Πόσοι γνωρίζουν ότι αυτή τη στιγμή συζητιέται ένα νομοσχέδιο που δεν αφορά μόνο το μεταναστευτικό, αλλά τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες μπορούν να μιλούν, να οργανώνονται και να ασκούν κριτική;
Ενα νέο νομοσχέδιο του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου βρίσκεται ήδη σε δημόσια συζήτηση, χωρίς να έχει γίνει ευρέως αντιληπτό τι ακριβώς περιλαμβάνει και ποιους τελικά αφορά. Κι όμως, οι συνέπειές του δεν περιορίζονται στις οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στο πεδίο της ανθρωπιστικής βοήθειας, αλλά αγγίζουν τον ίδιο τον χώρο της δημόσιας έκφρασης και της συλλογικής δράσης και έχουν προεκτάσεις για όλη τη δημόσια ζωή.
Η δημοκρατία δεν καταλύεται με ένα διάταγμα. Υπονομεύεται αργά, μέσα από νομοθετικές παρεμβάσεις, ρητορικές και «τεχνικές» ρυθμίσεις που παρουσιάζονται ως αναγκαίες για την ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη. Ενα από τα πιο ανησυχητικά σημάδια αυτής της διάβρωσης είναι η συστηματική στοχοποίηση των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών και, κυρίως, όσων μιλούν δημόσια, ασκούν κριτική και υπερασπίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Η δημόσια υπεράσπιση αρχών, αξιών και δικαιωμάτων δεν είναι πολυτέλεια. Είναι βασικό στοιχείο των κοινωνιών που σέβονται τα δικαιώματα. Η τεκμηριωμένη κριτική και η μαρτυρία απέναντι σε παραβιάσεις δεν συνιστούν απειλή για το κράτος δικαίου. Είναι ο τρόπος με τον οποίο οι κοινωνίες ελέγχουν την εξουσία και βελτιώνονται. Όταν όμως οργανώσεις και πολίτες που μιλούν δημόσια παρουσιάζονται ως «επικίνδυνοι», «ύποπτοι» ή «εχθρικοί προς το κράτος», η δημόσια έκφραση παύει να θεωρείται δικαίωμα και μετατρέπεται σε λόγο δίωξης.
Αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα στο νέο νομοσχέδιο. Με τις προτεινόμενες διατάξεις των άρθρων 15 και 16, η ιδιότητα του δράστη ως μέλους Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης προστίθεται στις επιβαρυντικές περιστάσεις των αδικημάτων της διευκόλυνσης παράνομης εισόδου, εξόδου, διαμονής ή διέλευσης υπηκόων τρίτων χωρών, όταν μάλιστα η ΜΚΟ είναι εγγεγραμμένη στο Μητρώο του ίδιου του Υπουργείου.
Η απάντηση ότι δεν ποινικοποιείται η συμμετοχή σε ΜΚΟ, αλλά μόνο η παράνομη διακίνηση ανθρώπων, και ότι η αυστηρότερη ποινή αφορά αποκλειστικά όσους αποδεδειγμένα λειτουργούν ως διακινητές δεν αρκεί. Το κρίσιμο ζήτημα δεν κρίνεται από τη διακηρυγμένη πρόθεση, αλλά από την ίδια τη νομική κατασκευή της διάταξης. Για την εφαρμογή της επιβαρυντικής περίστασης δεν απαιτείται καμία άλλη ουσιαστική προϋπόθεση: ούτε οικονομικό όφελος, ούτε πρόθεση εκμετάλλευσης, ούτε συγκεκριμένος τρόπος τέλεσης. Αρκεί αποκλειστικά και μόνο η ιδιότητα.
Ετσι, η συμμετοχή σε μια νόμιμα εγγεγραμμένη και ελεγμένη οργάνωση παύει να λειτουργεί ως στοιχείο διαφάνειας και μετατρέπεται σε παράγοντα αυξημένης ποινικής απαξίας. Στην πράξη στοχοποιείται όχι μόνο μια ενδεχόμενη παράνομη πράξη, αλλά ολόκληρος ο ρόλος όσων δραστηριοποιούνται δημόσια, ασκούν κριτική, καταγράφουν παραβιάσεις, συνοδεύουν ανθρώπους χωρίς πολιτική ισχύ και ζητούν λογοδοσία, σε σαφή απόκλιση από το ευρωπαϊκό δίκαιο, που επιτρέπει να μην επιβάλλονται κυρώσεις όταν η πράξη συνδέεται με ανθρωπιστική βοήθεια.
Η Ειδική Εισηγήτρια του ΟΗΕ για την Ελευθερία της Εκφρασης, Irene Khan, και η Ειδική Εισηγήτρια για τους Υπερασπιστές Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Mary Lawlor, έχουν τονίσει ότι η στοχοποίηση και η φίμωση των υπερασπιστών δημιουργεί ατμόσφαιρα φόβου και συνιστά σοβαρή απειλή για τις δημοκρατικές κοινωνίες.
Παράλληλα, η θεσμική στοχοποίηση συνοδεύεται από ευρύτερη επικοινωνιακή απαξίωση. Καλλιεργείται κλίμα δυσπιστίας απέναντι στις ΜΚΟ και σε όσους μιλούν για διεθνές δίκαιο ή ανθρώπινα δικαιώματα. Οι φωνές αυτές παρουσιάζονται ως αφελείς ή αποκομμένες από την «πραγματικότητα», σαν να είναι γραφικό ή επικίνδυνο να ζητάς σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα.
Το φαινόμενο δεν είναι ελληνική εξαίρεση. Σε πολλές χώρες, αυστηρά μητρώα, διοικητικά εμπόδια και ποινικοποίηση της αλληλεγγύης στοχοποιούν οργανώσεις που ελέγχουν την εξουσία. Από τη δράση στη θάλασσα έως περιβαλλοντικά προγράμματα, τη δημοσιογραφική έρευνα ή την καταγραφή αστυνομικής βίας, η συλλογική δράση αντιμετωπίζεται ολοένα και περισσότερο ως ζήτημα «ασφάλειας».
Ετσι επιστρέφουμε στο αρχικό ερώτημα. Το ζήτημα δεν είναι μόνο αν η ανθρωπιστική δράση στοχοποιείται. Αφορά ένα ευρύτερο πρότυπο διακυβέρνησης, στο οποίο η δημόσια συμμετοχή, η συλλογική οργάνωση και η κριτική αντιμετωπίζονται ως παράγοντες κινδύνου.
Οι δημοκρατικές κοινωνίες δεν ορίζονται μόνο από εκλογές. Ορίζονται από τη δυνατότητα των ανθρώπων να μιλούν ανοιχτά, να οργανώνονται και να υπερασπίζονται δικαιώματα χωρίς φόβο. Το ερώτημα, τελικά, δεν αφορά μια ειδική ρύθμιση, αλλά αφορά στο ποιοι έχουν δικαίωμα να μιλούν και υπό ποιους όρους. Και αυτό αφορά όλους μας.
*Η Χριστιάννα Μουρούζη είναι Συμβούλος Ανθρωπιστικών Υποθέσεων στους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα

