Μέχρι σήμερα, το θέμα της προστασίας των προσφυγικών κατοικιών προσεγγίζεται κυρίως μέσα από το πρίσμα της αρχιτεκτονικής, παραγνωρίζοντας την πολιτιστική τους διάσταση ως φορέων των αξιών του τόπου όπου βρίσκονται, αλλά και την κοινωνική τους διάσταση. Μια νέα συλλογική έκδοση έρχεται να ρίξει περισσότερο φως σε αυτές τις παραγνωρισμένες πλευρές, αναδεικνύοντας τις ιδιαιτερότητες της προσφυγικής κατοίκησης στην Ελλάδα. Και επαναφέρει το αίτημα για μια «φρέσκια» συζήτηση για την προστασία τους, τη στιγμή που αυξάνεται με γεωμετρικούς ρυθμούς η κατεδάφισή τους υπό τον φόβο της ανακήρυξής τους ως μνημείων.
«Οσο μένουν έτσι, είναι σαν να τα ετοιμάζουμε για να τα παραδώσουμε κάποια στιγμή σε ιδιώτες», τόνισε ο πρόεδρος του ΣτΕ Μιχάλης Πικραμένος.
Τη συζήτηση επαναφέρει στην επικαιρότητα η συλλογική έκδοση «Τα προσφυγικά. Η σιωπηλή αρχιτεκτονική κληρονομιά στην Ελλάδα» (εκδ. Ευρασία), την οποία επιμελούνται η Αμαλία Κωτσάκη, καθηγήτρια στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του Πολυτεχνείου Κρήτης και η Μαρία Γράβαρη-Μπάρμπα, καθηγήτρια Γεωγραφίας στο Universite Paris 1 Pantheon Sorbonne. Οπως αναφέρεται στην εισαγωγή της έκδοσης, μέχρι στιγμής στην Ελλάδα έχει καταβληθεί σημαντική προσπάθεια καταγραφής της προσφυγικής κατοίκησης, κυρίως μέσα από τις προσπάθειες τεκμηρίωσης της αρχιτεκτονικής του μοντέρνου κινήματος. Η προσέγγιση αυτή επικεντρώνεται στα κατάλοιπα του μοντερνισμού αλλά όχι από τη σκοπιά της μαζικής παραγωγής κοινωνικής κατοικίας, ενώ υπάρχει δυσκολία αναγνώρισης των προσφυγικών υπό το πρίσμα της πολιτιστικής κληρονομιάς που φέρουν, καθώς στη χώρα μας φορείς πολιτιστικής κληρονομιάς θεωρούνται μόνον τα κτίρια που έχουν κάποιας μορφής μνημειακή αρχιτεκτονική.
«Είναι σημαντικό να μην προσεγγίζουμε τα προσφυγικά με μια μουσειακή αντίληψη», ανέφερε κατά την παρουσίαση του βιβλίου ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Μιχάλης Πικραμένος. «Το ζήτημα είναι πώς θα επαναξιολογήσουμε τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε και προστατεύουμε ή επιλέγουμε να εγκαταλείψουμε τα ίχνη της προσφυγικής εμπειρίας στις πόλεις μας», επισήμανε.


Ο κ. Πικραμένος αναφέρθηκε στον ρόλο του ΣτΕ στη διάσωση σημαντικών μνημείων, όπως οι πολυκατοικίες της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, αλλά και στη σημερινή εγκατάλειψή τους. «Οσο μένουν έτσι, είναι σαν να τις ετοιμάζουμε για να τις παραδώσουμε κάποια στιγμή σε ιδιώτες, για να τις γκρεμίσουν και να χτίσουν και αυτό το κομμάτι της Αθήνας», σημείωσε. Τέλος αναφέρθηκε στον ρόλο του κράτους και των πολιτών. «Το πρόβλημα είναι βαθύ και έγκειται στον τρόπο που διαμορφώνουμε το παραγωγικό μας μοντέλο, που στηρίζεται στην οικοδομική χωρίς όρια, στον τουρισμό και στην προσπάθεια των ανθρώπων να κερδίζουν λεφτά χωρίς κανένα όριο, όπως μας έχουν δείξει οι περιπτώσεις της εκτός σχεδίου δόμησης και των κινήτρων του ΝΟΚ».
Οι επιμελήτριες του βιβλίου επεσήμαναν την απουσία επαρκούς βιβλιογραφίας για την προσφυγική κατοίκηση στην Ελλάδα, πέρα από μεμονωμένες περιπτώσεις. «Η βιβλιογραφία είναι ελάχιστη. Πρέπει να μετακινήσουμε τη συζήτηση από την ιστορική αναδρομή και τις αρχές της παραγωγής τους στο θέμα της διαχείρισης της μνήμης και της κοινωνικής παραγωγής των προσφύγων», ανέφερε η κ. Γράβαρη-Μπάρμπα. «Τα προσφυγικά είναι ορφανά. Οι ίδιοι οι πρόσφυγες δεν αναγνώριζαν την αξία τους, καθώς τα θεωρούσαν μεταβατικά. Δεν τα αναγνώρισε όμως και το κράτος. Αυτοί που κινητοποιούνται για τη σωτηρία τους είναι είτε οι επιστήμονες είτε καλλιτέχνες/ακτιβιστές που δεν βρίσκουν πατήματα ούτε στην κοινωνία, ούτε καν στους απογόνους των προσφύγων», τόνισε, επισημαίνοντας τη σταδιακή απομάκρυνση ακόμα και των προσφυγικών (Μικρασιατικών, Ποντιακών ή άλλων) συλλόγων από το αίτημα για την προστασία της προσφυγικής κατοικίας.

«Υπάρχουν πολλές μελέτες στη βιβλιογραφία, αλλά μας λείπει η μεγάλη εικόνα, μια γενική θεώρηση των προσφυγικών με όρους πολιτιστικής κληρονομιάς», ανέφερε η κ. Κωτσάκη. «Παράλληλα, τα κτίρια αυτά εξαφανίζονται από τη μια ημέρα στην άλλη, ώστε να μην προλάβουν να συμπληρώσουν 100 χρόνια ζωής και κηρυχθούν μνημεία. Είναι μια σιωπηλή κληρονομιά, που εξαφανίζεται».
Η έκδοση περιλαμβάνει 12 κείμενα τα οποία υπογράφουν καθηγητές πανεπιστημίου και ειδικοί ερευνητές. Ανάμεσα στις θεματικές που τα κείμενα προσεγγίζουν είναι το προσφυγικό αγροτοτεχνικό τοπίο στη Βόρεια Ελλάδα, οι περιπτώσεις των προσφυγικών οικισμών στην Ιεράπετρα, τα Χανιά, τη Νέα Ιωνία Βόλου, την Πάτρα και τον Πειραιά.
