Για καιρό μετά τον θάνατό της, σχεδόν κάθε Κυριακή πήγαινε στο νεκροταφείο. Στεκόταν πάνω από τον τάφο, κοιτούσε τη φωτογραφία της, μερικές φορές τής μιλούσε κιόλας. Ηταν ο δικός του τρόπος να συμφιλιωθεί με την απουσία της, να μεταβολίσει την απώλειά της. Τι κι αν ήταν σκυλίτσα; Είχαν ζήσει μαζί δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια, είχαν μοιραστεί χαρές και ταξίδια, είχε σταθεί στο πλευρό του σε δύσκολες στιγμές.
«Λόγω γήρατος, είχε σοβαρά προβλήματα υγείας και τις τελευταίες εβδομάδες είχε φτάσει στο σημείο να μην μπορεί πια να κινηθεί και να υποφέρει. Δεν άντεχα να τη βλέπω έτσι. Κατόπιν συζήτησης με τον κτηνίατρό της, κατάλαβα ότι δεν έπρεπε να παρατείνεται το μαρτύριό της μόνο και μόνο επειδή εγώ δεν ήμουν έτοιμος να την αποχωριστώ. Οφειλα να προτάξω τη δική της αξιοπρέπεια. Συναίνεσα, λοιπόν, στην ευθανασία», λέει στην «Κ» ο Αντώνης Κοκολάκης, υπεύθυνος επικοινωνίας καλλιτεχνικών εκδηλώσεων. Ηταν το 2018 όταν είδε τη Φρουφρού να σβήνει ήρεμα στην αγκαλιά του. Και μετά; Τι κάνεις ένα νεκρό ζώο, και μάλιστα μεγαλόσωμο, σε μια πόλη όπως η Αθήνα; Σίγουρα δεν το αντιμετωπίζεις όπως τα οικιακά απορρίμματα, δεν το αποθέτεις σε έναν κάδο, ούτε το θάβεις στο παρκάκι της γειτονιάς σου, όπως, δυστυχώς, συχνά συμβαίνει. Ενδεχομένως θυμάστε την πρόσφατη αποκάλυψη του παράνομου νεκροταφείου στο Αλσος Χωροφυλακής.

Ο κήπος με τα μνήματα
Ο κ. Κοκολάκης απευθύνθηκε σε ένα κοιμητήριο μικρών ζώων στην Αττική. Η Φρουφρού απέκτησε μαρμάρινο μνήμα με φωτογραφία της σε έναν καταπράσινο κήπο, ανάμεσα στους επίσης τετράποδους Μαρξ, Κάρλα και Λούση. «Στο κυριακάτικο επισκεπτήριο ο κήπος γέμιζε ανθρώπους κάθε ηλικίας, ζευγάρια, οικογένειες με παιδιά. Είχαν θαμμένα εκεί σκυλάκια, γάτες, κουνέλια, πουλιά, χάμστερ, μέχρι και ψαράκια, και έρχονταν να τα “δουν”. Συναντούσα συχνά ένα νέο άνδρα, να διαβάζει εφημερίδα καθισμένος στο γρασίδι, δίπλα στον τάφο του σκύλου του. Μου κίνησε την περιέργεια και τον ρώτησα. “Τις Κυριακές πάντα πηγαίναμε βόλτα με τον Μπάντι, για να πιω καφέ και να διαβάσω εφημερίδα. Το ίδιο κάνουμε και τώρα”, μου απάντησε».
Εκτιμάται ότι περίπου 45% των Ελλήνων συμβιώνουν σήμερα με κάποιο κατοικίδιο (έρευνα διαΝΕΟσις). Η οικογένεια Σεφερόπουλου πολύ νωρίς, στις αρχές της δεκαετίας του 2010, όταν η φιλοζωική κουλτούρα δεν ήταν τόσο εδραιωμένη, συνειδητοποίησε την ανάγκη διαχείρισης των νεκρών ζώων και δημιούργησε το Animal Cemetery, το πρώτο κοιμητήριο και αποτεφρωτήριο μικρών ζώων εντός Αττικής – σήμερα υπάρχουν πια αρκετά. «Μας κινητοποίησε αρχικά η αγωνία για τα δικά μας ζώα. Με τον καιρό είδαμε ότι για τους περισσότερους κηδεμόνες κατοικιδίων ο προβληματισμός ήταν κοινός. Πλέον είναι τόση η ζήτηση, που πιθανότατα θα πρέπει να γίνει επέκταση του χώρου του νεκροταφείου. Επιπλέον, μας παρακαλούν να παραλάβουμε ζώα –κυρίως για αποτέφρωση– και από περιοχές εκτός Αττικής. Εξυπηρετούμε όσο το δυνατόν περισσότερες στην ηπειρωτική Ελλάδα», λέει ο Θοδωρής Σεφερόπουλος. «Το κόστος και για τις δύο υπηρεσίες είναι περίπου 200 ευρώ. Σε περίπτωση ταφής, έπειτα από μία διετία, δίνεται η επιλογή, με ετήσια συνδρομή, το ζώο να παραμείνει ενταφιασμένο, ενώ υπάρχει και η δυνατότητα παράδοσης της τέφρας του στους ανθρώπους του».
Ζήτηση για αποτέφρωση – «Είναι τόση η ζήτηση, που πιθανότατα θα πρέπει να γίνει επέκταση του χώρου του νεκροταφείου. Μας παρακαλούν να παραλάβουμε ζώα –κυρίως για αποτέφρωση– και από περιοχές εκτός Αττικής», λέει ο Θοδωρής Σεφερόπουλος, ιδρυτής του Animal Cemetery.
Το δίλημμα της ευθανασίας
Δύσκολοι αποχαιρετισμοί: τα ζώα μας. Μπαίνουν στη ζωή μας και την αλλάζουν. Μας δίνουν χαρά. Μας γιατρεύουν με την αγάπη τους. Πώς διαχειριζόμαστε την απώλειά τους; Ο κτηνίατρος Δημήτρης Λέτσος έρχεται πολύ συχνά αντιμέτωπος με αυτά τα ερωτήματα. «Μια παιδική φίλη προχθές, όταν άκουσε ένα όχι τόσο καλό αποτέλεσμα για τον σκύλο της, είπε: “Δεν είμαι έτοιμη, όχι ακόμη”. Το ίδιο είχε πει και όταν έχασε τον 23 ετών γάτο της πριν από μερικά χρόνια. Μια άλλη φίλη βρέθηκε στα επείγοντα ένα πρωί. Το ζωάκι της είχε παρουσιάσει ξαφνικά ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας και, όσο κι αν προσπάθησαν οι συνάδελφοι, έφυγε από τη ζωή. Κανείς δεν είναι έτοιμος. Ολοι θέλουμε λίγο χρόνο ακόμη. Κάθε απώλεια ζώου είναι δύσκολη και, κατά κάποιον τρόπο, διαφορετική. Για αρκετούς από εμάς –κηδεμόνες και κτηνιάτρους– δεν διαφέρει ουσιαστικά από την απώλεια ενός ανθρώπου», επισημαίνει. «Είναι πιο σκληρό όταν συμβαίνει απότομα, μένει ένα “γιατί” να σε τρώει, να σε βασανίζει. Μπορεί όμως να γίνει εξίσου επώδυνο σε χρόνια ασθένεια – γιατί όλοι στο σπίτι βιώνουν σε καθημερινή βάση την αδυσώπητη φθορά, την εναλλαγή ελπίδας και διάψευσης…».
Και μετά είναι η ευθανασία, διαδικασία με σημαντικό συναισθηματικό και ηθικό βάρος, που όμως, σε κάποιες περιπτώσεις, για το ζώο σημαίνει την απελευθέρωσή του από τα δεινά της νόσου. Πώς αντιδρούν οι κηδεμόνες; «Συνήθως με οδύνη, άλλοτε με ενοχή ή και θυμό. Ζητούν επίμονα να τους πείσουμε πως προηγουμένως κάναμε ό,τι ήταν δυνατόν. Ποιος είναι ο δικός μας ρόλος; Να είμαστε εκεί, να σεβόμαστε τον πόνο τους και να προσφέρουμε ανακούφιση – ιατρική στα ζώα, ψυχολογική στους ίδιους», συνεχίζει ο κ. Λέτσος. «Δεν θα ξεχάσω ποτέ πόσο δύσκολο ήταν και για μένα όταν έχασα τον σκύλο μου πριν από δύο χρόνια. Το μόνο που πραγματικά με βοήθησε ήταν ότι δεν το πέρασα μόνος. Κι αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό: να μην περνάει κανείς την απώλεια μόνος».
Με τα παιχνίδια του
Πριν από λίγα χρόνια, ο Αγκαλίτσας, ο γάτος της συναδέλφου Αλεξάνδρας Μανδράκου, πέθανε στα 17 του. Εκείνη δεν ήξερε τι να κάνει το νεκρό ζώο. Ανησυχούσε πώς θα βίωναν οι δύο κόρες της την απώλειά του. Ζήτησε τη συμβουλή μου. Της είπα ότι ο Τάκος και ο Σέβος, οι πρώτοι μου γάτοι, ήταν θαμμένοι δίπλα δίπλα στο κτήμα ενός συγγενικού μου προσώπου, κάτω από θάμνους και λουλούδια. Με τον σύζυγό της αποφάσισαν να πάνε όλοι μαζί, γονείς και παιδιά, μια εκδρομή στο βουνό και να τον θάψουν εκεί. Τα κορίτσια τού είχαν ετοιμάσει ένα κουτάκι με δώρα για να τα πάρει, όπως είπαν, μαζί του: ένα πάνινο ψαράκι, ένα βότσαλο, ένα μωβ μολύβι, ένα παπουτσάκι κούκλας και τη ζωγραφιά ενός γάτου, ανάμεσα σε πολλές καρδούλες, με την αφιέρωση: «Σ’ αγαπάμε πάρα πολύ. Αννα, Ελλη, μαμά, μπαμπάς»…

Η διαχείριση ενός υποτιμημένου πένθους
Τα δεσποζόμενα ζώα συντροφιάς θεωρούνται πια μέλη της οικογένειας (σε χώρες όπως η Ισπανία βάσει και της νομοθεσίας), οπότε ο θάνατός τους εγείρει έντονα συναισθήματα στους ανθρώπους τους. «Το είδος του δεσμού είναι αυτό που καθορίζει πάντα την οδύνη της απώλειας και ο δεσμός με τα κατοικίδιά μας είναι –ή τουλάχιστον πρέπει να είναι– αληθινός και βαθύς», λέει η Τατιάνα Γιομπαζολιά, κλινική ψυχολόγος, ζωοθεραπεύτρια πιστοποιημένη από το Γαλλικό Ινστιτούτο Ζωοθεραπείας και ιδρύτρια της Anima, μέσω της οποίας παρέχεται στήριξη και συναισθηματική ανακούφιση από ειδικούς της ψυχικής υγείας σε άτομα που αναμετρούνται με κάτι τέτοιο. «Το πένθος για τα κατοικίδια εμπίπτει στην κατηγορία του “μη αναγνωρισμένου πένθους”, του υποτιμημένου, μαζί με τον θάνατο νεογνών ή εμβρύων, έναν ακρωτηριασμό, την απώλεια εργασίας, τον χωρισμό, μεταξύ άλλων. Οσοι το βιώνουν δυσκολεύονται να το εκφράσουν, από φόβο ότι θα τους κρίνουν, ενδεχομένως θα τους αποδοκιμάσουν», εξηγεί.
Το πρώτο βήμα, λοιπόν, είναι να αναγνωρίσουμε τα συναισθήματα που μας προκαλεί ο χαμός του ζώου μας, να τα αποδεχθούμε –όχι να τα κρύψουμε ή να τα υποβιβάσουμε– και να τα μοιραστούμε με όσους μας καταλαβαίνουν. Οσο για την απόφαση υιοθεσίας άλλου ζώου; «Πρόκειται για μια απολύτως προσωπική απόφαση, για την οποία δεν υπάρχει σωστό ή λάθος. Πάντως, καλό είναι να γίνει όταν νιώσουμε ότι το νέο ζώο δεν θα αντικαταστήσει αυτό που χάσαμε, αλλά θα πρόκειται για μια καινούργια σχέση με ένα διαφορετικό ζώο», τονίζει η κ. Γιομπαζολιά.
Και τα παιδιά; Πώς θα τα βοηθήσουμε να αντέξουν τον πόνο του αποχωρισμού από το ζώο που υπεραγαπούσαν; «Η διαχείριση της απώλειας έχει να κάνει κυρίως με το αναπτυξιακό στάδιο στο οποίο βρίσκονται. Οι γονείς συνήθως φοβούνται να ανοίξουν τέτοια θέματα συζήτησης μαζί τους, αλλά τα παιδιά έχουν μεγαλύτερη εξοικείωση με την έννοια του θανάτου από όσο νομίζουμε», εξηγεί η κ. Γιομπαζολιά. «Αλλωστε ο θάνατος υπάρχει όχι μόνο στην καθημερινότητά τους (σχολείο, συγγενικό και κοινωνικό περιβάλλον), αλλά και μέσα σε ιστορίες που διαβάζουν, στα παιχνίδια τους, στα δελτία ειδήσεων. Δεν έχει νόημα, λοιπόν, να τους αποκρύπτουμε την αλήθεια. Το να τα συμπεριλαμβάνουμε σε αυτό που συμβαίνει ενισχύει το συναίσθημα της ασφάλειας και της εμπιστοσύνης. Κι αν το ζώο είναι ήδη άρρωστο και ο θάνατός του θεωρείται αναπόφευκτος, καλό είναι να τα προετοιμάσουμε γι’ αυτό που πρόκειται να συμβεί. Είναι επίσης σημαντικό να μην κρύβουν οι γονείς τα συναισθήματά τους. Αφήστε τα παιδιά σας να σας δουν στενοχωρημένους, κλάψτε μπροστά τους και εξηγήστε τους ότι και εσείς πονάτε γιατί σας λείπει το κατοικίδιό σας. Ετσι θα τους δημιουργήσετε τον χώρο που χρειάζονται για να εκφράσουν κι εκείνα τη θλίψη τους».

