Το 2025 καταγράφεται ως το δεύτερο θερμότερο έτος στην Ελλάδα, επιβεβαιώνοντας τη σταθερή τάση ανόδου της θερμοκρασίας που παρατηρείται τις τελευταίες δεκαετίες, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση για το Κλίμα στην Ελλάδα – 2025 του Climatehub που βασίστηκε στα δεδομένα της υπηρεσίας για την κλιματική αλλαγή C3S του προγράμματος Copernicus της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Στην ανασκόπηση παρουσιάζονται τα κυριότερα σημεία σχετικά με την θερμοκρασία του αέρα, τον υετό και την επιφανειακή θερμοκρασία θάλασσας στην Ελλάδα, για το έτος 2025. Ειδικότερα:
- Το έτος 2025 υπήρξε το 2ο θερμότερο καταγεγραμμένο έτος στην Ελλάδα, με τη μέση ετήσια θερμοκρασία του αέρα να ξεπερνά κατά 1,08 °C (+7,2%) τον μέσο όρο των ετών 1991-2020. Το πρώτο θερμότερο ήταν το έτος 2024, όταν η μέση ετήσια θερμοκρασία αέρα ξεπέρασε κατά 1,69 °C (+11,3%) τον μέσο όρο των ετών 1991-2020.
- Ο Ιανουάριος ήταν ο μεγαλύτερος θετικά αποκλίνων μήνας του έτους, με τη μέση μηνιαία θερμοκρασία να ξεπερνά κατά 2,61 °C (+43,8%) τον μέσο όρο της περιόδου αναφοράς για τον μήνα αυτό. Τη μεγαλύτερη μηνιαία απόκλιση θερμοκρασίας για τον Ιανουάριο παρουσίασε η Περιφέρεια Ηπείρου, με τιμή 3,45 °C (+92,8%) υψηλότερη από τον μέσο όρο για τον μήνα αυτό στη συγκεκριμένη περιφέρεια.
- Το 71% των ημερών του 2025 ήταν θερμότερες από τον αντίστοιχο ημερήσιο μέσο όρο της περιόδου αναφοράς 1991-2020.
- Ο ετήσιος υετός για το 2025 στην Ελλάδα βρέθηκε χαμηλότερος κατά 15 χιλιοστά (-2,0%) από τον μέσο όρο ετήσιου υετού της χρονικής περιόδου 1991-2020.
- Τους περισσότερους μήνες είχαμε υετό μικρότερο του μέσου όρου, με εξαίρεση τους μήνες Απρίλιο, Μάιο, Οκτώβριο και Νοέμβριο. Ο Φεβρουάριος ήταν ο ξηρότερος μήνας για το 2025, με τον μέσο όρο μηνιαίου υετού να βρίσκεται χαμηλότερος κατά 24,1 χιλιοστά (-28,0%).
- Το 2025 η επιφανειακή θερμοκρασία των ελληνικών θαλασσών ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη καταγεγραμμένη, με τη μέση ετήσια τιμή της να ξεπερνά κατά 0,82 °C (+4,1%) τον μέσο όρο των ετών 1991-2020.
- Σχεδόν όλοι οι μήνες του έτους παρουσίασαν επιφανειακή θερμοκρασία θάλασσας υψηλότερη του μέσου όρου της περιόδου αναφοράς, με εξαίρεση τον μήνα Οκτώβριο ο οποίος βρέθηκε με αρνητική απόκλιση 0,04 °C (-0,2%).
- Το 92% των ημερών του 2025 βρέθηκαν με επιφανειακή θερμοκρασία θάλασσας υψηλότερη από τον αντίστοιχο ημερήσιο μέσο όρο της περιόδου αναφοράς 1991-2020.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Υπηρεσίας Κλιματικής Αλλαγής Copernicus Climate Change Service (C3S) της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η μέση ετήσια θερμοκρασία αέρα στη χώρα ξεπέρασε κατά 1,08 βαθμούς Κελσίου τον μέσο όρο της περιόδου αναφοράς 1991–2020, μια απόκλιση που αντιστοιχεί σε αύξηση της τάξης του 7,2%.

Ιδιαίτερα εντυπωσιακή ήταν η θερμοκρασιακή συμπεριφορά των πρώτων μηνών του έτους. Ο Ιανουάριος του 2025 αναδείχθηκε ως ο μήνας με τη μεγαλύτερη θετική απόκλιση, με τη μέση θερμοκρασία να βρίσκεται 2,61 °C πάνω από τα κανονικά επίπεδα.
Τους περισσότερους μήνες του έτους υπήρξαν τιμές υψηλότερες του μέσου όρου τους. Εξαίρεση αποτέλεσαν οι μήνες Φεβρουάριος, Μάιος και Οκτώβριος, οι οποίοι παρουσίασαν αρνητικές αποκλίσεις θερμοκρασίας: -0,48 °C (-6,9%), -0,03 °C (-0,2%) και -0,86 °C (-5,3%) από τον μέσο όρο τους αντίστοιχα.
Εξι μήνες του έτους βρέθηκαν με θερμοκρασίες υψηλότερες κατά τουλάχιστον 1,5 °C από τον μέσο όρο τους.

Σε περιφερειακό επίπεδο, η Ηπειρος κατέγραψε τη μεγαλύτερη απόκλιση, με τη μέση μηνιαία θερμοκρασία να αγγίζει τιμές σχεδόν διπλάσιες από τον κλιματικό μέσο όρο του μήνα. Η μεγαλύτερη θετική απόκλιση μέσης μηνιαίας θερμοκρασίας σημειώθηκε τον Ιανουάριο.
Η δεύτερη μεγαλύτερη θετική απόκλιση μέσης μηνιαίας θερμοκρασίας βρέθηκε τον ίδιο μήνα στην Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας, με τιμή 3,30 °C (+426,2%) υψηλότερη του μέσου όρου της περιόδου αναφοράς για την περιφέρεια αυτή. Στην τρίτη θέση βρέθηκε τον Νοέμβριο η Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, με μέση μηνιαία τιμή 3,13 °C (+34,1%) υψηλότερη του μέσου όρου της περιόδου αναφοράς στην περιφέρεια αυτή.
Τους μήνες Ιανουάριο, Μάρτιο, Ιούνιο, Ιούλιο, Σεπτέμβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο, το σύνολο των περιφερειών της χώρας βρέθηκαν με μέση μηνιαία θερμοκρασία υψηλότερη του μέσου όρου τους για την περίοδο αναφοράς 1991-2020 (ανά περιφέρεια). Αντίθετα, τον Οκτώβριο η μέση μηνιαία θερμοκρασία αέρα βρέθηκε χαμηλότερη του μέσου όρου, ενώ τον Απρίλιο, Μάιο και Αύγουστο οι μέσες μηνιαίες θερμοκρασίες βρέθηκαν σχετικά κοντά στα κανονικά για τους μήνες αυτούς επίπεδα.
Συνολικά, το 71% των ημερών του έτους ήταν θερμότερες από τον αντίστοιχο ημερήσιο μέσο όρο της περιόδου αναφοράς, στοιχείο που υπογραμμίζει τη διάρκεια και όχι απλώς την ένταση των θερμών συνθηκών.

Στο σκέλος των βροχοπτώσεων, το 2025 χαρακτηρίστηκε σχετικά ξηρό έτος. Ο συνολικός ετήσιος υετός ήταν μειωμένος κατά περίπου 15 χιλιοστά σε σύγκριση με τον μέσο όρο της περιόδου 1991–2020.

Η πλειονότητα των μηνών εμφάνισε χαμηλότερα από τα κανονικά επίπεδα βροχής, με εξαίρεση τον Απρίλιο, τον Μάιο, τον Οκτώβριο και κυρίως τον Νοέμβριο, ο οποίος ξεχώρισε ως ο πιο υετοφόρος μήνας του έτους. Αντίθετα, ο Φεβρουάριος καταγράφηκε ως ο ξηρότερος μήνας, με υετό μειωμένο κατά σχεδόν 28%.

Παρά τη μείωση του συνολικού ύψους βροχής, τα δεδομένα δείχνουν αυξημένη συχνότητα έντονων επεισοδίων. Σημαντικό ποσοστό της ετήσιας βροχόπτωσης συγκεντρώθηκε σε λίγα, αλλά ισχυρά επεισόδια, στοιχείο που ενισχύει τις ανησυχίες για μεγαλύτερη μεταβλητότητα και αυξημένο κίνδυνο πλημμυρών.

Ακόμη πιο ανησυχητική εμφανίζεται η εικόνα στις ελληνικές θάλασσες. Το 2025 ήταν το δεύτερο θερμότερο έτος που έχει καταγραφεί ως προς την επιφανειακή θερμοκρασία της θάλασσας, με τη μέση ετήσια τιμή να υπερβαίνει κατά 0,82 βαθμούς Κελσίου τον μέσο όρο της περιόδου αναφοράς. Σχεδόν όλοι οι μήνες του έτους κινήθηκαν σε επίπεδα υψηλότερα από τα κανονικά, ενώ το 92% των ημερών παρουσίασε θερμότερη επιφάνεια θάλασσας σε σύγκριση με τον ιστορικό μέσο όρο.

Τα ευρήματα αυτά, σε συνδυασμό με τα στοιχεία του ιστορικού κλιματικού σταθμού του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών στο Θησείο, συνθέτουν μια σαφή εικόνα: το 2025 επιβεβαιώνει ότι η Ελλάδα εισέρχεται σε μια νέα κλιματική κανονικότητα, όπου οι υψηλές θερμοκρασίες, η θέρμανση των θαλασσών και οι πιο ακραίες μορφές υετού τείνουν να αποτελούν τον κανόνα και όχι την εξαίρεση.




Την έκθεση επιμελήθηκαν από την ομάδα ClimateHub του Εθνικού
Αστεροσκοπείου Αθηνών οι: Δήμητρα Φουντά, Βασίλης Σπυράκος, Στέργιος Μήσιος, Στέργιος Κάρτσιος και Ιωάννα Μαυροπούλου.

