Με καταγωγή από την Τουρκία, έχει ήδη συμπληρώσει οκτώ χρόνια στην Ελλάδα έχοντας λάβει πολιτικό άσυλο το 2019. Εκτοτε ανανέωσε μία φορά την άδεια διαμονής του το 2022 και κατέθεσε εκ νέου τον φάκελό του πριν από το καλοκαίρι του 2025. Δεν είχε ανησυχήσει. Τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγός του και οι κόρες τους ένιωθαν πια την Ελλάδα σπίτι τους, έχοντας ενσωματωθεί πλήρως. Εκείνος διατηρεί εδώ κατασκευαστική εταιρεία με έργα σε εξέλιξη, τα κορίτσια πάνε σχολείο – η μεγάλη είναι σε ελληνική ομάδα ενόργανης γυμναστικής με σημαντικές διακρίσεις στο εξωτερικό.
«Πίστευα ότι σε τρεις – τέσσερις μήνες θα ανανεωνόταν η άδεια διαμονής. Οτι θα ήταν μια τυπική γραφειοκρατική διαδικασία», λέει στην «Κ». Ο καιρός όμως περνούσε και δεν είχε κάποιο νέο. Υστερα από επτά μήνες, αρχές Νοεμβρίου, χτύπησε το τηλέφωνο. Βλέποντας το όνομα της δικηγόρου στην οθόνη, βγήκε ενστικτωδώς στο μπαλκόνι για να μιλήσει. «Για κάποιο λόγο ένιωσα πως θα μου πει κάτι κακό και δεν ήθελα να αναστατώσω την οικογένεια», θυμάται. Η δικηγόρος τού ανακοίνωσε ότι θα γίνει ανάκληση του ασύλου, αλλά ότι το ερευνά και θα το προσβάλουν. Να μην ανησυχεί. «Στην αρχή δεν πανικοβλήθηκα. Κυρίως γιατί δεν ήξερα τι σημαίνει η λέξη “ανάκληση”», λέει γελώντας. Οταν έκλεισαν, πληκτρολόγησε τον όρο στον μεταφραστή του κινητού του. «Τότε ένιωσα να χάνω τη γη κάτω από τα πόδια μου», θυμάται.
Τι είχε συμβεί;
Στο ραντεβού με τους δικηγόρους του, Ομφάλη Μιγαδάκη και Aνθιμο Σιδέρη, του είπαν πως το μοναδικό «στοιχείο» που τους είχε κοινοποιηθεί ήταν ότι θεωρείται απειλή για την εθνική ασφάλεια. «Μπορείς να σκεφθείς τι έχει συμβεί;», τον ρώτησαν. «Οχι. Πληρώνω κανονικά τους φόρους μου, μένω στο ίδιο διαμέρισμα εδώ και επτά χρόνια, πάντα πληρώνω στην ώρα μου το ενοίκιο και τα κοινόχρηστα. Το μοναδικό μου παράπτωμα είναι μία κλήση για παράνομη στάθμευση. Αλλά την πλήρωσα την ίδια ημέρα», απάντησε, προσπαθώντας να αστειευθεί. Οι δικηγόροι, όμως, που τον γνωρίζουν από όταν πρωτοήρθε στην Ελλάδα, έβλεπαν ότι ήταν αγχωμένος. «Ισως έχει σταλεί κάτι από την Τουρκία», σχολίασαν. «Προφανώς. Αλλά αυτά για τα οποία με κατηγορούν είναι και ο λόγος που πήρα άσυλο εξαρχής», τους απάντησε.
Το 2025 οι ελληνικές αρχές ζήτησαν την ανάκληση του καθεστώτος ασύλου συνολικά 44 Τούρκων για λόγους εθνικής ασφαλείας και δημόσιας τάξης, όπως σημειώνεται στα επίσημα έγγραφα. Ηταν ο μεγαλύτερος αριθμός τα τελευταία χρόνια – το 2024 είχε ανακληθεί το άσυλο για τον ίδιο λόγο σε δύο Τούρκους και το 2023 μόλις σε έναν. Σε τρεις περιπτώσεις που τέθηκαν εις γνώσιν της «Κ» (μεταξύ τους και εκείνη του Τούρκου που μοιράστηκε την ιστορία του), η Υπηρεσία Ασύλου ζητεί την ανάκληση της διεθνούς προστασίας επικαλούμενη τρία κοινά απόρρητα έγγραφα, με ημερομηνίες από τον Αύγουστο έως τον Οκτώβριο του 2025. Και οι τρεις διώκονται στη γειτονική χώρα ως γκιουλενιστές και γι’ αυτό είχαν λάβει προ ετών διεθνή προστασία στην Ελλάδα. Τα αιτήματά τους να ενημερωθούν για το περιεχόμενο των εγγράφων απορρίφθηκαν. Κατά μία ερμηνεία, οι ημερομηνίες των εγγράφων με βάση τα οποία εκδιώκονται από την Ελλάδα ακολουθούν χρονικά μια σειρά από συλλήψεις και αιματηρά επεισόδια μεταξύ μελών της τουρκικής μαφίας. Διαφορετικές πηγές υπηρεσιών ασφαλείας, πάντως, βεβαίωσαν στην «Κ» ότι στη λίστα των Τούρκων για τους οποίους ζητείται τους τελευταίους μήνες ανάκληση του ασύλου υπάρχουν πρόσωπα που δεν συνδέονται με την τουρκική μαφία ή εξτρεμισμό – κάποιοι είχαν απασχολήσει για πλαστά έγγραφα.
«Μπαμπά, έχεις πόδια» – Δύο χρόνια μετά την απόπειρα πραξικοπήματος στην Τουρκία επανενώθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα. «Οι μικρές μου κόρες με ήξεραν μόνο μέσα από την οθόνη – όταν με είδαν, η μια μου είπε “μπαμπά, έχεις και πόδια”».
Η περιπέτειά του
Ο πρόσφυγας που μίλησε στην «Κ» είχε φύγει από την πατρίδα του τέσσερις ημέρες μετά την απόπειρα πραξικοπήματος του 2016, όταν η δίωξη των γκιουλενιστών –του κινήματος στο οποίο ανήκει– θεωρείτο πλέον δεδομένη. Ενας συνεταίρος του τον έπεισε να ταξιδέψει στην Αφρική, όπου είχε ήδη ξεκινήσει ένα κατασκευαστικό έργο. Το συζήτησε με τη σύζυγό του και αποφάσισαν να μην τον ακολουθήσει με τα παιδιά: είχε μόλις γεννήσει, η μεγάλη κόρη πήγαινε σχολείο, δεν υπήρχε χρόνος να οργανωθούν και η κατάσταση ήταν τελείως ρευστή. Ταξίδεψε μόνος και μία εβδομάδα αργότερα οι φόβοι του επιβεβαιώθηκαν. «Μου ήρθε μήνυμα ότι το διαβατήριό μου έχει ακυρωθεί και ότι έπρεπε να παρουσιαστώ σε αστυνομικό τμήμα», λέει. Αστυνομικοί έκαναν επανειλημμένες έρευνες στο σπίτι της οικογένειάς του στην Τουρκία, παράλληλα άνοιξε δικαστική υπόθεση –σε εξέλιξη μέχρι σήμερα– στην οποία κατηγορείται, όπως εκατοντάδες χιλιάδες ακόμη Τούρκοι πολίτες, ως «τρομοκράτης» για συμμετοχή στο κίνημα Γκιουλέν – του άλλοτε συμμάχου του Ερντογάν, που στη συνέχεια θεωρήθηκε και κατηγορήθηκε ως ενορχηστρωτής του πραξικοπήματος.
Οι επόμενοι μήνες ήταν δύσκολοι. Η οικογένειά του πίσω στην Τουρκία ζούσε υπό πίεση και κοινωνική απομόνωση, ακόμη και από συγγενείς. Εκείνος αναζητούσε τρόπο να τους φέρει κοντά του, αλλά δεν είχαν πλέον διαβατήρια και εκείνος φοβόταν να ταξιδέψουν μόνες τους με διακινητές. Oταν έμαθε ότι ένας συγγενής του θα περνούσε στην Ελλάδα μέσω Εβρου, πήρε την απόφαση: πλήρωσε το αντίτιμο και ταξίδεψε και ο ίδιος στην Αθήνα για να τις παραλάβει. Στις 10 Αυγούστου 2018 βρέθηκαν ξανά, ύστερα από δύο χρόνια. «Ηταν πολύ συγκινητικό. Οι μικρές μου κόρες με ήξεραν μόνο μέσα από την οθόνη – όταν με είδαν, η μια μου είπε με ενθουσιασμό “μπαμπά, έχεις και πόδια”».
Εγκαταστάθηκαν αρχικά σε ένα διαμέρισμα στην Πατησίων και άρχισε να οργανώνεται – να κάνει μαθήματα ελληνικών και επαφές για να διερευνήσει επαγγελματικές ευκαιρίες. «Από τη φύση μου είμαι πρακτικός και δεν το βάζω κάτω. Oμως έβλεπα το αδιέξοδο – σε μια χώρα που έβγαινε από βαθιά οικονομική κρίση, δεν γίνονταν κατασκευές και οι μισθοί ήταν χαμηλοί». Αποφάσισαν να φύγουν από την Ελλάδα για άλλη χώρα, αλλά στο αεροδρόμιο εκείνος συνελήφθη επειδή δεν είχε έγκυρα ταξιδιωτικά έγγραφα. «Το πρώτο βράδυ όταν έκλεισε η πόρτα στο κρατητήριο, ένιωσα τους τοίχους να με πλακώνουν», θυμάται. «Συνειδητοποίησα όμως μετά από τρεις μήνες κρατούμενος πως τελικά όλα συνηθίζονται. Βοήθησε στο ότι επικεντρωνόμουν στα θετικά. Οι αστυνομικοί μου φέρονταν με καλοσύνη, είχα χρόνο να διαβάσω και μπορούσε να επισπευσθεί η διαδικασία ασύλου – σε μια περίοδο που οι αιτήσεις έπαιρναν ημερομηνίες συνέντευξης τέσσερα ή πέντε χρόνια αργότερα».
Υποβλήθηκε σε τρεις συνεντεύξεις, κατέθεσε αναλυτικά την ιστορία του και τελικά του χορηγήθηκε πολιτικό άσυλο. «Μου δώσατε την ελευθερία μου», λέει. Θυμάται την ημέρα που γύρισε στο σπίτι. Η σύζυγός του είχε ετοιμάσει το αγαπημένο φαγητό του –σαφρίδια με μαϊντανό και κρεμμύδι– και εκείνος αισθανόταν για πρώτη φορά μετά καιρό ασφαλής και ευτυχισμένος. «Παρότι ήξερα ότι τίποτα δεν θα είναι εύκολο, ένιωθα πως μπορώ να κάνω σχέδια. Επτά χρόνια αργότερα, φοβάμαι πως μπορεί να βρεθώ ξανά στο μηδέν». Οι δικηγόροι κατέθεσαν άμεσα το πρώτο υπόμνημα προς το υπουργείο Μετανάστευσης – το οποίο απορρίφθηκε. Τώρα έχουν κάνει προσφυγή, χωρίς ακόμη να έχουν κάποια πληροφορία για τους λόγους που αποτελεί ο εντολέας τους απειλή για τη δημόσια τάξη – η υπόθεση θα συζητηθεί από την επιτροπή στις αρχές Φεβρουαρίου.
Ο πρώην υπαξιωματικός
Μεταξύ εκείνων για τους οποίους ανακαλείται το άσυλο είναι ένας πρώην υπαξιωματικός της τουρκικής στρατοχωροφυλακής. Διώχθηκε ως γκιουλενιστής και αποτάχθηκε από το Σώμα το καλοκαίρι του 2016, δύο εβδομάδες μετά την απόπειρα πραξικοπήματος. Συνελήφθη και βγήκε από τη φυλακή δύο χρόνια αργότερα, όταν η ποινή του στο Εφετείο μειώθηκε σε επτά χρόνια και έξι μήνες. Στο τουρκικό κατηγορητήριο σημειώνεται ως επιβαρυντικό στοιχείο εις βάρος του το γεγονός ότι χρησιμοποιούσε στο κινητό την εφαρμογή ByLock, την οποία επιλέγουν «για μυστική επικοινωνία […] τα μέλη της τρομοκρατικής οργάνωσης FETO/PDY», όπως ονομάζεται το κίνημα Γκιουλέν. Η Τουρκία έχει καταδικαστεί επανειλημμένως από το ΕΔΔΑ για την αυθαίρετη σύνδεση της συγκεκριμένης εφαρμογής με αντικαθεστωτικούς.
Ο πρώην υπαξιωματικός διέφυγε στην Ελλάδα το 2020, από όπου ζήτησε και πήρε πολιτικό άσυλο. Τα επόμενα χρόνια ολοκλήρωσε μαθήματα ελληνικής γλώσσας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και δραστηριοποιήθηκε στο λιανεμπόριο τροφίμων. Με τη σύζυγό του μεγαλώνουν σήμερα την κόρη τους, που γεννήθηκε το 2024. «Καλούμαι […] να αποδείξω ότι δεν συνιστώ κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια, χωρίς να μου γνωστοποιούνται οι λόγοι εθνικής ασφάλειας, κατ’ αυθαίρετη αντιστροφή του βάρους απόδειξης», αναφέρει.
Δεν εγκρίνονται νέες αιτήσεις
Την ίδια στιγμή, τα τελευταία χρόνια έχει μειωθεί σημαντικά το ποσοστό των αιτημάτων ασύλου Τούρκων που γίνονται δεκτά σε πρώτο βαθμό. Σύμφωνα με στοιχεία που τέθηκαν υπόψη της «Κ», το 2023 έγινε δεκτό το 12,2% των αιτημάτων. Το αντίστοιχο ποσοστό το 2025 μειώθηκε στο 1,6%. Εκτός από γκιουλενιστές, αντικαθεστωτικούς και Τούρκους κουρδικής καταγωγής-μέλη του PKK, τα τελευταία χρόνια υπήρξαν περιπτώσεις προσώπων που ζήτησαν άσυλο και αργότερα κατηγορήθηκαν για συμμετοχή σε ομάδες της τουρκικής μαφίας. «Η εξέταση των αιτημάτων διεθνούς προστασίας αυστηροποιήθηκε, οδηγώντας σε μείωση χορηγήσεων ασύλου, ως απόρροια της στενής συνεργασίας της Υπηρεσίας Ασύλου με τις αρχές ασφαλείας, ώστε να αποφεύγονται φαινόμενα κατάχρησης από άτομα με παραβατικό προφίλ», σχολίασε ο διοικητής της Υπηρεσίας Ασύλου, Μάριος Καλέας.
Οι αριθμοί
44 ανακλήσεις ασύλου Τούρκων προσφύγων έγιναν το 2025 «για λόγους εθνικής ασφάλειας και δημόσιας τάξης». Το 2024 είχαν γίνει δύο και το 2023 μία.

