Την απόφαση να μπει στις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ η Εύη Πούμπουρας την είχε πάρει στα κρυφά. Η ιδέα τής μπήκε όταν έκανε πρακτική σε ένα πολιτικό γραφείο και έμαθε για μια γυναίκα πράκτορα που ακολουθούσε παντού την τότε Πρώτη Κυρία, Χίλαρι Κλίντον. Oταν τελικά, το 2000, έκανε τα χαρτιά της και ξεκίνησε το περιβόητο vetting –ο εξονυχιστικός έλεγχος στο παρελθόν της– αναγκαστικά ζήτησε από τους Ελληνες γονείς της διάφορα έγγραφα. «Μην κάνεις καν την προσπάθεια. Δεν ψάχνουν άτομα σαν και εσένα», της είπε ο πατέρας της. Εκείνη δεν αντέδρασε. Ηταν ήδη στην ακαδημία για να γίνει αστυνομικός και ήξερε πως οι γονείς της ζούσαν τον χειρότερο εφιάλτη τους.
Κλέφτης στο σπίτι
Ο πατέρας της είχε μεταναστεύσει στην Αμερική στα 30 του –ναυτικός από τη Χίο– και η μητέρα της στα 19 από το Κιλκίς. Εκαναν ένα σωρό δουλειές και θυσίες για να μεγαλώσουν την Εύη και τον αδελφό της. Είχαν ζήσει την έντονη εγκληματικότητα εκείνης της εποχής και ήταν υπερπροστατευτικοί. «Σε εμένα όμως αυτό είχε το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα. Είχα καταπιεστεί τόσο πολύ, που έγινα ατρόμητη», λέει στην «Κ». Θυμάται μια Κυριακή που, μαζί με τον αδελφό της, βοηθούσαν τους γονείς να καθαρίζουν γραφεία. Φτάνοντας σπίτι, συνειδητοποίησαν πως υπήρχε μέσα κλέφτης. Η μητέρα της πανικοβλήθηκε – εκείνη, χωρίς δεύτερη σκέψη, όρμηξε να τον κυνηγήσει.
Ακόμη και όταν πέρασε με επιτυχία την απαιτητική εκπαίδευση και τις εξετάσεις και έγινε πράκτορας, για χρόνια οι γονείς της το έκρυβαν στον κοινωνικό τους περίγυρο. «Eλεγαν πως δουλεύω ως γραμματέας σε κάποιο γραφείο. Η μητέρα μου άρχισε να το αποδέχεται όταν έμαθε πως εργάζομαι στον Λευκό Οίκο, στην προεδρική φρουρά», λέει. Ο πατέρας της, πάλι, εντυπωσιάστηκε μόνο όταν έμαθε πως προστατεύει και Eλληνες πολιτικούς –από τον Σημίτη και τον Παπανδρέου μέχρι τον Τσίπρα– κατά τις επισκέψεις τους στην Αμερική. «Με ρωτούσε με ενθουσιασμό εάν τα “είπαμε”. Του εξηγούσα ότι σπάνια μιλάμε, αλλά και ότι, αν ακούσω οτιδήποτε, απαγορεύεται να το μεταφέρω».
Στην προεδρική φρουρά ήταν μία από τις 15 γυναίκες ανάμεσα σε περίπου 300 άνδρες. «Εκεί συνειδητοποίησα πως οι ήρωες της ελληνικής μυθολογίας και Ιστορίας με τους οποίους μεγάλωσα ήταν όλοι άνδρες», λέει γελώντας. «Μικρή έβλεπα τον εαυτό μου σ’ αυτούς. Μεγαλώνοντας, όμως, κατάλαβα πως έπρεπε να παλέψω διπλά για να κερδίσω τη θέση μου». Υπήρχαν πολλοί που ένιωθαν ότι δεν ανήκει στην Υπηρεσία. Κάποια στιγμή, μάλιστα, ένας συνάδελφός της το είπε ξεκάθαρα πως ως γυναίκα περνούσε επιεικέστερες εξετάσεις. «Τότε άρχισα να γυμνάζομαι ακόμη πιο σκληρά για να μπορώ να αποδίδω ακριβώς στο δικό τους επίπεδο. Εννοείται πως όταν τα κατάφερα, υπήρχαν εκείνοι που έλεγαν: “Α, είναι μινιόν, προφανώς κάνει έλξεις στο μονόζυγο σαν άνδρας”. Πλέον όμως δεν με ένοιαζε. Δεν ήμουν γυναίκα πράκτορας. Αλλά ειδική πράκτορας».
Ανθρώπινη «ασπίδα» – Με τους προέδρους δεν γινόμαστε φίλοι. Ελάχιστα μιλάμε. Αλλά ξέρουν πως είμαστε έτοιμοι να δώσουμε τη ζωή μας – έχουμε εκπαιδευθεί την κρίσιμη στιγμή να «μεγαλώνουμε» το σώμα μας μπροστά τους για να δεχθούμε εμείς την επίθεση.
Σκοπιά στο χιόνι
Στον τομέα προεδρικής προστασίας, στην Ουάσιγκτον, εναλλασσόταν ανάμεσα σε δύο ομάδες – πρόληψης και αντίδρασης. Eχει πολλές ιστορίες – από την ορκωμοσία του Τζορτζ Μπους το 2005, όπου στεκόταν 12 ώρες με μια λεπτή καμπαρντίνα στο πολικό ψύχος, τη φύλαξη της κατοικίας του αντιπροέδρου Ντικ Τσένι μέσα σε χιονοθύελλα και τα βράδια έξω από το Οβάλ Γραφείο, όταν ο πρόεδρος Ομπάμα δούλευε μέχρι αργά, αλλά και δύσκολες αποστολές στο εξωτερικό. Υπήρχαν, βέβαια, και χαλαρές, αστείες στιγμές. Σε ένα από τα ταξίδια στη Χαβάη με την οικογένεια Ομπάμα, ο επικεφαλής τούς είπε μέσα στο Air Force One πως ο πρόεδρος ήθελε όλοι να φορέσουν κάτι τεράστια χαβανέζικα πουκάμισα για να περνούν απαρατήρητοι. «Αφεντικό, εσείς θα φαίνεστε ωραίοι, εγώ όμως γελοία», του είπε. Την άφησε να φορέσει τα δικά της ρούχα, αλλά το επόμενο πρωί, στο πρωινό, ο Ομπάμα τη φώναξε και τη ρώτησε με παράπονο πού είναι το πουκάμισό της. «Δεν ήθελα να του χαλάσω χατίρι και τελικά το φόρεσα», λέει γελώντας.

«Με τους προέδρους δεν γινόμαστε φίλοι. Ελάχιστα μιλάμε. Αλλά ξέρουν πως είμαστε έτοιμοι να δώσουμε τη ζωή μας για να τους προστατεύσουμε – έχουμε εκπαιδευθεί την κρίσιμη στιγμή να “μεγαλώνουμε” το σώμα μας μπροστά τους για να δεχθούμε εμείς την επίθεση. Αυτό δημιουργεί μια ιδιαίτερη σχέση», λέει. Δεν επιτρέπεται να μιλήσει για συγκεκριμένα επικίνδυνα περιστατικά που έχουν συμβεί. «Η προστασία πάντως δεν είναι μόνο σωματική, αλλά και ψυχολογική», συμπληρώνει. «Σε μια αυτοκινητοπομπή με την Πρώτη Κυρία, Μισέλ Ομπάμα, παρατήρησε μια ομάδα που κρατούσε ρατσιστικές πινακίδες εναντίον της. «Εξοργίστηκα και προσπάθησα να κατευθύνω το βλέμμα της αλλού. Δεν τα κατάφερα. Τις είδε, αλλά ήταν σαν μην τις είδε. Δεν είχε καμία απολύτως αντίδραση».
Υστερα από οκτώ χρόνια στην προεδρική φρουρά έγινε ανιχνεύτρια ψεύδους με πολυγράφο για την Υπηρεσία και την έστελναν συχνά σε όλη τη χώρα για να βοηθήσει τα τοπικά σώματα ασφαλείας σε εν εξελίξει έρευνες αλλά και συλλήψεις. «Το πιο δύσκολο δεν είναι όταν κάποιος σε σημαδεύει –έχει συμβεί– αλλά όταν εσύ αναγκαστείς να βγάλεις το όπλο σου. Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου πρέπει να αξιολογήσεις τα δεδομένα και να πάρεις μια απόφαση που μπορεί να αλλάξει τα πάντα». Δεν θέλει να επεκταθεί στα όσα συμβαίνουν «στην πολωμένη Αμερική», αλλά επιμένει ότι είναι άλλο να βλέπεις εκ των υστέρων τα βίντεο και άλλο να πρέπει να πάρεις μια απόφαση εκείνο το δευτερόλεπτο. «Είναι μια πολύ δύσκολη κατάσταση. Εχει μπει κακώς η πολιτική μέσα στα σώματα και από τις δύο πλευρές».
Με την «Τιρκουάζ»
Στην υπηρεσία έμεινε συνολικά 13 χρόνια. Η καριέρα της επηρέασε αναπόφευκτα και την προσωπική της ζωή. Το πρόγραμμα ήταν τόσο βαρύ και αυστηρό, που ακόμη και για να βγει ένα ραντεβού έπρεπε να ζητήσει συγκεκριμένη άδεια από τον διευθυντή, μέρες νωρίτερα (όπως λέει δεν είναι τυχαίο που παντρεύτηκε πράκτορα). Υπήρξε βέβαια και ένα διάστημα που ήταν επικεφαλής της ομάδας προστασίας της «Τιρκουάζ» – της κόρης του Μπους, Μπάρμπαρα (την κωδική ονομασία είχε επιλέξει η ίδια η Μπους). Πήγαινε παντού μαζί της –σε συναυλίες, ταξίδια, εξόδους– και έκανε πολλά από αυτά που έκαναν οι παρέες της.

Την προσευχή μου την έκανα στα ελληνικά
Τα τελευταία χρόνια, πλέον εκτός υπηρεσίας, δουλεύει στην τηλεόραση ως αναλύτρια, έχει γράψει ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο υπό τον τίτλο «Γίνε Aτρωτος», μεγαλώνει την τρίχρονη κόρη της, στην οποία μιλάει αποκλειστικά ελληνικά και περιμένει σε λίγους μήνες τη δεύτερη κόρη της. Βρεθήκαμε στην Αθήνα, όπου είχε έρθει να δει συγγενείς και να δώσει μια ομιλία – όπως λέει, νιώθει πως όσο μεγαλώνει, ξαναγυρίζει όλο και περισσότερο στο παρελθόν και στην ελληνική ταυτότητα. «Κάθε καλοκαίρι, όταν έκλειναν τα σχολεία, ερχόμασταν στο χωριό με τη γιαγιά. Hταν βέβαια πολιτισμικό σοκ. Eφευγα από τη Νέα Υόρκη και βρισκόμουν στο χωριό μας στο Κιλκίς, όπου κάναμε μπάνιο σε μια στέρνα και η τουαλέτα ήταν έξω από το σπίτι. Στην Αμερική πολλές φορές μου έκαναν καψώνια για το επίθετό μου, σχόλια για την προφορά μου. Παρ’ όλα αυτά, πατρίδα μου ήταν και η Ελλάδα», λέει. Oταν έπεσαν οι Δίδυμοι Πύργοι, δούλευε στο γραφείο της Μυστικής Υπηρεσίας στη Νέα Υόρκη και έτρεξε να βοηθήσει. Oταν κατέρρευσε και ο δεύτερος πύργος, εγκλωβίστηκε και ήταν σίγουρη πως θα πεθάνει. «Εκείνη τη στιγμή, την προσευχή μου στα ελληνικά την έκανα», θυμάται. Μια Ελληνίδα φίλη σκοτώθηκε εκείνη την ημέρα και για καιρό προσπαθούσε να διαχειριστεί το ότι εκείνη επέζησε. Oταν την κάλεσαν για να της ανακοινώσουν ότι η Μυστική Υπηρεσία επρόκειτο να της απονείμει παράσημο ανδρείας, εκείνη το απέφυγε. «Τους είπα πως θα είμαι στην Ελλάδα και να το παραλάβει κάποιος άλλος. Και πράγματι, γύρισα σπίτι και έκλεισα εισιτήρια για την Ελλάδα».

Χίος και Τουρκία
Το βιβλίο που έγραψε αποφάσισε να το κλείσει με μια εμπειρία που την έχει σημαδέψει – ένα φόρο τιμής στον πατέρα της, τον οποίο έχασε πριν από μερικά χρόνια. Eγραψε για ένα ταξίδι τους στη Χίο, όπου της μίλησε πρώτη φορά για τη Σφαγή από τους Τούρκους, για τις θυσίες των προγόνων τους. Το βιβλίο είχε μεγάλη επιτυχία, μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε σε πολλές χώρες και η τελευταία συμφωνία που έκανε ήταν με εκδοτικό οίκο στην Τουρκία. Πήρε προκαταβολή, έγινε η μετάφραση, αλλά λίγο πριν ολοκληρωθεί η έκδοση, της έστειλαν μήνυμα πως θα πρέπει να αλλάξει κάποια πράγματα στο κεφάλαιο για τη Χίο. «Είμαστε φίλοι τώρα. Ας μην αναφερόμαστε σε αυτά τα θέματα», της έγραψαν. Ζήτησε να δει τις αλλαγές που πρότειναν και τότε ήρθε νέο μήνυμα, «ότι τελικά θα πρέπει να βγει τελείως» το επίμαχο απόσπασμα. «Δεν υπήρχε ούτε μια περίπτωση να το δεχθώ. Θα ήταν σαν να ξεπουλάω όχι μόνο τον εαυτό μου, αλλά και την πατρίδα μου», λέει στην «Κ». «Eστειλα πίσω την προκαταβολή και τους είπα πως η έκδοση δεν θα προχωρήσει».

