Το εθνικό απολυτήριο έρχεται και ανατρέπει τα δεδομένα στο λύκειο, αλλά οι Πανελλαδικές Εξετάσεις για τα ΑΕΙ δεν «πειράζονται». Η πρόταση της κυβέρνησης, στο πλαίσιο του εθνικού διαλόγου που θα ξεκινήσει άμεσα επικεντρώνεται στο λύκειο, το οποίο εδώ και δεκαετίες έχει μετατραπεί σε προθάλαμο των ΑΕΙ, χάνοντας την παιδαγωγική του αυτονομία. Και αυτό διότι στη συντριπτική πλειονότητά τους οι μαθητές, κυρίως από τη Β΄ Λυκείου, εστιάζουν στα τέσσερα μαθήματα των Πανελλαδικών Εξετάσεων, αδιαφορώντας για τα υπόλοιπα. Ομως, οι Πανελλαδικές Εξετάσεις, μέχρι νεωτέρας, δεν θα καταργηθούν. Ο λόγος είναι πως το αδιάβλητο σύστημα των Πανελλαδικών είναι από τους ελάχιστους θεσμούς, τους οποίους εμπιστεύεται η ελληνική κοινωνία. Και αυτό η κυβέρνηση το ζυγίζει πολιτικά για τον σχεδιασμό των αλλαγών. Ετσι, σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες της «Κ», η αντικατάστασή τους θα επιχειρηθεί μόνον αφού προηγουμένως δοκιμαστεί το αδιάβλητο των εξετάσεων στις τρεις τάξεις του λυκείου για την απόκτηση του εθνικού απολυτηρίου. «Οι Πανελλαδικές θα διατηρηθούν έως ότου το νέο σύστημα να είναι αντίστοιχης αξιοπιστίας, κοινωνικής δικαιοσύνης και αποδοχής. Αυτό είναι κεντρική αφετηρία του διαλόγου», τόνισε στην «Κ» υψηλόβαθμο στέλεχος του υπουργείου Παιδείας.
Ειδικότερα, οι έξι βασικές παρεμβάσεις στο λύκειο που θα τεθούν προς συζήτηση στο πλαίσιο του εθνικού διαλόγου, και τις οποίες παρουσιάζει η «Κ», είναι οι εξής:
1. Τράπεζα Θεμάτων
Ολα τα θέματα –πιθανότατα τέσσερα– στις προαγωγικές και απολυτήριες εξετάσεις στις τρεις τάξεις του λυκείου θα επιλέγονται με κλήρωση αποκλειστικά από Τράπεζα (τώρα τα μισά τα επιλέγουν οι καθηγητές που διδάσκουν το μάθημα σε κάθε τάξη). Τα θέματα κάθε εξέτασης θα είναι διαβαθμισμένης δυσκολίας, ώστε να μπορεί να διακρίνεται ο βαθμός μελέτης κάθε μαθητή. Η Τράπεζα θα οργανωθεί από το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής και θα είναι ανοιχτή προς όλους τους μαθητές. Αυτό σημαίνει ότι ο αριθμός των θεμάτων ανά μάθημα θα ξεπεράσει τις 10.000. Τα εξεταζόμενα μαθήματα δεν θα αλλάξουν.
2. Σώμα βαθμολογητών
Θα θεσμοθετηθεί ειδικό σώμα βαθμολογητών από έμπειρους καθηγητές λυκείου. Aρα η βαθμολόγηση δεν θα γίνεται από τους καθηγητές κάθε σχολείου. Τα γραπτά θα ψηφιοποιούνται και θα αναρτώνται σε πλατφόρμα, όπου και θα βαθμολογούνται. Το ονοματεπώνυμο των μαθητών θα καλύπτεται με ετικέτα. Βεβαίως, στον εθνικό διάλογο ενδέχεται να τεθεί και η πρόταση τα γραπτά να βαθμολογούνται από τους καθηγητές του σχολείου και μετά το ειδικό σώμα των βαθμολογητών να κάνει δειγματοληπτικούς ελέγχους για την αξιοπιστία της βαθμολόγησης.
3. Ψηφιακός φάκελος μαθητή
Οτιδήποτε σχετίζεται με την αξιολόγηση των μαθητών (π.χ. τεστ, ωριαία διαγωνίσματα, εργασίες) στην τάξη μαζί με τα γραπτά προαγωγικών εξετάσεων θα ψηφιοποιούνται και θα μπαίνουν στον ψηφιακό φάκελο του μαθητή. Αυτό θα προσφέρει διαφάνεια, θα κάνει τους διδάσκοντες πιο προσεκτικούς στη βαθμολόγηση, αλλά και θα τους θωρακίσει έναντι των γονιών που πιέζουν για μεγάλους βαθμούς.
Η οριστική μετάβαση – «Οι Πανελλαδικές θα διατηρηθούν έως ότου το νέο σύστημα να είναι αντίστοιχης αξιοπιστίας, κοινωνικής δικαιοσύνης και αποδοχής. Αυτό είναι κεντρική αφετηρία του διαλόγου», τονίζει στέλεχος του υπουργείου Παιδείας.
4. Προφορικοί βαθμοί
Θα μετρούν όπως τώρα, αλλά θα προσαρμόζονται στον βαθμό των γραπτών εξετάσεων στην περίπτωση που η διαφορά είναι τρεις μονάδες. Βεβαίως, όπως ανέφερε στην «Κ» κυβερνητική πηγή, «σίγουρα θα υπάρξει πίεση από τους γονείς για μεγάλους βαθμούς. Θα έχουμε πληθωρισμό αρίστων στους προφορικούς βαθμούς. Ωστόσο, η ψηφιοποιοίηση των γραπτών δίνει τη δυνατότητα στο υπουργείο Παιδείας να διαπιστώνει εάν ένας καθηγητής αποκλίνει συστηματικά από τους βαθμούς των τελικών εξετάσεων και αυτό θα αποτελεί φρένο στην υπερβαθμολόγηση».
5. Οι συντελεστές
Για τον υπολογισμό του βαθμού του εθνικού απολυτηρίου θα προσμετρούνται οι μέσοι όροι και των τριών τάξεων του λυκείου με διαφορετικό συντελεστή. Οι τελικοί συντελεστές θα αποφασιστούν στον εθνικό διάλογο, ωστόσο τα σενάρια είναι δύο: 60%, 30%, 10% ή 50%, 35%, 15% για τους βαθμούς Γ΄, Β΄ και Α΄ Λυκείου αντιστοίχως.
6. Η βάση του 10
Κάθε απόφοιτος λυκείου θα πρέπει να έχει μέσο όρο τουλάχιστον 10 για να πάρει το εθνικό απολυτήριο. Ωστόσο, θα αποφασιστεί στον εθνικό διάλογο εάν ο μαθητής θα μπορεί να έχει σε κάποια μαθήματα μέσο όρο 8 ή 9, βγάζοντας όμως μέσο όρο 10.
Κρίσιμη επισήμανση είναι ότι η επιτήρηση των ενδοσχολικών εξετάσεων δεν θα αλλάξει. Θα γίνεται όπως σήμερα, από καθηγητές διαφορετικών ειδικοτήτων που δεν μπορούν να διδάξουν το εξεταζόμενο μάθημα ούτε ως δεύτερη ανάθεση.
Πρώτος –«ενδεχόμενος», όπως σημείωσε η υπουργός Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη– ορίζοντας εφαρμογής του νέου συστήματος είναι η Α΄ Λυκείου κατά το σχολικό έτος 2027-2028. Αρα οι αλλαγές θα ξεκινήσουν από τους μαθητές της φετινής Β΄ Γυμνασίου.
Η απόκτηση του εθνικού απολυτηρίου θα οδηγήσει στην κατάργηση της ελάχιστης βάσης εισαγωγής για τα ΑΕΙ, η οποία είχε θεσμοθετηθεί το 2021, για να μην εισάγονται στην τριτοβάθμια εκπαίδευση υποψήφιοι με πολύ χαμηλούς μέσους όρους στις Πανελλαδικές Εξετάσεις (όπως 3 και 4 με άριστα το 20 – έχει συμβεί). «Η κατάργηση της ΕΒΕ είναι λογικό να γίνει τότε, διότι οι υποψήφιοι για τα ΑΕΙ θα έχουν ένα αξιόπιστο απολυτήριο», λέει στην «Κ» κυβερνητική πηγή. Aλλωστε, οι προαγωγικές και απολυτήριες εξετάσεις θα γίνουν πιο δύσκολες σε σχέση με σήμερα και δεν αποκλείεται να υπάρξει αύξηση των μετεξεταστέων. Το 2014, όταν είχε ισχύσει ένα ανάλογο σύστημα, οι μετεξεσταστέοι είχαν φτάσει έως και 25% ανά μάθημα, προκαλώντας ισχυρό πολιτικό πονοκέφαλο στον τότε υπουργό Παιδείας Ανδρέα Λοβέρδο.
Για την εισαγωγή στα ΑΕΙ τα ιδρύματα θα έχουν λόγο, κυρίως ως προς τα μαθήματα τα οποία θεωρούν κρίσιμα για την εισαγωγή σε κάθε σχολή (π.χ. τα Αρχαία για τις Φιλολογίες, τα Μαθηματικά για τα τμήματα Μαθηματικών, τη Βιολογία και τη Χημεία για τις Ιατρικές, τις Αρχές Οικονομικής Θεωρίας και τα Μαθηματικά για τα Οικονομικά) και για το εάν αυτά θα πρέπει να εξετάζονται σε πανελλαδικού τύπου εξετάσεις, όπως σήμερα. Στην περίπτωση αυτή η συμμετοχή στις εξετάσεις θα είναι προαιρετική, καθώς μπορεί να υπάρξουν τμήματα ΑΕΙ που για την εισαγωγή θα ζητούν μόνο απολυτήριο λυκείου.
Η δύσκολη χειραφέτηση από τις «αδιάβλητες» Πανελλαδικές
Δεν είναι η πρώτη φορά που εξαγγέλλεται εθνικός διάλογος για τη θεσμοθέτηση εθνικού απολυτηρίου. Πριν από 30 χρόνια, το 1996, είχε κατατεθεί σχέδιο νόμου από τον τότε υπουργό Παιδείας Γεώργιο Παπανδρέου με το ίδιο θέμα. Κατόπιν, επί Μαριέττας Γιαννάκου (2004-07) το εθνικό απολυτήριο είχε συμπεριληφθεί στις προτάσεις του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας. Το 2012 είχε υπάρξει σχετική πρόταση από το ΠΑΣΟΚ επί υπουργίας Aννας Διαμαντοπούλου, ενώ ανάλογο σχέδιο περιελάμβαναν το πόρισμα της επιτροπής διαλόγου για την παιδεία το 2016 (πόρισμα Λιάκου) επί υπουργίας Νίκου Φίλη (ΣΥΡΙΖΑ) και η πρόταση επί Κώστα Γαβρόγλου το 2018.
Το γεγονός ότι τις τρεις προηγούμενες δεκαετίες κυβερνήσεις διαφορετικού πολιτικού και ιδεολογικού προσανατολισμού είχαν συμπεριλάβει στις προτάσεις τους τη θεσμοθέτηση του εθνικού απολυτηρίου αποτελεί στοιχείο που δημιουργεί ελπίδες για την επιτυχία συναίνεσης στον εθνικό διάλογο.
Aλλωστε, είναι μια ώριμη ιδέα και για την εκπαιδευτική κοινότητα. «Το εθνικό απολυτήριο έρχεται για να θεραπεύσει δομικές παθογένειες της λυκειακής εκπαίδευσης, κοινώς παραδεκτές από τους εκπαιδευτικούς, μαθητές, γονείς, την κοινωνία εν γένει», δήλωσε στην «Κ» ο φιλόλογος Γιάννης Αντωνίου, τέως πρόεδρος του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής. Πιστεύει ότι «η κατ’ αρχάς αποσύνδεση της εφαρμογής του εθνικού απολυτηρίου από τις Πανελλαδικές Εξετάσεις είναι κατανοητή, μέχρις ότου η εφαρμογή του νέου συστήματος κατακτήσει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας ως προς το αδιάβλητο», ωστόσο παρατηρεί ότι «ο χρονικός ορίζοντας της αποσύνδεσης πρέπει να είναι ορατός, προσδιορισμένος και μη αναστρέψιμος. Εθνικό απολυτήριο χωρίς σύνδεση με τη διαδικασία εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση κινδυνεύει να εξελιχθεί σε γράμμα κενό».
«Το εθνικό απολυτήριο μπορεί να καταστήσει περιττές τις Πανελλαδικές Εξετάσεις, αφού οι επιδόσεις στα επί μέρους μαθήματα της Β΄ και της Γ΄ Λυκείου θα διαμορφώνουν έναν έγκυρο και αξιόπιστο βαθμό πρόσβασης στα ΑΕΙ της Ελλάδας και του εξωτερικού», παρατηρεί στην «Κ» ο φυσικός Λεωνίδας Καστανάς, ο οποίος είχε συμμετάσχει στην επιτροπή που επί υπουργίας Κυριάκου Πιερρακάκη κατέθεσε σχέδιο για το νέο σύστημα.
Σύμφωνα με τον κ. Καστανά, για την αξιοπιστία τού υπό συζήτηση συστήματος κρίσιμο είναι «οι εξετάσεις να γίνονται με κοινά θέματα για όλους τους μαθητές από ανοικτή Τράπεζα Θεμάτων πραγματικής διαβαθμισμένης δυσκολίας και όχι σαν την υπάρχουσα. Επίσης, οι εξετάσεις στη Β΄ και στη Γ΄ Λυκείου να γίνονται με εξωτερική επιτήρηση και εξωτερική βαθμολόγηση και οι προφορικές επιδόσεις κάθε μαθητή να μη συνυπολογίζονται στη διαμόρφωση του τελικού βαθμού ανά μάθημα. «Τα νέα προγράμματα σπουδών και τα νέα σχολικά βιβλία σε συνδυασμό με το εθνικό απολυτήριο μπορούν να δώσουν περισσότερες ευκαιρίες στους μαθητές και να κάνουν περισσότερο αξιόπιστη τη διαδικασία επιλογής φοιτητών», σημειώνει.
Το ιερό δισκοπότηρο
«Το αδιάβλητο των εξετάσεων παραμένει το “άγιο δισκοπότηρο” που ως ιερό κειμήλιο δεν υπόκειται σε αναθεωρήσεις», παρατηρεί στην «Κ» ο φιλόλογος Ανδρέας Παπαδαντωνάκης. «Οι εξετάσεις είτε ως γενικές είτε ως εισιτήριες, ως πανελλαδικές ή πανελλήνιες, εξακολουθούν να είναι το λατρευτικό μας τοτέμ έστω και αν η εκπαιδευτική πραγματικότητα μας έχει ξεπεράσει. Αυτό, αν και ερμηνεύεται ιστορικά σε μια χώρα με παράδοση αναξιοκρατίας και διαρκούς κρίσης θεσμών, οδηγεί σε υπερβολική εστίαση στις εξετάσεις και στο αδιάβλητο, στερώντας μας από ένα σχολείο που καλλιεργεί τη δημιουργικότητα, την ερευνητική δυνατότητα, την κριτική σκέψη. Στην κυβερνητική πρόταση το εθνικό απολυτήριο εισάγεται –για μία ακόμη φορά– ως παρακολούθημα της πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Αν και αυτό είναι αναμενόμενο σε μία χώρα όπως η δική μας, όπου η ζήτηση για τη δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι η δεύτερη υψηλότερη στην Ευρώπη, καθόλου δεν συμβάλλει στην αυτονομία του λυκείου», καταλήγει.

