1948, έναρξη σχολικής χρονιάς στο Γαλλικό Παρθεναγωγείο Ζαν Ντ’ Αρκ της Τεχεράνης. Η δασκάλα βάζει τα δεκάχρονα παιδάκια να πουν τα ονόματά τους, αλλά και εκείνα των γονιών τους. Δύο κοριτσάκια έρχονται σε δύσκολη θέση. Εχουν χάσει τους πατεράδες τους. Κοιτάζονται από μακριά, συμπαθιούνται αμέσως και γίνονται αχώριστες φίλες. Σχεδόν 80 χρόνια αργότερα, αυτή η αδελφική φιλία όχι μόνον κρατάει, αλλά έχει μετατραπεί σε οικογενειακό δεσμό.
Διότι αν μπει κανείς στο αθηναϊκό διαμέρισμα της –γεννημένης και μεγαλωμένης στην Περσία– Ελλης Αντωνιάδου θα δει παντού φωτογραφίες της Φαράχ Ντιμπά, του σάχη και βέβαια των παιδιών τους, «τα οποία έχει μεγαλώσει στα γόνατά της», τα αισθάνεται σαν δικά της. «Και κάθε βράδυ όπως πάντα τηλεφωνιόμαστε με τη Φαράχ. Πολιτικά δεν λέμε ποτέ, δεν σχολιάζουμε την επικαιρότητα ούτε καν τώρα με αυτά που συμβαίνουν». Κάνει ένα νεύμα στον αέρα με τα ωραία ακροδάχτυλά της για να υπονοήσει ότι θα ήταν επικίνδυνο και ότι σίγουρα κάποιος θα παρακολουθεί το τηλέφωνο. «Λέμε μόνο αν είμαστε καλά και πώς πέρασε η ημέρα μας. Ξεκινάμε την κουβέντα στα περσικά και την τελειώνουμε στα γαλλικά, περνώντας από αγγλικά…».
Με το βλέμμα εκεί
Στο σαλόνι η τηλεόραση ανοιχτή στο BBC παίζει συνεχώς ειδήσεις για το Ιράν με πλάνα από διαδηλώσεις, από το υπνοδωμάτιο ακούγεται ένα γαλλικό ραδιόφωνο και εκείνη σκέφτεται όλους αυτούς τους ανθρώπους που έχουν χάσει τη ζωή τους. Αλλά και το άδηλο μέλλον μιας χώρας με σπουδαίο πολιτισμό, την οποία θεωρεί δεύτερη πατρίδα της και εγκατέλειψε άρον άρον το 1979 κυνηγημένη από το καθεστώς Χομεϊνί. Οπως οι Μικρασιάτες πρόσφυγες του 1922, έχει κρατήσει τους τίτλους ιδιοκτησίας της ωραίας μονοκατοικίας της στο κέντρο της ιρανικής πρωτεύουσας, πίσω από τη ρωσική πρεσβεία. «Αναρωτιέμαι αν ποτέ θα ξαναπεράσω το κατώφλι», μας λέει.
Εθνη ανάδελφα – Στην εποχή μου τα βράδια οι άνθρωποι έλεγαν ποιήματα για να διασκεδάζουν. Είναι άνθρωποι ευαίσθητοι, πολιτισμένοι με αίσθηση της ιστορίας τους. Ως λαοί, Ελληνες και Πέρσες μοιάζουμε πολύ. Είμαστε έθνη ανάδελφα.
«Ξέρω ότι εδώ και δεκαετίες ζουν άλλοι μέσα που ισχυρίζονται ότι τους ανήκει, ότι την αγόρασαν από το κράτος. Με είχαν στοχοποιήσει, βεβαίως, οι μουλάδες λόγω της σχέσης μου με τη Φαράχ και τον σάχη. Αλλά εγώ ελπίζω ότι θα το ξαναδώ το σπίτι». Δεν είναι η πρώτη φορά που η οικογένεια Αντωνιάδου γνωρίζει τον ξεριζωμό. Αντιθέτως, η πορεία της είναι μια οδύσσεια. Και κάθε της γενιά βρήκε στο διάβα της όλους τους διωγμούς κατά του ελληνισμού και αντέδρασε με σθένος και αντοχή.
Από τον Πόντο
Οι πρόγονοί της, Πόντιοι της Τραπεζούντας, ήταν «καπνάδες στο επάγγελμα», όπως λέει η ίδια. Οι παππούδες για να αποφύγουν τη μανία των Τούρκων του Κεμάλ πέρασαν με τη μητέρα της παιδάκι, τυλιγμένο σε μια κουβέρτα, στο Σοχούμι της Αμπχαζίας, όπου έζησαν έως και το 1931. Οι Σοβιετικοί ωθούσαν τους αλλοδαπούς είτε να γίνουν κομμουνιστές είτε να φύγουν. Από εκεί, λοιπόν, πήγαν στο βορειοδυτικό Ιράν μέσω του Αζερμπαϊτζάν.
Ο διορατικός παππούς της είχε ζυγίσει την απόφασή του να επιλέξει μια χώρα που τότε υποδεχόταν ανθρώπους με δεξιότητες και εκείνος ήξερε άριστα την καλλιέργεια καπνού. «Η Περσία, άλλωστε, τότε ήταν πιο ανεπτυγμένη από την Ελλάδα. Οσοι ξένοι διακρίνονταν σε μια τέχνη ή σε κάτι που δεν γνώριζαν οι Ιρανοί βρήκαν ανοιχτές πόρτες». Μαζί τους ήρθαν και άλλες ελληνικές οικογένειες. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι τα καπνά συνδέθηκαν άμεσα με τους Ελληνες, συμπληρώνει η κ. Αντωνιάδου.
Η ίδια γεννήθηκε στο λιμάνι Παχλαβί, σε νοσοκομείο που είχε ιδρύσει η εταιρεία που παρήγε το χαβιάρι. Αλλά σύντομα με τον πατέρα της, Βασίλη, που συνέχισε την οικογενειακή δουλειά, τη μητέρα της, Παρασκευή, και τη μικρή αδελφή Αλεξάνδρα πήγαν και εγκαταστάθηκαν στην Τεχεράνη. Ερχόταν και ο πόλεμος και η πρωτεύουσα έδινε μεγαλύτερη ασφάλεια.


Στον πόλεμο
Οταν ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, οι Βρετανοί συγκέντρωσαν Ελληνες του Ιράν ως εθελοντές. Ο πατέρας της υπηρέτησε στον «Αβέρωφ» και σκοτώθηκε σε ένα ατύχημα στην Αίγυπτο. Η μικρή Ελλη και η Αλεξάνδρα μεγάλωναν με τη μητέρα τους με γαλλική παιδεία και ελληνική συνείδηση. Μάλιστα όταν ήταν επτά ετών, η δασκάλα της την παρουσίασε ως πρότυπο γαλλομαθούς παιδιού στον στρατηγό Ντε Γκωλ που επισκεπτόταν το Ιράν. «Χρόνια αργότερα γνώρισα τον Γάλλο ηγέτη από κοντά και του περιέγραψα τη σκηνή», θυμάται η κ. Αντωνιάδου.
Η φιλία της με τη Φαράχ τις οδήγησε στο Παρίσι για σπουδές, η πρώτη αρχιτεκτονική και η Ελληνίδα Γαλλική Φιλολογία: «Ηταν πανέμορφη, ψιλόλιγνη, αθλητική, αλλά κυρίως συμπαθής και αξιαγάπητη. Οπου εμφανιζόταν, όλοι τη θαύμαζαν». Κάποια στιγμή, η Περσίδα δήλωσε στη φίλη της ότι δεν θα επιστρέψει στη Γαλλία για να πάρει πτυχίο. «Παντρεύομαι!», της αποκάλυψε. «Και μετά μου είπε «Guess who?». «Εγώ αράδιαζα ονόματα όλων των γνωστών μας και αφού τα αρνήθηκε όλα, είπα για πλάκα: ο σάχης!». Οντως. Ο μονάρχης είχε εντυπωσιαστεί από την παρουσία της Φαράχ και την έκανε τρίτη σύζυγό του. Η Ελλη είδε την παιδική της φίλη να γίνεται αυτοκράτειρα.
Οδυνηρές εικόνες – Βλέπω να πυροβολούν ανθρώπους στο ψαχνό και ματώνει η καρδιά μου. Ο γιος του σάχη δεν μπορεί να κάνει πολλά, όμως το όνομά του δίνει ελπίδες σε μια μερίδα του κόσμου. Κανένας δεν μπορεί να κάνει κάτι αν δεν έχει τις
«πλάτες» των Αμερικανών.
Ακόμη και μετά τον γάμο, η φιλία τους έμεινε ακλόνητη. Δέθηκαν πολύ, και με τα παιδιά της ακόμη περισσότερο. Η Ελληνίδα εργάστηκε αρχικά στην Air France Τεχεράνης, αλλά και στο ιρανικό υπουργείο Πολιτισμού. Διηύθυνε επίσης το ιρανογαλλικό σχολείο «Φαράχ Ναζ». Ασχολήθηκε με τον τουρισμό, με τα φεστιβάλ, υποδέχθηκε προσωπικότητες, γνώρισε από κοντά όλους τους σπουδαίους που πήγαν στο Ιράν, από τον Πίτερ Μπρουκ και τον Μορίς Μπεζάρ μέχρι τον Μπομπ Γουίλσον, μεγάλους ηγέτες, πρωθυπουργούς και διανοουμένους: «Ηταν μια χώρα που ασκούσε τεράστια γοητεία στους ξένους λόγω του πολιτισμού αλλά και της ιδιαίτερης καλλιέργειας των Ιρανών. Στην εποχή μου τα βράδια οι άνθρωποι έλεγαν ποιήματα για να διασκεδάζουν. Είναι άνθρωποι ευαίσθητοι, πολιτισμένοι με αίσθηση της ιστορίας τους. Ως λαοί μοιάζουμε πολύ. Είμαστε έθνη ανάδελφα. Οι Ελληνες δεν είναι ούτε Λατίνοι ούτε Σλάβοι. Οι Πέρσες δεν είναι Αραβες. Μόνοι έχουμε χαράξει την πορεία μας μέσα στην ιστορία και γι’ αυτό υπάρχει ο αλληλοσεβασμός και η αμοιβαία αναγνώριση αυτού του χαρακτηριστικού», λέει η κ. Αντωνιάδου.
«Πατρίδα μου»
Αριστοκρατική, με την ευγένεια άλλης εποχής και την πετριά ανθρώπου που έχει συναναστραφεί μεγάλες προσωπικότητες, η Ελλη Αντωνιάδου παρακολουθεί τα τεκταινόμενα στο Ιράν με πόνο ψυχής. Πολλές φορές σταματάει να μιλάει για να συγκρατήσει έναν κόμπο στον λαιμό: «Βλέπω να πυροβολούν ανθρώπους στο ψαχνό και ματώνει η καρδιά μου. Ο γιος του σάχη δεν μπορεί να κάνει πολλά πράγματα, όμως το όνομά του δίνει πολλές ελπίδες σε μια μερίδα του κόσμου. Κανένας δεν μπορεί να κάνει κάτι αν δεν έχει τις “πλάτες” των Αμερικανών. Ελπίζω να σταματήσουν οι σκοτωμοί. Αν αλλάξει η κατάσταση, θέλω να ξαναπάω πίσω να δω το σπίτι μου. Να δω τη χώρα που άφησα πριν από πέντε δεκαετίες. Είναι και αυτή πατρίδα μου».
Αναμνήσεις από μια χώρα που δεν υπάρχει πια
Ηταν από τις πρώτες γυναίκες που οδήγησαν αυτοκίνητο σε μια κοινωνία που έμοιαζε σε πολλά με την ευρωπαϊκή, στο ντύσιμο, στο φλερτ και στην εξωστρέφεια. Περιγράφει μιαν ατμόσφαιρα κοσμοπολιτισμού, κόσμο να διασκεδάζει, γυναίκες που φορούσαν ό,τι ήθελαν, ακόμη και μίνι. Μπορούσαν να πηγαίνουν μόνες τους για πικ νικ, να κάνουν σπορ. Εκείνη, δυναμική επίσης, χρημάτισε και πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητος Ιράν. Βοηθούσε σε όλα τα θέματα, στην εκκλησία, παντού.
Ως κυρία των τιμών του παλατιού, είχε τη συμπάθεια του σάχη, ο οποίος έτρεφε πολύ θερμά αισθήματα για τους Ελληνες. Για την προσφορά της στην πατρίδα τής απονεμήθηκε το παράσημο του Τάγματος της Ευποιίας από τον πρόεδρο Κωνσταντίνο Τσάτσο. Η παροικία του Ιράν στην ακμή της μετρούσε περίπου 3.000 μέλη, με τα 1.500 να είναι μόνιμα εγκατεστημένα εκεί. Από τις αρχές του 1970 πολλοί έφυγαν για διάφορους λόγους και μετά την Επανάσταση και κυρίως τον Πόλεμο Ιράν – Ιράκ έπεσε σε μαρασμό. Σήμερα πρέπει να έχουν απομείνει περίπου 10 Ελληνες. Κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα πηγαίνει ένας ιερέας για να κάνει λειτουργία στην ορθόδοξη εκκλησία.
Παρατηρώ σε ένα βάζο ένα μικρό σημαιάκι του Ιράν και τα κατάφορτα ράφια με βιβλία για την Περσία. Στον τοίχο δεσπόζει ένα ωραίο πορτρέτο της από τότε που ήταν 30 χρόνων. Ηταν μια καλλονή που ακόμη και τώρα στην ηλικία αυτή κρατάει την ομορφιά και την κομψότητά της. Κάθε τόσο ξαναγυρίζει στις αναμνήσεις της: «Ηταν τόσο ωραία η Τεχεράνη εκείνη την εποχή. Ολα αλλαξαν όμως όταν ήρθε το καθεστώς. Η ελληνική εκκλησία ήταν απέναντι από την αμερικανική πρεσβεία, ζήσαμε πολλά από κοντά», θυμάται.
Εφυγε από τη χώρα πριν φύγει η βασιλική οικογένεια, αφήνοντας πίσω τους δικούς της. Η μητέρα της έπρεπε να βγαίνει και να σβήνει συνθήματα «Θάνατος στον σάχη» που έγραφαν έξω από το σπίτι της. Τελικά έπεισε μάνα και αδελφή να έρθουν στην Ελλάδα διότι κινδύνευαν. Η κ. Αντωνιάδου ακολούθησε το διωγμένο ζεύγος στις Μπαχάμες, στο Μεξικό, στη Νέα Υόρκη. Αλλη μια οδύσσεια. Οταν πέθανε ο σάχης, επέστρεψε στην Αθήνα και αναζητούσε δουλειά. Τη βρήκε ο Ηλίας Λαλαούνης. Τον είχε συστήσει κάποτε στο παλάτι και την εκτιμούσε. Της ανέθεσε να εργαστεί στο κατάστημά του στη Νέα Υόρκη. Εζησε στις ΗΠΑ για 25 χρόνια, έγινε φίλη του Ιόλα, γνώρισε όλους τους σημαντικούς Ελληνες ομογενείς. «Αλλο μεγάλο κεφάλαιο αυτό», προσθέτει, και τελικά εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα με τους Ολυμπιακούς του 2004.

