Ενενήντα νέοι και νέες από δεκαεπτά ελληνικές πόλεις: από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη μέχρι τα Ιωάννινα, τη ∆ράμα, την Αρτα, την Αμαλιάδα, το Ηράκλειο. Σε ποσοστό 60% είναι άνδρες και 40% γυναίκες. Κάποιοι δεν έχουν ολοκληρώσει ακόμα τις σπουδές τους. Αλλοι έχουν ήδη πτυχίο (Πληροφορικής, Ιατρικής, Οικονομικών, Διοίκησης Επιχειρήσεων ή Ηλεκτρολόγων Μηχανικών, μεταξύ άλλων) και είναι μεταπτυχιακοί φοιτητές, διδάκτορες ή μεταδιδακτορικοί ερευνητές. Ολοι προέρχονται από οκτώ ελληνικά πανεπιστήμια.
Αν τους ρωτήσει κανείς πώς φαντάζονται τον εαυτό τους σε πέντε χρόνια, οι δύο στους τρεις απαντούν με αποφασιστικότητα ότι θα έχουν ιδρύσει τη δική τους εταιρεία. Περίπου το ένα πέμπτο θέλει να συνεχίσει στη βασική έρευνα, ενώ κατά ένα μικρότερο ποσοστό (11%) ελπίζουν να έχουν βρει μια καλή θέση εργασίας στον ιδιωτικό τομέα. Αν και πόσοι από αυτούς θα καταφέρουν να υλοποιήσουν τις φιλοδοξίες τους κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με σιγουριά. Το βέβαιο είναι ότι στην προσπάθειά τους δεν θα είναι μόνοι. Δίπλα τους θα είναι –αρωγοί και καθοδηγητές– οι άνθρωποι του «Lab to Market: Γεφυρώνοντας την Καινοτομία και την Επιχειρηματικότητα».
Οι συντελεστές
Πρόκειται για μια νέα πρωτοβουλία της Σχολής Μηχανικών και Εφαρμοσμένων Επιστημών του Πανεπιστημίου Columbia της Νέας Υόρκης, σε συνεργασία με το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, που στόχο έχει να βοηθήσει νέους Ελληνες επιστήμονες να μετατρέψουν την έρευνα και τις καινοτόμες ιδέες τους σε βιώσιμες επιχειρήσεις. Υλοποιείται από το Columbia Global Center στην Αθήνα, με τη στήριξη της Columbia Business School, της Endeavor Greece και του Hellenic Institute for Advanced Studies (HIAS), έχει πενταετή διάρκεια και φέτος θα εστιασθεί στους κρίσιμους τομείς της τεχνητής νοημοσύνης, της ενέργειας και των τεχνολογιών υγείας. Μέσα από ένα καλά δομημένο πρόγραμμα εκπαίδευσης, καθοδήγησης και δικτύωσης, οι συμμετέχοντες θα αποκτήσουν όχι μόνο τεχνογνωσία και επαφές, αλλά και τους πόρους που χρειάζονται για να πραγματοποιήσουν το προσδοκώμενο άλμα από το εργαστήριο στην αγορά. Το εγχείρημα υποστηρίζεται από τη χορηγία του Blavatnik Family Foundation, του ιδρύματος που δημιούργησε ο Σερ Λέοναρντ Μπλαβάτνικ και το οποίο την τελευταία δεκαετία έχει διαθέσει περίπου 1,3 δισ. δολάρια σε 250 ακαδημαϊκά ιδρύματα και φιλανθρωπικούς οργανισμούς σε όλο τον κόσμο.
Ευκαιρίες στην Ελλάδα – «Από εδώ και πέρα, το “Lab to Market” θα εξασφαλίσει στους Ελληνες συμμετέχοντες δυνατότητες ισάξιες με εκείνες που προσφέρουμε στους φοιτητές μας στο Columbia», λέει η Ελίζα Κονοφάγου, καθηγήτρια του αμερικανικού πανεπιστημίου.
«Η ανταπόκριση ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Περισσότερους από 400 φοιτητές αριθμούν οι ομάδες που δήλωσαν συμμετοχή. Ολες οι αιτήσεις μελετήθηκαν εξονυχιστικά από την επιτροπή αξιολόγησης, η οποία αποτελείται από καθηγητές του Columbia και του EΜΠ, καθώς και από μέλη της Endeavor Greece και του HIAS», λέει στην «Κ» ο Στέφανος Γκαντόλφο, διευθυντής του Columbia Global Center στην Αθήνα. Οσο για τα κριτήρια βάσει των οποίων έγινε η τελική επιλογή;
Σύμφωνα με την Ελίζα Κονοφάγου, καθηγήτρια στα τμήματα Νευροχειρουργικής, Ακτινολογίας και Βιοϊατρικής Μηχανικής του Columbia, καθοριστικά μέτρησαν «η σαφήνεια στην ιδέα και στη λύση του προβλήματος με το οποίο αποφάσισαν να ασχοληθούν, η συνολική ποιότητα και εμπειρία της ομάδας, όπως και το επίπεδο γνώσης – όχι μόνο του χώρου αλλά και του ανταγωνισμού στον τομέα που επέλεξαν. Από εδώ και πέρα, το “Lab to Market” θα εξασφαλίσει στους Ελληνες συμμετέχοντες δυνατότητες ισάξιες με εκείνες που προσφέρουμε στους φοιτητές μας στο Columbia, δηλαδή ένα ευρύ δίκτυο καθηγητών και επενδυτών, που θα τους καθοδηγήσουν στα πρώτα τους, καθοριστικά για το μέλλον τους, επιχειρηματικά βήματα».
Η σύμπραξη
Δύο ισχυρά ακαδημαϊκά ιδρύματα ενώνουν τις δυνάμεις τους, λοιπόν, σε αυτή τη σύμπραξη. Τι φέρνει «στο τραπέζι» το Columbia, όμως, και τι το ΕΜΠ; «Το Columbia διαθέτει ισχυρή παράδοση στις εφαρμοσμένες επιστήμες και πολυετή εμπειρία στη σύνδεση της τεχνολογικής έρευνας με την επιχειρηματικότητα, μέσα σε ένα από τα πιο ώριμα οικοσυστήματα καινοτομίας διεθνώς», επισημαίνει ο πρύτανης του ΕΜΠ και καθηγητής της Σχολής Ναυπηγών Μηχανολόγων Μηχανικών Ιωάννης Χατζηγεωργίου. «Από την άλλη, το ΕΜΠ, τα τελευταία χρόνια
αναπτύσσει και υλοποιεί δυναμικά πρωτοβουλίες που διασυνδέουν την τεχνολογική ανάπτυξη και τα παράγωγα της επιστημονικής αριστείας με την επιχειρηματικότητα, τοποθετώντας πολύ ψηλά στη στρατηγική του την ανάπτυξη του εγχώριου οικοσυστήματος και τη συνεργασία του με διεθνείς δρώντες. Μεταφέρει βαθιά επιστημονική αριστεία, υψηλού επιπέδου ερευνητικό δυναμικό και μακρά εμπειρία στην εκπαίδευση μηχανικών. Επομένως, η προστιθέμενη αξία της συνεργασίας μας βρίσκεται στη συνάντηση της διεθνούς εμπειρίας και της ακαδημαϊκής αριστείας του Columbia, με τη βαθιά τεχνική και επιστημονική βάση του ΕΜΠ, δημιουργώντας ένα ισχυρό πλαίσιο για τη μεταφορά γνώσης και την καινοτόμο επιχειρηματικότητα».
Ολα αυτά ακούγονται πολύ όμορφα, όμως είναι αδιαμφισβήτητες οι διαφορές κουλτούρας μεταξύ του αμερικανικού και του ελληνικού ακαδημαϊκού και επιχειρηματικού οικοσυστήματος. Πώς θα γεφυρωθούν στο πλαίσιο του προγράμματος για να μη γίνουν τροχοπέδη; «Αντιμετωπίζουμε τις διαφορές μας όχι ως εμπόδιο, αλλά ως ευκαιρία δημιουργίας μέσα από αμοιβαία μάθηση. Το πρόγραμμα έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να λειτουργεί ως κοινό πλαίσιο αναφοράς, που σέβεται τις αξίες του ελληνικού πανεπιστημίου, ενώ ταυτόχρονα ανοίγεται σε διεθνείς πρακτικές επιχειρηματικότητας», εξηγεί ο κ. Χατζηγεωργίου.
Κριτήριο επιτυχίας – «Η επιτυχία του προγράμματος δεν θα αποτυπώνεται μόνο στον αριθμό των startups ή των επενδύσεων, αλλά κυρίως στο πόσες ιδέες
βρήκαν δρόμο προς την κοινωνία», σημειώνει ο πρύτανης του ΕΜΠ, Ιωάννης Χατζηγεωργίου.
Ο Γιώργος Δεοδάτης, καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών και Εφαρμοσμένης Μηχανικής και αντιπρύτανης Ερευνας στο Columbia συμφωνεί. «Αυτή η πρωτοβουλία ενισχύει περαιτέρω τη σχέση μας με το ΕΜΠ, ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια στον πλανήτη, και εναρμονίζεται με τη θεμελιώδη αποστολή της δικής μας Πολυτεχνικής Σχολής: “Engineering for Humanity”. Τα προϊόντα τέτοιων startups σχεδόν πάντα έχουν άμεσο όφελος για την ανθρωπότητα». Δεν είναι τυχαίο ότι στη συντριπτική πλειονότητά τους –9 στους 10– οι νέοι που θα συμμετάσχουν στο «Lab to Market» αναφέρουν ως κίνητρο την επιθυμία τους να λύσουν «αληθινά» προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κόσμος…
Φρένο στο brain drain
Είναι προφανές ότι το πρόγραμμα μπορεί να συμβάλει και στην ανάσχεση του brain drain. «Οταν ξεπηδήσουν οι πρώτες επιτυχημένες startups, οι φοιτητές των ελληνικών πανεπιστημίων θα συνειδητοποιήσουν ότι οι επιχειρηματικές ευκαιρίες που αναζητούν σε χώρες του εξωτερικού υπάρχουν ήδη στην πατρίδα τους. Και μάλιστα θα εξαρτώνται αποκλειστικά από τους ίδιους –τις ιδέες και τη σκληρή δουλειά τους–, όχι από μεγάλες ξένες εταιρείες», τονίζει ο κ. Δεοδάτης. «Αργότερα,
καθώς αυτές οι νεοφυείς επιχειρήσεις θα μεγαλώνουν σε μέγεθος, θα χρειάζονται προσωπικό και θα προσλαμβάνουν αποφοίτους ελληνικών πανεπιστημίων». Κάτι που ρίχνει νερό στον μύλο του brain gain…
Θα μπορούσε αυτό το μοντέλο να εφαρμοστεί και σε άλλα ελληνικά ακαδημαϊκά ιδρύματα ή ερευνητικά κέντρα; Απευθύνουμε το ερώτημα στον πρύτανη του ΕΜΠ. «Η καταφατική απάντηση είναι προφανής. Αλλωστε, φιλοδοξία και βασικός άξονας της μακροπρόθεσμης στρατηγικής μας είναι η εμπλοκή και η συνεργατική συμμετοχή των ελληνικών ακαδημαϊκών και ερευνητικών ιδρυμάτων. Το “Lab to Market” σχεδιάστηκε ως ένα πιλοτικό αλλά ταυτόχρονα δυναμικά διευρυνόμενο πρότυπο, το οποίο μπορεί να προσαρμοστεί στις ανάγκες και στις ιδιαιτερότητες άλλων πανεπιστημίων και ερευνητικών φορέων στην Ελλάδα», απαντά ο κ. Χατζηγεωργίου. Και πώς θα ορίζουν οι εμπνευστές του την επιτυχία του σε πέντε χρόνια; «Θα θέλαμε να αποτελεί έναν καθιερωμένο μηχανισμό σύνδεσης της έρευνας με την επιχειρηματικότητα. Η επιτυχία του δεν θα αποτυπώνεται μόνο στον αριθμό των startups ή των επενδύσεων, αλλά κυρίως στο πόσοι ερευνητές ανέπτυξαν επιχειρηματική σκέψη, στο πόσες ιδέες βρήκαν δρόμο προς την κοινωνία και στο κατά πόσον ενισχύθηκε η κουλτούρα εξωστρέφειας και συνεργασίας μέσα στο ελληνικό πανεπιστήμιο».

