Το ζήτημα που ανέκυψε με τη διάταξη του Οικογενειακού Δικαίου, η οποία εντάχθηκε στο νομοσχέδιο για τον ΟΠΕΚΕΠΕ και συνδέθηκε πολιτικά με την Ολγα Κεφαλογιάννη, δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό.
Σύμφωνα με όσα εξηγούν στην «Κ» ο Νίκος Ρώμπαπας, πρόεδρος του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών, και ο Κωνσταντίνος Σαραβάκος, επικεφαλής Ερευνών του ΚΕΦΙΜ, είναι έκφραση πάγιων και διαχρονικών παθογενειών της ελληνικής νομοθετικής διαδικασίας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το ΚΕΦΙΜ δημοσιεύει κάθε χρόνο τον Δείκτη Ποιότητας Νομοθέτησης που αξιολογεί όλους τους νόμους που ψηφίζει η Βουλή.
Ο κ. Σαραβάκος επισημαίνει ότι το βασικό ζητούμενο στη δημόσια συζήτηση είναι να γίνει κατανοητό πως «αυτό που συνέβη με την κ. Κεφαλογιάννη και το άρθρο 109 δεν είναι εξαίρεση». Οπως λέει, «έτσι νομοθετούμε στην Ελλάδα».
Το πρώτο πρόβλημα αφορά τη δημόσια διαβούλευση. Ο συγκεκριμένος νόμος κατέληξε να έχει 134 άρθρα, όμως όταν τέθηκε σε διαβούλευση περιλάμβανε 103.
«Τι σημαίνει αυτό; Οτι περίπου 8 στα 10 άρθρα ήταν στη δημόσια διαβούλευση, 2 στα 10 δεν ήταν. Το 23% μας ήρθε μετά», σημειώνει.
Η μη ένταξη άρθρων στη διαβούλευση, τονίζει, δεν είναι εξαίρεση. Με βάση τα στοιχεία του ΚΕΦΙΜ για το 2025, «το 13% των άρθρων δεν είναι στη διαβούλευση κατά μέσο όρο και έρχονται μετά», ενώ «υπάρχουν και περιπτώσεις που 4 στα 10 άρθρα, το 40%, δεν είναι στη δημόσια διαβούλευση».
Το άρθρο 109, που προκάλεσε τις αντιδράσεις, δεν είχε τεθεί ποτέ σε δημόσια διαβούλευση.
Το δεύτερο ζήτημα αφορά τις άσχετες διατάξεις στα νομοσχέδια. Ο κ. Σαραβάκος αναφέρεται στις δηλώσεις του υπουργού Δικαιοσύνης, Γιώργου Φλωρίδη, ο οποίος –όπως λέει– παραδέχθηκε ότι «στείλαμε τον νόμο στα άλλα υπουργεία και ενσωματώσαμε διατάξεις από 12 άλλα υπουργεία». Αυτό, κατά τον ίδιο, συνιστά ομολογία ότι «βάλαμε άσχετα πράγματα μέσα».
Υπενθυμίζει ότι το άρθρο 74 του Συντάγματος προβλέπει ρητά ότι άσχετες διατάξεις δεν εισάγονται για συζήτηση, ανεξαρτήτως του αν εντάχθηκαν εξαρχής στο νομοσχέδιο ή μέσω τροπολογιών.
Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι η ίδια η κυβέρνηση έχει θεσπίσει από το 2020 εγχειρίδιο νομοπαρασκευαστικής μεθοδολογίας, το οποίο ορίζει πως κάθε νομοσχέδιο πρέπει να έχει ένα και μόνο αντικείμενο. «Και έρχεται ο υπουργός και μας λέει ότι η πρακτική αυτή, να ρωτάμε τα άλλα υπουργεία και να βάζουμε διατάξεις είναι καθημερινή», λέει, καταλήγοντας ότι «μας ομολογεί ότι έτσι γίνεται η νομοθέτηση».
Το τρίτο στοιχείο που αναδεικνύεται είναι ο χρόνος ψήφισης. Ο συγκεκριμένος νόμος ψηφίστηκε στις 19 Δεκεμβρίου, ως ο τελευταίος νόμος του έτους. «Τι συμβαίνει όταν έχουμε τελευταίο νόμο του έτους; Είναι από τους χειρότερους νόμους που μπορείς να κάνεις», σημειώνει ο κ. Σαραβάκος, εξηγώντας ότι πρόκειται συνήθως για «μια συρραφή διατάξεων», όπου περνούν ρυθμίσεις επειδή «κλείνει ο χρόνος».
Στην προκειμένη περίπτωση, εντάχθηκαν τροπολογίες με 12 άρθρα, «ένα μικρό νομοσχέδιο», γεγονός που καταδεικνύει την προχειρότητα της διαδικασίας.

- Οπως καταδεικνύει ετησίως η ανάλυση του ΚΕΦΙΜ «Η τελευταία νομοθέτηση του έτους: Τι ψήφισε η Βουλή τον Δεκέμβριο του 2025 και τι ψηφίζει κάθε Δεκέμβριο» οι νόμοι που ψηφίζονται τον Δεκέμβριο σημειώνουν τη χαμηλότερη μέση επίδοση (54,1/100) σε σχέση με τους υπόλοιπους μήνες του χρόνου. Είναι ενδεικτικό πως ο νόμος 5264/2025 περιέχει 12 άρθρα σε τροπολογίες, δηλαδή ένα μικρό νομοσχέδιο, οι οποίες κατατέθηκαν τυπικά 2 ημέρες πριν από την ψήφιση του νόμου αλλά αργά το βράδυ, συγκεκριμένα στις 22:02 και 23:15 το βράδυ.
«Νομοθετούμε στο πόδι»
Ο Νίκος Ρώμπαπας βάζει στην κουβέντα ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα: την απουσία ουσιαστικής ανάλυσης συνεπειών.
Οπως λέει, παρότι κάθε νόμος συνοδεύεται τυπικά από έκθεση συνεπειών ρύθμισης, «καμία έκθεση συνεπειών ρύθμισης δεν έχει ποσοτικά στοιχεία».
Ετσι, όταν τίθεται το ερώτημα αν μια νέα ρύθμιση θα επιβαρύνει τα δικαστήρια, «κανένας δεν έχει ασχοληθεί» να το εκτιμήσει εκ των προτέρων.
Αυτό καθιστά αδύνατη και τη μετέπειτα αξιολόγηση μιας ρύθμισης, όπως επισημαίνει και ο κ. Σαραβάκος: Χωρίς αρχικές εκτιμήσεις κόστους και επιπτώσεων, δεν μπορεί να κριθεί αν μια ρύθμιση πέτυχε ή απέτυχε.
Ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ αναδεικνύει επίσης μια ακόμη παθογένεια: την ταχεία τροποποίηση νόμων που έχουν ψηφιστεί πρόσφατα.
«Νομοθετούμε στο πόδι, κάνουμε λάθος εκτιμήσεις και ερχόμαστε ύστερα από έξι ή δώδεκα μήνες και τα αλλάζουμε», είτε επειδή υπήρξε ουσιαστικό λάθος είτε επειδή ο νέος υπουργός κρίνει ότι η προηγούμενη ρύθμιση ήταν λανθασμένη.
Αυτό, κατά τον ίδιο, «συνδέεται άμεσα με την έλλειψη σοβαρής διαβούλευσης, αξιολόγησης και ανάλυσης συνεπειών».
Στο ίδιο πλαίσιο, ο κ. Σαραβάκος μιλά για ζήτημα πολιτικής κουλτούρας. Οπως περιγράφει, ακόμη και όταν τίθεται στη Βουλή ζήτημα αντισυνταγματικότητας λόγω άσχετων διατάξεων, η διαδικασία καταλήγει σε πολιτική απόφαση της πλειοψηφίας.
«Ρωτάει ο πρόεδρος της Βουλής αν είναι σχετικές οι διατάξεις και σηκώνει το χέρι η κυβερνητική πλειοψηφία. Παραβιάζουμε τη λογική για να μπορέσουμε να ψηφίσουμε αυτό που θέλουμε», σημειώνει, εξηγώντας ότι δεν υφίσταται δικαστικός έλεγχος επί των κοινοβουλευτικών διαδικασιών.
Διαβάστε: Τι ψήφισε η Βουλή τον Δεκέμβριο του 2025 και τι ψηφίζει κάθε Δεκέμβριο
Τόσο ο κ. Ρώμπαπας όσο και ο κ. Σαραβάκος αναγνωρίζουν ότι τα τελευταία χρόνια έχουν υπάρξει βελτιώσεις στην ποιότητα της νομοθέτησης, κυρίως ως προς την τήρηση τυπικών κριτηρίων.
Ωστόσο, όπως λέει ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, «τηρούμε τους τύπους, αλλά στην ουσία απέχουμε πολύ από το ιδεατό».
Η δημόσια διαβούλευση γίνεται, αλλά όχι για όλα τα άρθρα και με διάρκεια μόλις δύο εβδομάδων, όταν στην Ευρωπαϊκή Ενωση διαρκεί πάνω από τρεις μήνες.

«Νομοθετούμε στο πόδι»