Εκκληση στους πολίτες που μπορούν να αιμοδοτήσουν, να σπεύσουν τώρα να δωρίσουν αίμα απευθύνει η Ελληνική Ομοσπονδία Θαλασσαιμίας ΕΟΘΑ. Η Ομοσπονδία κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τη «δραματική», όπως τη χαρακτηρίζει, κατάσταση που επικρατεί αναφορικά με την επάρκεια αίματος. Οπως επισημαίνει, «τα αποθέματα αίματος είναι ανεπαρκή, με ήδη σοβαρές και μετρήσιμες επιπτώσεις στη ζωή και την υγεία των ασθενών με θαλασσαιμία και δρεπανοκυτταρική νόσο». Σύμφωνα με την Ομοσπονδία, σε πολλά νοσοκομεία παρατηρούνται συστηματικές αναβολές μεταγγίσεων των θαλασσαιμικών ασθενών ή χορήγηση μειωμένων ποσοτήτων αίματος, γεγονός που θέτει σε κίνδυνο την υγεία τους. Ενδεικτικά σημειώνει ότι στο Λαϊκό 40 ασθενείς με μεσογειακή αναιμία και δρεπανοκυτταρική νόσο βρίσκονται σε καθεστώς αναβολής μεταγγίσεων, χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα για το πότε θα έχουν αίμα. Στο δε Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ρίου, 55 ασθενείς αντιμετωπίζουν αντίστοιχες αναβολές. Χθες, η ΕΟΘΑ απέστειλε επιστολή στον υπουργό Υγείας Αδωνι Γεωργιάδη και στον υφυπουργό Μάριο Θεμιστοκλέους, με την οποία ζητεί την εφαρμογή ενός κεντρικού σχεδιασμού για την προσέλκυση και τη διατήρηση εθελοντών αιμοδοτών, την καθολική εφαρμογή της κεντρικής διαχείρισης αίματος σε όλη τη χώρα και την ανάπτυξη ολοκληρωμένου εθνικού συστήματος αιμοδοσίας για τη διασφάλιση της επάρκειας αίματος.
Οπως αναφέρεται, «οι ελλείψεις αίματος δεν αποτελούν συγκυριακό ή έκτακτο φαινόμενο. Συνδέονται τόσο με εποχικούς παράγοντες όσο και με τη διαχρονική απουσία ενός ολοκληρωμένου σχεδιασμού για τη λειτουργία όλης της αιμοδοσίας της χώρας, που μεταξύ άλλων θα διασφάλιζε σταθερά και επαρκή αποθέματα καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Η κεντρική διαχείριση αίματος, που ξεκίνησε πιλοτικά τον Μάιο του 2024, παραμένει περιορισμένη γεωγραφικά στην Αττική, παρά το γεγονός ότι το Εθνικό Κέντρο Αιμοδοσίας καλείται να καλύψει ανάγκες σε όλη τη χώρα». Και συνεχίζει: «Δυστυχώς, η μέχρι σήμερα πρακτική διαχείρισης των ελλείψεων βασίζεται στη δημιουργία προσωρινών εξορμήσεων των υπηρεσιών αιμοδοσίας ή στη στέρηση της τακτικής και προγραμματισμένης θεραπείας των πολυμεταγγιζόμενων ασθενών, προκειμένου να καλυφθούν έκτακτα περιστατικά που απαιτούν μετάγγιση αίματος. Η πρακτική αυτή οδηγεί σε μακροχρόνιες και μη αναστρέψιμες οργανικές βλάβες, όπως καρδιολογικές και ισχαιμικές επιπλοκές, αυξημένο κίνδυνο λοιμώξεων και συνολική επιδείνωση της υγείας των θαλασσαιμικών ασθενών. Παράλληλα, επιβαρύνει το σύστημα υγείας λόγω συχνότερων αναγκών νοσηλείας και μεταγγίσεων και επιτείνει την ταλαιπωρία μιας ιδιαίτερα ευάλωτης ομάδας πασχόντων».

