Οι πρόσφατες εξαγγελίες του πρωθυπουργού για τη συνταγματική αναθεώρηση άνοιξαν τον διάλογο για τα θεμελιώδη ζητήματα της συνταγματικής τάξης: τη σχέση εξουσίας και ελέγχου, τον ρόλο των θεσμών και τη θέση του πολίτη στη Δημοκρατία.
Οι παρεμβάσεις που ακολουθούν προσεγγίζουν το ζήτημα από διαφορετικές αφετηρίες: θεσμικές, νομικές, πολιτικές και κοινωνικές.
Η ώρα μίας μεγάλης τομής
Απόστολος Βλαχογιάννης, δρ Νομικής, Université Panthéon-Assas Paris II
Ανάμεσα στις προτάσεις συνταγματικής αναθεώρησης που εξήγγειλε ο πρωθυπουργός πρόσφατα, φαίνεται να συγκαταλέγεται και η εγκαθίδρυση ενός συστήματος προληπτικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, πιθανότατα κατά το πρότυπο της Γαλλίας.
Ως γνωστόν, στην Ελλάδα ασκείται, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, ένας διάχυτος και κατασταλτικός έλεγχος. Ολα τα δικαστήρια, δηλαδή, όχι μόνο έχουν την εξουσία, αλλά και την υποχρέωση να ελέγχουν τη συνταγματικότητα των νόμων που καλούνται να εφαρμόσουν. Ως εκ τούτου ποια η ανάγκη εισαγωγής μιας διαφορετικής μορφής ελέγχου, που θα εξετάζει τη συμφωνία με το Σύνταγμα ενός ψηφισθέντος από τη Βουλή νομοσχεδίου, πριν αυτό δημοσιευθεί και αποκτήσει την ισχύ νόμου;
Ο πρώτος λόγος, που αναφέρεται και στην επιστολή του πρωθυπουργού προς τους βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος, είναι η δυνατότητα έγκαιρης δικαστικής κρίσης και η εμπέδωση της ασφάλειας δικαίου. Ετσι, θα αποφεύγεται το φαινόμενο ένας νόμος να παράγει κανονικά αποτελέσματα και αρκετό καιρό μετά να κηρύσσεται ανίσχυρος, όπως συνέβη πρόσφατα στην περίπτωση διατάξεων του ΝΟΚ.
Ενας δεύτερος λόγος είναι η δυνατότητα διεύρυνσης του αντικειμένου και του πεδίου του ελέγχου. Αυτό ισχύει είτε πρόκειται για τον έλεγχο σοβαρών διαδικαστικών παραβάσεων, που μέχρι τώρα τα δικαστήρια αρνούνται να ελέγξουν, όπως η εισαγωγή παντελώς άσχετων διατάξεων, η συστηματική ψήφιση εκπρόθεσμων τροπολογιών κ.ά., είτε για τον έλεγχο «ευαίσθητων» νομοσχεδίων, όπως για παράδειγμα ο εκλογικός νόμος ή νόμοι με σοβαρές δημοσιονομικές επιπτώσεις, των οποίων η αντισυνταγματικότητα, αν και ορισμένες φορές προφανής, δύσκολα εν τοις πράγμασι μπορεί να διαπιστωθεί εκ των υστέρων.
Τέλος, ο προληπτικός έλεγχος μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά στη δημιουργία ενός αντίβαρου στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία, διαφυλάσσοντας δικαιώματα της μειοψηφίας ή ενισχύοντας τον ρόλο οργάνων, όπως ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.
Θα πρέπει να προσδιοριστεί το όργανο που θα ασκεί τον έλεγχο. Θα μπορούσε να είναι είτε το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο είτε το Συμβούλιο της Επικρατείας
Κι εδώ φτάνουμε στα κρίσιμα ερωτήματα που θέτει μία τέτοια ρηξικέλευθη πρόταση. Αρχικά, θα πρέπει να προσδιοριστεί το όργανο που θα ασκεί τον έλεγχο. Θα μπορούσε να είναι είτε το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο είτε το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο επεξεργάζεται εν είδει προληπτικού ελέγχου τα κανονιστικά διατάγματα. Βέβαια, στην περίπτωση των νόμων οι προθεσμίες θα είναι εξ ανάγκης ασφυκτικές και αυτό αποτελεί μία ιδιαίτερα κρίσιμη παράμετρο.
Κατόπιν, θα πρέπει να επιλυθούν ορισμένα δικονομικά ζητήματα που αφορούν τη δυνατότητα προσφυγής στο όργανο αυτό και τις έννομες συνέπειες των αποφάσεών του.
Κρίση περί αντισυνταγματικότητας θα επιβάλει την αφαίρεση της διάταξης από το ψηφισθέν νομοσχέδιο ή θα επέχει θέση γνωμοδότησης, που θα μπορεί να παρακαμφθεί;
Θα μπορούν βουλευτές της αντιπολίτευσης να ζητήσουν τον έλεγχο μίας ψηφισθείσας διάταξης και αν ναι, πόσοι; Ή μήπως ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας ή αιτήματος ορισμένου αριθμού βουλευτών; Περαιτέρω, τυχόν κρίση περί αντισυνταγματικότητας θα επιβάλει την αφαίρεση της διάταξης από το ψηφισθέν νομοσχέδιο ή θα επέχει θέση γνωμοδότησης, που θα μπορεί να παρακαμφθεί; Τέλος, πώς θα συναρθρώνεται η νέα μορφή ελέγχου με το υφιστάμενο σύστημα;
Δηλαδή, με απλά λόγια, οποιοσδήποτε δικαστής θα μπορεί, και αν ναι, υπό ποίες προϋποθέσεις, να κρίνει ως αντισυνταγματική διάταξη που έχει ήδη κριθεί συνταγματική, στο πλαίσιο του προληπτικού ελέγχου;
Ολα αυτά καταδεικνύουν το μέγεθος της αλλαγής και το βάθος της περίσκεψης που θα πρέπει να τη συνοδεύει. Στο πλαίσιο του πολυεπίπεδου συνταγματισμού, εντός του οποίου το εθνικό Σύνταγμα επιδρά διαρκώς με το δίκαιο της Ε.Ε. και της ΕΣΔΑ, η συνταγματική αναθεώρηση δείχνει εκ πρώτης όψεως να έχει περιοριστεί σε συμβολικές περισσότερο διακηρύξεις ή να αποτυπώνει στο γραπτό κείμενο τροποποιήσεις που έχουν ήδη επέλθει ατύπως. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε δυνατότητα καίριας θεσμικής επέμβασης έχει εκλείψει. Η εισαγωγή ενός συστήματος προληπτικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων αποτελεί μία τέτοια περίπτωση που μπορεί να κάνει τη διαφορά, εφόσον σχεδιαστεί με προσοχή και προσδιοριστούν με σαφήνεια οι σκοποί που καλείται να εξυπηρετήσει.
Διάταξη 120, παράγραφος β
Νίκος Χαραλαμπίδης, γενικός διευθυντής στο ελληνικό Γραφείο της Greenpeace
Με αφορμή την πρόσφατη εξαγγελία του πρωθυπουργού για την αναθεώρηση του Συντάγματος, φορείς και πρόσωπα ξεδιπλώνουν τις σκέψεις τους για το θέμα. Κάποιες, μαξιμαλιστικές ως προς τον αριθμό των άρθρων που προτείνεται να αναθεωρηθούν και το βάθος των προτεινόμενων αλλαγών, κάποιες άλλες, πιο μινιμαλιστικές (έχω κατά νου τις προτάσεις του κ. Χρήστου Ράμμου), επικεντρώνονται στη μεγάλη εικόνα και σε συγκεκριμένα άρθρα, με την ελπίδα ότι η δημοκρατία μας θα γίνει πιο εύρυθμη. Θεωρητικά όλοι συμφωνούν στο ότι η αναθεώρηση του Συντάγματος δεν είναι ευκαιρία για επικοινωνιακά παιχνίδια και νίκες τακτικής αλλά στιγμή για ουσιαστικές συγκλίσεις με σκοπό να ενδυναμώσουμε τη δημοκρατία. Σε εποχές όπως η σημερινή, που γεννά τέρατα, η μόνη λύση είναι η ενδυνάμωση της δημοκρατίας και όχι ο ευτελισμός της.
Δεν είμαι συνταγματολόγος και δεν έχω να προσθέσω κάποια σοφία στις τόσες που είδαν το φως από την πρώτη στιγμή (ξεκινώντας με την ίδια την κυβέρνηση που στηρίζει τις προτάσεις της) αλλά και σε αυτές που θα γεννιούνται καθημερινά μέσα στο επόμενο διάστημα.
Σε αυτή τη φάση δεν θα σχολιάσω τις προτάσεις για ένταξη στο Σύνταγμα άρθρων που αφορούν σε νέες ή παλαιότερες προκλήσεις όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη και η κλιματική αλλαγή. Είμαι βέβαιος ότι όλες οι παραπάνω προτάσεις έχουν κάτι ουσιαστικό να προσθέσουν στον δημόσιο διάλογο. Θα αποφύγω να σχολιάσω το αγαπημένο μου θέμα που απουσιάζει από τον κατάλογο των προτάσεων και δεν είναι άλλο από τους διακριτούς, ανεξάρτητους και αποσυνδεδεμένους ρόλους εκκλησίας και κράτους (secularity).
Χωρίς πολίτες που δυσανασχετούν και το εκφράζουν όταν το Σύνταγμα εργαλειοποιείται ή παραβιάζεται, τότε το όλο εγχείρημα προσομοιάζει με άσκηση επί χάρτου
Η δική μου έγνοια επικεντρώνεται σε ένα μόνο Αρθρο. Στο ακροτελεύτιο Αρθρο του Συντάγματος, το Αρθρο 120, παράγραφος 2: «O σεβασμός στο Σύνταγμα και τους νόμους που συμφωνούν με αυτό και η αφοσίωση στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία αποτελούν θεμελιώδη υποχρέωση όλων των Ελλήνων».
Χωρίς ενεργούς πολίτες, χωρίς πολίτες που νοιάζονται ενεργά και καθημερινά για το Σύνταγμα και την εφαρμογή του, χωρίς πολίτες που δυσανασχετούν και το εκφράζουν όταν το Σύνταγμα εργαλειοποιείται ή παραβιάζεται, τότε το όλο εγχείρημα προσομοιάζει με άσκηση επί χάρτου, με ανέξοδες υποσχέσεις, με όμορφες προτάσεις αραδιασμένες σε χαρτί που καμία σχέση δεν έχουν με την πραγματικότητα. Φεύγοντας λοιπόν από ανέξοδους πατριωτισμούς (αυτούς που συνήθως οδηγούν απλώς σε αυξήσεις του προϋπολογισμού για την άμυνα και όχι στη βελτίωση των συνθηκών ζωής του πληθυσμού) καλούμαστε να βρούμε τρόπους να κάνουμε το Σύνταγμα «ιδιοκτησία» και κτήμα του κάθε πολίτη, να κάνουμε την προστασία του και δική του υποχρέωση.
Να χτίσουμε ενεργούς πολίτες ως ασπίδα προστασίας του Συντάγματος, της Δημοκρατίας και κατ’ επέκταση του περιβάλλοντος, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κάθε ζωής, δίποδης και τετράποδης. Να κερδίσουμε πολίτες που βάζουν προτεραιότητά τους το «εμείς» και όχι μόνο το «εγώ», δηλαδή πραγματικούς πατριώτες. Ο σεβασμός στο φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον, ο σεβασμός στον συνάνθρωπο (ασχέτως θρησκείας και καταγωγής), να γίνει το πρωταρχικό καθήκον κάθε πολίτη. Αυτή είναι η δική μου αγωνία με αφορμή τις συζητήσεις που πυροδότησε η ανακοίνωση του πρωθυπουργού.
Σε διαφορετική περίπτωση, το Σύνταγμα θα μείνει αντικείμενο ενδιαφέροντος συγκεκριμένων δικαστηρίων και μιας εξαιρετικά περιορισμένης ομάδας ειδικών, με την κοινωνία μακριά και συχνά απέναντι/εναντίον
Ενώ λοιπόν οι ειδικοί ξιφουλκούν για τις σημαντικές λεπτομέρειες και προτείνουν προσθήκες και αλλαγές, εγώ αγωνιώ για τη δημιουργία πλειοψηφικού ρεύματος ενεργών πολιτών που θα αποτελούν εγγύηση για την τήρηση του Συντάγματος, που θα αναγνωρίζουν σε αυτόν τον ρόλο τη βαριά και σημαντική υποχρέωση που τους αναθέτει το ίδιο το Σύνταγμα. Σε διαφορετική περίπτωση, το Σύνταγμα θα μείνει στα χαρτιά, αντικείμενο ενδιαφέροντος συγκεκριμένων δικαστηρίων και μιας εξαιρετικά περιορισμένης ομάδας ειδικών, με την κοινωνία μακριά και συχνά απέναντι/εναντίον. Σε εποχές τεράστιων αλλαγών, είτε λόγω κλιματικής αλλαγής και κατάρρευσης βιοποικιλότητας είτε λόγω αμφισβήτησης του διεθνούς δικαίου αλλά και της κοινής λογικής, η συμμετοχή και ο ενεργός ρόλος του πολίτη θα κάνουν την αλλαγή. Αυτό πρέπει να αναφέρεται στο Σύνταγμα ώστε στη συνέχεια να εξειδικεύσουμε το πώς θα το πετύχουμε. Αυτή είναι μια συζήτηση που πρέπει να γίνει συμμετοχικά και να συμπεριλαμβάνει την κοινωνία και τους φορείς που την εκπροσωπούν, αυτούς που δραστηριοποιούνται στα κοινά.

