγγελος Βενιζέλος.
ΑΠΕ ΜΠΕ

