Ηταν κάτι που το είχε ζήσει και η ίδια. Οταν οι δυο γονείς της έφυγαν σχεδόν ταυτόχρονα από τη ζωή μέσα στην οικονομική κρίση, η Ματίνα Αγιωργίτη βρέθηκε να κληρονομεί με την αδελφή της ένα τεράστιο διαμέρισμα σ’ ένα από τα αρχιτεκτονικά τοπόσημα των Αθηνών, την πολυκατοικία Λαναρά στη Φωκίωνος Νέγρη. Ηταν γεμάτο αντίκες και παλιά αντικείμενα που είχε συλλέξει η –σπουδαγμένη στην Ελβετία– καλλιτέχνις μητέρα της, η οποία από πολύ νωρίς είχε καταλάβει την αξία της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς. Η οικογένεια είχε αναγκαστεί να μετοικήσει στον Καναδά κατά τη διάρκεια της χούντας λόγω πολιτικών πεποιθήσεων και στα δωμάτια, εκτός από την επίπλωση, υπήρχαν αναμνήσεις, συναισθήματα, όνειρα και ματαιώσεις. Oπως σε κάθε σπίτι, μικρό ή μεγάλο, που περνάει στην επόμενη γενιά. Η αδελφή της θεωρούσε ότι το καλύτερο θα ήταν να πουληθεί το διαμέρισμα με ό,τι είχε μέσα. Η ίδια, αντιθέτως, ήθελε να το κρατήσει ώστε να «περάσει» στα παιδιά της. Μάλιστα, μια από τις δουλειές που είχε κάνει στο παρελθόν –και αρκετά πρόωρα για τα ελληνικά δεδομένα– ήταν να αγοράζει σπίτια σε νησιά όπως η Πάτμος, να τα αποκαθιστά και να τα πουλάει.
Αξιοποίηση, όχι εκποίηση
Ο συμβιβασμός ήταν δύσκολος, χρονοβόρος και έθεσε την καλή αδελφική τους σχέση σε κρίση. Τελικά προτίμησαν να διασώσουν ακριβώς αυτόν τον δεσμό. Η κ. Αγιωργίτη κατέγραψε τα αντικείμενα – από βυζαντινή τέχνη και κοπτικά υφάσματα μέχρι οριενταλιστικούς πίνακες και σημαντικά παλαίτυπα βιβλία. Τα συγκρότησε ως ενιαίο corpus, τη συλλογή Αγιωργίτη. Yστερα αναπαλαίωσε την οικία και την έκανε επισκέψιμη, βρίσκοντας τρόπους ώστε να μπορεί να δημιουργεί εισόδημα μέσα από εκδηλώσεις, γεύματα κ.λπ.
Η εμπειρία αυτή ήταν καταλυτική για να αλλάξει επάγγελμα. «Συνειδητοποίησα, βάζοντας σε τάξη όλα αυτά, ότι πίσω από το ξεκαθάρισμα βρισκόταν η ίδια η οικογενειακή ιστορία, δεσμοί αφοσίωσης, πεποιθήσεις, τραύματα αλλά και πολύτιμη διαγενεακή γνώση. Είναι αυτά τα αόρατα στοιχεία αλλά συχνά παντοδύναμα επειδή καθορίζουν αν η κληρονομιά θα διατηρηθεί, θα κατακερματιστεί ή θα χαθεί. Ιδιαίτερα στη σημερινή Ελλάδα και στην Ευρώπη πολλές οικογένειες αναγκάζονται να πουλήσουν ακίνητα που ανήκαν στην οικογένεια για γενιές διότι δεν υπήρχε πρόβλεψη και σχέδιο. Σε μια τέτοια κατάσταση», συνεχίζει, «δεν μπορεί να σε βοηθήσει ένας δικηγόρος, ένας λογιστής, ένας συμβολαιογράφος ούτε καν ένας ψυχολόγος. Και έτσι από την ίδια τη δική μου ανάγκη γεννήθηκε αυτό που κάνω σήμερα ως heritage coach».
Πλήγμα για τις πόλεις – Ενα σοβαρό τμήμα του αρχιτεκτονικού πλούτου μας καταρρέει λόγω και του ίδιου του κληρονομικού δικαίου, της απουσίας δημιουργικής σκέψης από την πλευρά της πολιτείας και των ενδοοικογενειακών διενέξεων.
Δηλαδή; «Αντιμετωπίζω την κληρονομιά όχι ως μεμονωμένο νομικό ή οικονομικό γεγονός, αλλά ως μια διαρκή ψυχολογική, διαγενεακή, συναισθηματική και πολιτισμική διαδικασία. Συμβουλεύω λοιπόν κληρονόμους για το πώς να διατηρήσουν αποκτήματα που έχουν οικονομική, αρχιτεκτονική και συλλεκτική αξία, με τα οποία ενδεχομένως οι ίδιοι να μη διατηρούν κάποια σύνδεση, έχουν όμως δαπανηρή συντήρηση. Δίχως να ξέρουν να τα διαχειριστούν σωστά, τις περισσότερες φορές τα χάνουν ή τα αφήνουν να ρημάζουν. Διότι σε αυτά ενσαρκώνονται παράλληλα οι προβληματικές σχέσεις με τους γονείς, τους προγόνους και τους συγκληρονόμους, αλλά και η έλλειψη ενός ατομικού και συλλογικού πλάνου για να είναι βιώσιμα».
Το πρόβλημα κατά τη Ματίνα Αγιωργίτη δεν είναι μόνον η ιδιωτική οικονομική απώλεια αν πάνε τα πράγματα στραβά, αλλά το γεγονός ότι μια συλλογή, ένα σπουδαίο οικοδόμημα, ένα κτήμα με παλιούς αμπελώνες, οικογενειακά αρχεία και κειμήλια, ακόμη και μια εταιρεία, συναπαρτίζουν και την οικονομική και πολιτιστική παρακαταθήκη μιας χώρας. «Στην Ελλάδα όπου δεν έχουμε πύργους, όπως οι Γερμανοί και οι Κεντροευρωπαίοι, σατό όπως οι Γάλλοι, ούτε παλάτια όπως οι Ιταλοί, κοιτάξτε τι έχουν απογίνει πολλά από τα νεοκλασικά μας που πέφτουν επειδή συνανήκουν σε πολλούς κληρονόμους. Δεν έχει χάσει η χώρα, αλλά και η Αθήνα από το γεγονός ότι ένα σοβαρό τμήμα του αρχιτεκτονικού πλούτου μας καταρρέει λόγω και του ίδιου του κληρονομικού δικαίου, της απουσίας δημιουργικής σκέψης από την πλευρά της πολιτείας, αλλά και των ενδοοικογενειακών διενέξεων; Το εξ αδιαιρέτου είναι κυρίως ελληνική πατέντα, αλλά και οι χειρότερες κληρονομικές μάχες γίνονται συνήθως σε χώρες της Μεσογείου, όπου και οι οικογενειακές σχέσεις είναι πιο στενές, αλλά και οι γονείς ίσως πιο χειριστικοί».
Χωρίς πρόβλεψη
Η πελατεία της είναι κυρίως στη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη, αλλά και στην Ελλάδα. «Ακόμη και ένα καλό διαμέρισμα στο Παγκράτι μπορεί να έχει τις ίδιες δυσκολίες», επισημαίνει. Διαπιστώνει ότι στη χώρα μας, λόγω των συνθηκών που επικράτησαν τις τελευταίες δεκαετίες, υπάρχει η σιωπηρή εξαφάνιση της οικογενειακής περιουσίας, με πολλές περιπτώσεις ανθρώπων που είχαν σπίτια σε νησιά όπως η Σύρος ή η Υδρα να τα βλέπουν να αλλάζουν χέρια διότι δεν δύνανται να τα συντηρούν επειδή δεν προέβλεψαν το μέλλον. «Και γι’ αυτό, το γεγονός βιώνεται ως πένθος, ρήξη και απώλεια και όχι ως απόφαση στηριγμένη στα οικονομικά δεδομένα ή τη λογική», προσθέτει. Τονίζει πάντως ότι σε άλλες χώρες υπάρχει μεγαλύτερη μέριμνα για τη διαδοχή, αλλά και τα κληρονομικά, πολύ πριν κάποιος φύγει από τη ζωή. «Δεν το συνειδητοποιούμε, αλλά η κληρονομιά δεν ξεκινάει την ημέρα της μεταβίβασης. Ξεκινάει από τη γέννησή μας. Είναι μια μακρά ψυχολογική και συναισθηματική προετοιμασία. Μέσα στην κληρονομιά ενσωματώνονται και τα αισθήματα, οι συγκρούσεις, οι προσδοκίες που έχουμε από τους γονείς μας».
Λόγω του συμφώνου εμπιστευτικότητας με τους πελάτες της δεν μπορεί να αναφερθεί σε ονόματα. Ενα καλό παράδειγμα επιτυχημένης διαχείρισης της κληρονομιάς ήταν ενός πελάτη της από τη Γερμανία, γόνου μεγάλης οικογενείας που διατηρούσε πύργο. Εκείνος ήταν ελεύθερο πνεύμα, μουσικός, που δεν τον ενδιέφερε καθόλου η ακίνητη περιουσία. Ετσι κινδύνευε να τη χάσει, καθώς ήταν μεγάλο το ποσό για τη συντήρησή της. «Μέσα από τις συνεδρίες μας λειάναμε το συναισθηματικό βάρος που είχε έναντι των γονιών του και με ένα business plan ο πύργος άρχισε να έχει έσοδα φιλοξενώντας μουσικές εκδηλώσεις και artist residencies, κάτι που ένωνε τον δικό του δημιουργικό δρόμο με την περιουσία του».
Τρία υποδείγματα «εξ αδιαιρέτου» συνεργασίας

Αίγινα. Τελικά υπάρχουν στην Ελλάδα κληρονόμοι οικοδομημάτων, κτημάτων, βιομηχανικών συγκροτημάτων που έφτιαξαν σχέδιο βιωσιμότητας ώστε να μείνουν στα χέρια τους και ίσως και να περάσουν στις επόμενες γενιές; Να ορισμένα παραδείγματα. Το ατελιέ του Νίκου Νικολάου στην Αίγινα ευτύχησε, όχι μόνο να ζήσει αλλά και να ανθήσει με τη φροντίδα των ανιψιών του –της Δάφνης, της Χριστίνας, του Φίλιππου και του Θοδωρή Ζουμπουλάκη– που συμφώνησαν να το μετατρέψουν σε επισκέψιμο χώρο και κομψό ξενώνα: «Στη δική μας περίπτωση το σημαντικότερο στοιχείο ήταν η ίδια η συλλογή του θείου μας, σημαντικού καλλιτέχνη της γενιάς του ’30. Τώρα εκτίθεται μόνιμα στο σαλόνι του ατελιέ βοηθώντας και τον ξενώνα να γίνει γρήγορα γνωστός και να λειτουργεί με πληρότητα, ώστε να καλύπτονται τα έξοδα διαχείρισης», τονίζει στην «Κ» ο Θοδωρής. Το ευτύχημα ήταν ότι ο ίδιος ως αρχιτέκτων ασχολήθηκε προσωπικά με το εγχείρημα, ενώ όλοι οι κληρονόμοι, τα τέσσερα ανίψια της Αγγέλας Νικολάου, συμφώνησαν να παραμείνει η συλλογή με πολλά έργα από όλες τις περιόδους του καλλιτέχνη ακέραια.

Μάνη. Αλλο ένα εξαιρετικά επιτυχημένο παράδειγμα είναι ένα πέτρινο κτιριακό συγκρότημα εμπορικών αποθηκών του 1870 στον Γερολιμένα της Μάνης, που μετατράπηκε στο ξενοδοχείο Κυρίμαι και λειτουργεί εδώ και πολλά χρόνια. «Δημιουργήσαμε χώρους φιλοξενίας και εστίασης που εξυπηρετούν τις σύγχρονες ανάγκες, διατηρώντας αναλλοίωτη τη μανιάτικη ταυτότητα και την αυθεντική αισθητική του τόπου», τονίζει ο Αλέξανδρος Κυρίμης, που συμπληρώνει: «Η δημιουργία σαφούς πλαισίου ρόλων και κοινού οράματος μεταξύ των μελών της οικογενείας επέτρεψε την αρμονική συνδιαχείριση του Κυρίμαι. Οι διαφορετικές απόψεις μετατράπηκαν σε δημιουργική συνεργασία για το μέλλον του χώρου».

Λαγονήσι. Ενα ακόμη ωραίο παράδειγμα είναι ο Πύργος Μελισσουργού του 17ου αιώνα στο Λαγονήσι. Είναι μία από τις παλαιότερες, ίσως και πιο ιστορικές, ιδιωτικές κατοικίες στην Ελλάδα, που διατηρούνται ακόμη σε άριστη κατάσταση και ανήκει στην ίδια οικογένεια από το 1836. Το ευρύτερο κτήμα στο οποίο περιλαμβάνεται η ιστορική κατοικία, υπήρξε στο παρελθόν παραγωγικό στον αγροτικό τομέα, με εντατική ελαιοκαλλιέργεια, αμπελουργία και καλλιέργεια σιταριού, δραστηριότητα που σταμάτησε από το 1965. Εχοντας περάσει μια περίοδο 40 ετών αδράνειας, λόγω προηγούμενων κληρονομικών προβλημάτων, αποφασίστηκε από τον σημερινό κληρονόμο μία νέα μορφή εκμετάλλευσης, προκειμένου να καλύπτονται τα μεγάλα έξοδα συντήρησης της κατοικίας και του κτήματος. Ετσι γεννήθηκε η ιδέα της δημιουργίας ενός χώρου κοινωνικών και εταιρικών εκδηλώσεων, που θα συνδύαζε τη μοναδική ιστορικότητα του κτιρίου, με τις σύγχρονες υποδομές και υπηρεσίες, με απόλυτο όμως σεβασμό στα κτίρια και στο φυσικό περιβάλλον. Οπως εξηγεί ο Γιώργος Μελισσουργός: «Οταν το ρεύμα και το νερό ήρθαν στην περιοχή στα τέλη της δεκαετίας του ’60, η κατοικία απλώς συνδέθηκε με τα αντίστοιχα δίκτυα. Ολα τα υπόλοιπα εντός έχουν παραμείνει όπως ήταν πριν από σχεδόν δύο αιώνες και δεν έχει προστεθεί ούτε καν θέρμανση. Οι παλιές μαντεμένιες σόμπες και τα έπιπλα των προγόνων μεταφέρουν αυτόματα τον επισκέπτη σε μια άλλη εποχή. Μόνο για τις νέες επαγγελματικές ανάγκες, ως χώρος εκδηλώσεων, δύο παλιές αποθήκες του κήπου έχουν ανακαινιστεί εκ βάθρων».

